Τρεις γυναίκες, τρεις ιστορίες, τρία αλληλένδετα πεπρωμένα. Τούτο το πολυφωνικό μυθιστόρημα ανατέμνει τη μοίρα της νεαρής Ραμλά, η οποία αποκόπτεται βίαια από τον έρωτά της για να παντρευτεί τον σύζυγο της Σαφιρά, ενώ η αδερφή της Ιντού υποχρεώνεται να παντρευτεί τον ξάδερφό της. Υπομονή! Αυτή είναι η μία και μοναδική συμβουλή που τους δίνει ο περίγυρός τους, αφού είναι αδιανόητο να αντιτίθεσαι στη βούληση του Αλλάχ. Όπως λέει η παροιμία της φυλής Πελ: “Στο τέρμα της υπομονής, σε περιμένει ο παράδεισος”. Μόνο που ο παράδεισος μετατρέπεται μερικές φορές σε κόλαση. Πώς οι τρεις ανυπάκουες γυναίκες θα καταφέρουν να ελευθερωθούν; Αναγκαστικός γάμος, συζυγικός βιασμός, συναινετικότητα και πολυγαμία: το παρόν μυθιστόρημα της Τζαϊλί Αμαντού Αμάλ σπάει τα ταμπού αποκαλύπτοντας τη θέση της γυναίκας στη λωρίδα του Σαχέλ και παραδίδοντάς μας μια ανατρεπτική αφήγηση για το οικουμενικό ζήτημα της βίας κατά των γυναικών.
Διονύσης Σαββόπουλος
Αυτό που λέμε «Σαββόπουλος» δεν υπάρχει. Ο Σαββόπουλος είναι ένας ρόλος που τον έπλασα σιγά σιγά με τα χρόνια: Ο τύπος με τα στρόγγυλα γυαλιά, τις τιράντες, αργότερα το γενάκι, που βγαίνει στη σκηνή, φτιάχνει αυτά τα τραγούδια, κάνει σχόλια και λέει ιστορίες. Είναι ο «Σάββο», όπως τον έλεγε ο συγχωρεμένος ο Τάσος Φαληρέας. Είναι ένας άλλος. Εγώ είμαι εγώ. Χώνομαι πολλές φορές μέσα σ’ εκείνον τον άλλο. Δικός μου είναι. Χωρίς εμένα θα ήταν αέρας κοπανιστός.
Τώρα όμως τον χρειάζομαι, γιατί μεγάλωσα και θα ’θελα να δω πώς ήμουν πιτσιρίκος, πώς φέρθηκα στον επαγγελματικό μου βίο, πώς ήμουν σαν σύζυγος, πατέρας και παππούς, κι ακόμα πώς ήμουν σαν πολίτης, σαν φίλος και σαν γιος. Σ’ αυτά είναι καλός ο Σάββο. Το ’χει. Σαν ρόλος, και σουξέ είχε και πείρα διαθέτει.
Τώρα ο ρόλος θα μιλήσει για τον δημιουργό του. Ένα παιχνίδι είναι. Ένα κόλπο. Ελπίζω να το βρείτε διασκεδαστικό.
Σε αυτό το βιβλίο ο Σαββόπουλος μιλάει για τον Νιόνιο. Αυτόν ντύνεται.
Καλή ακρόαση, αγαπητοί μου, καλή ανάγνωση.
Δ.Σ.
Γκράχαμ Γκρην
Τρεις άντρες και μια γυναίκα ταξιδεύουν με το φορτηγό πλοίο “Μήδεια”, με προορισμό την Αϊτή. Ο κύριος Μπράουν, χωρίς ρίζες, χωρίς οικογένεια, χωρίς πίστη. Ιδιοκτήτης ξενοδοχείου στο Πορτ-ω-Πρενς, που το κληρονόμησε από μια σχεδόν άγνωστή του γυναίκα: τη μητέρα του. Ο κύριος και η κυρία Σμιθ, Αμερικανοί, ιδεολόγοι, σταυροφόροι της χορτοφαγίας, που πιστεύουν με πάθος και αθωότητα ότι μπορεί να εξαλείψει τη βιαιότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Και ο αξιαγάπητος κύριος Τζόουνς: Είναι πράγματι ταγματάρχης; Έχει πολεμήσει στη Βιρμανία; Ή μήπως είναι ένας ψεύτης, ένας επιτήδειος απατεώνας με σκοτεινό παρελθόν και ανεξιχνίαστες προθέσεις;
Αϊτή: η λεηλατημένη χώρα της δικτατορίας του Πάπα Ντοκ και της παραστρατιωτικής οργάνωσης των Τοντόν Μακούτ, τόπος διαφθοράς, βίας και βαρβαρότητας, όπου όλα είναι ρευστά και αβέβαια, όπως τα ορίζουν οι κυνικοί της κάθε εξουσίας, μέσα κι έξω από τη χώρα. Εδώ οι ήρωες, άλλοι στρατευμένοι κι άλλοι παθητικοί θεατές, θα παίξουν ο καθένας τον ρόλο του, μέχρι να έρθει η ώρα του θανάτου ή η ώρα της αλήθειας. Θεατρίνοι που υποδύονται τον έρωτα δίχως να τον βιώνουν πραγματικά, παίζουν με τον κίνδυνο δίχως να πιστεύουν σε έναν ανώτερο σκοπό, κοντοστέκονται στις παρυφές της ζωής κρυμμένοι πίσω από μάσκες.
Ατμόσφαιρα έντασης, στοιχεία αστυνομικού, ερωτικού και πολιτικού μυθιστορήματος, πλοκή που ξαφνιάζει, αγωνία που κορυφώνεται. Ο Γκράχαμ Γκρην καταγράφει την περιπέτεια της Αϊτής αλλά και κάθε ατομικής ύπαρξης, αποδίδοντας άλλοτε με βρετανικό φλέγμα και άλλοτε με ειρωνεία το κωμικό στοιχείο που συνοδεύει την τραγική εμπειρία, τα πολιτικά παιχνίδια, την ηθική αμφιθυμία και την αναζήτηση νοήματος μέσα στο χάος.
Συλλογικό
“Παραλογές” ονομάστηκαν από τους φιλολόγους τα τραγούδια με πλαστή, «πεποιημένη» υπόθεση. Οι παραλογές δεν μεταπλάθουν κάποιο πραγματικό γεγονός, το επινοούν· στηρίζονται αποκλειστικά στη φαντασία κι όχι στην άμεση εμπειρία.
Οι καταστάσεις που περιγράφονται υπακούουν στους νόμους της καθημερινής πραγματικότητας. Όπου συμβαίνει τίποτα πέρα από τους φυσικούς νόμους, αυτό γίνεται ακριβώς σαν θαύμα, θαύμα που το προκαλεί η υπερβολική ένταση του γεγονότος: καθώς η νόμιμη τάξη έχει διασαλευτεί στο έπακρο από τα όσα συμβαίνουν, αντιδρά η ίδια η φύση. Στο «Μάνα φόνισσα», το συκώτι του σφαγμένου παιδιού αποκτά φωνή για να καταγγείλει τη φρικτή ανομία· στο «Νεκρόφιλος έρως», όπου ο νέος «εφτά φορές αμάρτεψε με την αποθαμένη», ακούγεται το άγιο Πνεύμα που τον εκδιώκει από την εκκλησία. Στο τραγούδι «Του κολυμπητή», θα πάρει η θάλασσα φωνή για να επιτιμήσει τον τολμητία – ποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει στη μέση του πελάγους;
Στην ουσία δεν είναι παρά ο «αφηγητής» που μιλάει σε όλες τις περιπτώσεις, δανείζοντας τη φωνή του στη Φύση.
Ο πυρήνας των παραλογών είναι αναμφίβολα αρχαίος, πιθανόν και προελληνικός, πολύ συχνά και παγκόσμιος· η δομή και η μορφή τους μας οδηγούν προς μια κοινωνία πολύ πιο κοντινή: την αστική ζωή στα βενετοκρατούμενα και τα φραγκοκρατούμενα νησιά και τις παραθαλάσσιες πόλεις του 13ου ως και του 15ου αιώνα. Στην ίδια περίπου εποχή και στους ίδιους τόπους γεννήθηκαν και κυκλοφορούσαν τα έμμετρα ερωτικά μυθιστορήματα της γραπτής λογοτεχνίας, τα «Ερωτοπαίγνια» και η «Ριμάδα κόρης και νιού» – που πέρασε και στην προφορική παράδοση.
Τέλος, η έλλειψη ομοιοκαταληξίας υποδηλώνει πως η σύνθεση των παραλογών πρέπει να είχε ολοκληρωθεί πριν από τον 15ο αιώνα.