Μπορούμε να έχουμε έγκυρη γνώση του παρελθόντος αφού αυτό δεν υπάρχει πια; Τι είναι τα γεγονότα και σε τι διαφέρουν από τα συμβάντα; Η ιστοριογραφία ανακαλύπτει τις ιστορίες που διηγείται ή τις φιλοτεχνεί; Πώς μπορούμε να έχουμε πρόσβαση στις σκέψεις και στις προθέσεις ιστορικών υποκειμένων; Τι εννοούμε όταν λέμε «θα μας κρίνει η ιστορία»; Μοιάζουν οι ιστορικοί με δικαστές, με ψυχαναλυτές ή με ντετέκτιβ; Μπορεί πεποιθήσεις του παρελθόντος που μας φαίνονται σήμερα παράλογες να ήταν εύλογες και ορθολογικές; Πώς να κατανοήσουμε την αντικειμενικότητα στην ιστορία; Ως ουδετερότητα, ως αμεροληψία, ως απόλυτη σύλληψη της πραγματικότητας; Είναι η ουδετερότητα αρετή για τον/την ιστορικό; Είναι η ιστορία επιστήμη ή μία τέχνη που διδάσκει και συγκινεί; Αν η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται όπως λέγεται συχνά, γιατί να τη μελετάμε; Αυτά και άλλα ανάλογα ερωτήματα εξετάζει η φιλοσοφία της ιστορίας όχι για να δώσει οριστικές απαντήσεις, αλλά για να φέρει στο φως και να διασαφηνίσει μέσα από φιλοσοφική ανάλυση πολλές από τις όψεις αυτών των θεμάτων ώστε να εκτιμήσουμε καλύτερα τα ιστοριογραφικά κείμενα, να απολαύσουμε πιο στοχαστικά τις ιστορικές αφηγήσεις και γα κατανοήσουμε πληρέστερα τις διαμάχες σχετικά με την ιστορία.
Διονύσης Σαββόπουλος
Αυτό που λέμε «Σαββόπουλος» δεν υπάρχει. Ο Σαββόπουλος είναι ένας ρόλος που τον έπλασα σιγά σιγά με τα χρόνια: Ο τύπος με τα στρόγγυλα γυαλιά, τις τιράντες, αργότερα το γενάκι, που βγαίνει στη σκηνή, φτιάχνει αυτά τα τραγούδια, κάνει σχόλια και λέει ιστορίες. Είναι ο «Σάββο», όπως τον έλεγε ο συγχωρεμένος ο Τάσος Φαληρέας. Είναι ένας άλλος. Εγώ είμαι εγώ. Χώνομαι πολλές φορές μέσα σ’ εκείνον τον άλλο. Δικός μου είναι. Χωρίς εμένα θα ήταν αέρας κοπανιστός.
Τώρα όμως τον χρειάζομαι, γιατί μεγάλωσα και θα ’θελα να δω πώς ήμουν πιτσιρίκος, πώς φέρθηκα στον επαγγελματικό μου βίο, πώς ήμουν σαν σύζυγος, πατέρας και παππούς, κι ακόμα πώς ήμουν σαν πολίτης, σαν φίλος και σαν γιος. Σ’ αυτά είναι καλός ο Σάββο. Το ’χει. Σαν ρόλος, και σουξέ είχε και πείρα διαθέτει.
Τώρα ο ρόλος θα μιλήσει για τον δημιουργό του. Ένα παιχνίδι είναι. Ένα κόλπο. Ελπίζω να το βρείτε διασκεδαστικό.
Σε αυτό το βιβλίο ο Σαββόπουλος μιλάει για τον Νιόνιο. Αυτόν ντύνεται.
Καλή ακρόαση, αγαπητοί μου, καλή ανάγνωση.
Δ.Σ.
Γκράχαμ Γκρην
Τρεις άντρες και μια γυναίκα ταξιδεύουν με το φορτηγό πλοίο “Μήδεια”, με προορισμό την Αϊτή. Ο κύριος Μπράουν, χωρίς ρίζες, χωρίς οικογένεια, χωρίς πίστη. Ιδιοκτήτης ξενοδοχείου στο Πορτ-ω-Πρενς, που το κληρονόμησε από μια σχεδόν άγνωστή του γυναίκα: τη μητέρα του. Ο κύριος και η κυρία Σμιθ, Αμερικανοί, ιδεολόγοι, σταυροφόροι της χορτοφαγίας, που πιστεύουν με πάθος και αθωότητα ότι μπορεί να εξαλείψει τη βιαιότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Και ο αξιαγάπητος κύριος Τζόουνς: Είναι πράγματι ταγματάρχης; Έχει πολεμήσει στη Βιρμανία; Ή μήπως είναι ένας ψεύτης, ένας επιτήδειος απατεώνας με σκοτεινό παρελθόν και ανεξιχνίαστες προθέσεις;
Αϊτή: η λεηλατημένη χώρα της δικτατορίας του Πάπα Ντοκ και της παραστρατιωτικής οργάνωσης των Τοντόν Μακούτ, τόπος διαφθοράς, βίας και βαρβαρότητας, όπου όλα είναι ρευστά και αβέβαια, όπως τα ορίζουν οι κυνικοί της κάθε εξουσίας, μέσα κι έξω από τη χώρα. Εδώ οι ήρωες, άλλοι στρατευμένοι κι άλλοι παθητικοί θεατές, θα παίξουν ο καθένας τον ρόλο του, μέχρι να έρθει η ώρα του θανάτου ή η ώρα της αλήθειας. Θεατρίνοι που υποδύονται τον έρωτα δίχως να τον βιώνουν πραγματικά, παίζουν με τον κίνδυνο δίχως να πιστεύουν σε έναν ανώτερο σκοπό, κοντοστέκονται στις παρυφές της ζωής κρυμμένοι πίσω από μάσκες.
Ατμόσφαιρα έντασης, στοιχεία αστυνομικού, ερωτικού και πολιτικού μυθιστορήματος, πλοκή που ξαφνιάζει, αγωνία που κορυφώνεται. Ο Γκράχαμ Γκρην καταγράφει την περιπέτεια της Αϊτής αλλά και κάθε ατομικής ύπαρξης, αποδίδοντας άλλοτε με βρετανικό φλέγμα και άλλοτε με ειρωνεία το κωμικό στοιχείο που συνοδεύει την τραγική εμπειρία, τα πολιτικά παιχνίδια, την ηθική αμφιθυμία και την αναζήτηση νοήματος μέσα στο χάος.
Συλλογικό
“Παραλογές” ονομάστηκαν από τους φιλολόγους τα τραγούδια με πλαστή, «πεποιημένη» υπόθεση. Οι παραλογές δεν μεταπλάθουν κάποιο πραγματικό γεγονός, το επινοούν· στηρίζονται αποκλειστικά στη φαντασία κι όχι στην άμεση εμπειρία.
Οι καταστάσεις που περιγράφονται υπακούουν στους νόμους της καθημερινής πραγματικότητας. Όπου συμβαίνει τίποτα πέρα από τους φυσικούς νόμους, αυτό γίνεται ακριβώς σαν θαύμα, θαύμα που το προκαλεί η υπερβολική ένταση του γεγονότος: καθώς η νόμιμη τάξη έχει διασαλευτεί στο έπακρο από τα όσα συμβαίνουν, αντιδρά η ίδια η φύση. Στο «Μάνα φόνισσα», το συκώτι του σφαγμένου παιδιού αποκτά φωνή για να καταγγείλει τη φρικτή ανομία· στο «Νεκρόφιλος έρως», όπου ο νέος «εφτά φορές αμάρτεψε με την αποθαμένη», ακούγεται το άγιο Πνεύμα που τον εκδιώκει από την εκκλησία. Στο τραγούδι «Του κολυμπητή», θα πάρει η θάλασσα φωνή για να επιτιμήσει τον τολμητία – ποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει στη μέση του πελάγους;
Στην ουσία δεν είναι παρά ο «αφηγητής» που μιλάει σε όλες τις περιπτώσεις, δανείζοντας τη φωνή του στη Φύση.
Ο πυρήνας των παραλογών είναι αναμφίβολα αρχαίος, πιθανόν και προελληνικός, πολύ συχνά και παγκόσμιος· η δομή και η μορφή τους μας οδηγούν προς μια κοινωνία πολύ πιο κοντινή: την αστική ζωή στα βενετοκρατούμενα και τα φραγκοκρατούμενα νησιά και τις παραθαλάσσιες πόλεις του 13ου ως και του 15ου αιώνα. Στην ίδια περίπου εποχή και στους ίδιους τόπους γεννήθηκαν και κυκλοφορούσαν τα έμμετρα ερωτικά μυθιστορήματα της γραπτής λογοτεχνίας, τα «Ερωτοπαίγνια» και η «Ριμάδα κόρης και νιού» – που πέρασε και στην προφορική παράδοση.
Τέλος, η έλλειψη ομοιοκαταληξίας υποδηλώνει πως η σύνθεση των παραλογών πρέπει να είχε ολοκληρωθεί πριν από τον 15ο αιώνα.