Βλέπετε 196–210 από 1114 αποτελέσματα

Λογοτεχνία

Ξένη λογοτεχνία

Φαπ

Τζιμ Ντοτζ

Ένας ιδιόρρυθμος γέρος, ο εμμονικός εγγονός του, μια αχόρταγη πάπια και εκατοντάδες παρτίδες παράνομου ουίσκι αρκούν για να συνθέσει ο Τζιμ Ντοτζ μια υπαρξιακή νουβέλα, τόσο διαχρονική και επίκαιρη, που θα σας κατασπαράξει.

«ΦΑΠαιχτο βιβλίο».

11.00

Ξένη λογοτεχνία

Ο διαχωρισμός

Κισουκίντι Νάντια-Γιάλα

Ποια τύχη μπορεί να έχει μια γυναίκα ορφανή και από τους δύο γονείς, μαύρη και νάνος, που μεγαλώνει με την εργάτρια γιαγιά της σε μια φτωχογειτονιά της επαρχίας; Στα δεκαπέντε της χρόνια, η ηρωίδα ?που δεν θα μάθουμε ποτέ το όνομά της? αφήνει τη γειτονιά που μεγάλωσε και τους ανοχύρωτους ανθρώπους της, “εκείνους που ο κόσμος θα ήθελε να εξαφανίσει”, για να αναζητήσει την οικογένεια της καρδιάς της, να βρει την ταυτότητά της, να γνωρίσει τον κόσμο. Είναι εφοδιασμένη με το χάρισμα του διαχωρισμού: η σκέψη της, παντοδύναμη, μπορεί να αποδεσμεύεται από το αδύναμο σώμα της και να ορθώνεται, ανίκητη, στις δυσκολίες. Στην περιπλάνησή της τίποτα δεν θα είναι εύκολο. Θα γνωρίσει τη δύναμη της φιλίας, αλλά θα αντιμετωπίσει και το ψέμα, την ιδιοτέλεια, την εξαπάτηση. Θα βρεθεί ανάμεσα σε ανθρώπους περιθωριακούς, τσαλακωμένους, αποσυνάγωγους, αλλά κάποτε και μαχητικούς, σε υποβαθμισμένα προάστια, σε μια κατάληψη καλλιτεχνών, σ’ ένα άθλιο ξενοδοχείο, σε μια αναρχική ουτοπική κοινότητα. Το μυθιστόρημα της Kisukidi, πολυφωνικό και βαθιά ποιητικό, περιπετειώδες και ευφρόσυνο, αναμειγνύει ιδέες και πολιτική, λόγια φαντασμάτων, παλιά παραμύθια, αρχετυπικές ιστορίες για πειρατές και παιδιά που χάνονται στο δάσος, σε μια καταιγιστική διαδοχή. Πρωτοτυπία, διαύγεια, τόλμη της γραφής, επίμονος ρεαλισμός που συνυπάρχει με μια προκλητική φαντασία, κριτική της κοινωνίας δριμεία και ποιητική. Η ηρωίδα διατρέχει “των ηττημένων τα διανυμένα χιλιόμετρα”, παρατηρεί με οξυδέρκεια, καταγράφει και καταγγέλλει ψιθυριστά ή ηχηρά, αινιγματικά ή ξεκάθαρα, και μας παρασύρει σε ένα ταξίδι όπου η τέχνη του λόγου μετουσιώνει τα καθημερινά σε μια συγκλονιστική πραγματικότητα δράσης, έντασης, φαντασίας και ονείρου.
(Α.Κ.)

17.70

Ελληνική λογοτεχνία

Ο θάνατος του συγγραφέα

Μανώλης Ανδριωτάκης

Ένας συγγραφέας ζητά από μια Τεχνητή Νοημοσύνη να του γράψει ένα μυθιστόρημα με κεντρικό ήρωα έναν συγγραφέα ο οποίος ζητά από μια Τεχνητή Νοημοσύνη να του συνθέσει το σενάριο ενός παιχνιδιού εικονικής πραγματικότητας… το οποίο εκτυλίσσεται σε ένα πριβέ και μυστηριώδες Κέντρο ευεξίας με πρωταγωνίστρια την αποξενωμένη κόρη του. Ένοχα οικογενειακά μυστικά, ματαιωμένα όνειρα, θεωρίες συνωμοσίας διαπλέκονται και αποκαλύπτονται σαν πίστες που ξεκλειδώνουν η μία μετά την άλλη θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στην επινόηση και την πραγματικότητα με μόνη σταθερά την αναζήτηση της αγάπης.

Ποιος είναι ο δημιουργός και ποιο το δημιούργημα;

16.60

Ελληνική λογοτεχνία

Το παιδί του διαβόλου

Πέτρος Τατσόπουλος

Στη χώρα όπου δημοφιλείς άγιοι, νεκροί εδώ και τρεις αιώνες, απαιτούν κάθε είκοσι πέντε χρόνια να τους αλλάζουν τα άμφια και αγράμματοι καλόγεροι συνομιλούν με σαύρες ή ρίχνουν στα σκουπίδια τον Δαρβίνο, ακόμα και η πιο παρανοϊκή τερατολογία εντάσσεται σε μια ιδιότυπη «κανονικότητα» ενώ ταυτόχρονα κάθε απόπειρα για την άρθρωση στοιχειωδώς «ορθού λόγου» αντιμετωπίζεται ως «εξωφρενική», αν όχι ως υπαγορευμένη από τον ίδιο τον Διάβολο.

Πάνω και πίσω από αυτή τη μεσαιωνική παλινδρόμηση, στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη συναίνεση των πολιτικών αρχών και τη δικαιοσύνη ηχηρά απούσα, στήνεται ένας θηριώδης «εισπρακτικός μηχανισμός» γύρω από ανεξέλεγκτα «ιερά λείψανα» κι εξόφθαλμες «απάτες θαυμάτων» με ανυπολόγιστα κέρδη. Ο Πέτρος Τατσόπουλος, δεκαοχτώ χρόνια μετά τη γλυκόπικρη Καλοσύνη των ξένων, επανέρχεται με μια αυτοβιογραφική αφήγηση υψηλής έντασης και με την ανυποχώρητη πρόθεση να πει τα πράγματα με το όνομά τους.

16.60

Ελληνική λογοτεχνία

Στο χέρι αστέρια

Τάσος Αλεξιάδης

Ένα πεταμένο γάντι βοηθά ένα παιδί να ζήσει, έστω και για λίγο, το όνειρό του· μια άνοιξη η γη γεννά έναν πέτρινο άνθρωπο· ένα παιδί επιμένει να μη μεγαλώσει γιατί δεν θέλει να ξεχάσει τα χρώματα· το πόδι της κυρίας Ευαγγελίας τρέχει μόνο του στα δάση, ντυμένο μ’ ένα καλσόν στο χρώμα του ουίσκυ· πόσες αναμνήσεις μπορεί να κρύβει μέσα του ένα σάντουιτς με τόνο;

Είκοσι πέντε διηγήματα που μιλούν με ελάχιστες λέξεις και αφοπλιστική αμεσότητα για τη σκληρότητα της παιδικής ηλικίας και των γηρατειών, για τη μνήμη, την απώλεια, τα καλοπροαίρετα και μη παιχνίδια του μυαλού, και, εν τέλει, για το πόσοι διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί να κρύβονται μέσα σε έναν και μόνο από εμάς.

12.00

Ξένη λογοτεχνία

Ζυγός

Ντον Ντελίλο

«Μια φανταστική αλλά πειστική θεωρία για τα γεγονότα που οδήγησαν στη δολοφονία του Τζον Φ. Κένεντι» (The New York Times). Ο ΝτεΛίλο συνδυάζει αληθινά και φανταστικά συμβάντα και φτιάχνει «ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα όπου μπαίνει με τόλμη στο μυαλό του Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ, του εκτελεστή του Κένεντι (Newsweek) και διηγείται την ιστορία του».
«Το πλουσιότερο και ίσως καλύτερο μυθιστόρημα του ΝτεΛίλο» (USA Today).

27.00

Συλλογικό

Μια ανθολογία διηγημάτων, από τα μέσα του 19ου αιώνα ως και τον Μεσοπόλεμο, που εξετάζει τη μορφή του αρχετυπικού κακού της ελληνικής σκοτεινής λαογραφίας: του βρυκόλακα.

Ένα σύνολο ιστοριών οι οποίες, αν διαβαστούν με σημερινά κριτήρια, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν στο λογοτεχνικό υποείδος του λαογραφικού τρόμου και που εστιάζουν στην –κατά τον Montague Summers– «παράδοση που στην Ελλάδα διατήρησε τη δύναμή της περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη», αυτή των βρυκολάκων.

Από την πρωτόλεια γραφή του Δημητρίου Αινιάνος ως το σκοτεινό χιούμορ του Ιωάννη Κονδυλάκη και τις ανατριχιαστικές διηγήσεις του Κώστα Πασαγιάννη, 13 διηγήματα που αντλούν την πρώτη τους ύλη από ένα μωσαϊκό λαογραφικών παραδόσεων από όλη την Ελλάδα.

13.00

Ελληνική λογοτεχνία

Δευτέρα παρουσία

Τζούλια Γκανάσου

Μια πόλη βομβαρδίζεται. Η δεκαεφτάχρονη Άννα και η Όλγα, η γιαγιά της, βρίσκονται στο άδειο σαλόνι του σπιτιού τους. Το κορίτσι προτείνει να φύγουν, να βρουν καταφύγιο. Η γιαγιά αρνείται. Η Άννα διαπιστώνει ότι τα πόδια της Όλγας έχουν παραλύσει. Τότε η εγγονή παίρνει τη γιαγιά στην πλάτη και βγαίνουν από το σπίτι.

Οι δύο γυναίκες σαν ένα σώμα θα έρθουν αντιμέτωπες με την αποσύνθεση ενός κόσμου, με σκιές και αγρίμια με αποκριάτικες μάσκες, με παρένθετες μητέρες και καταφύγια-φυλακές, με παιδομάζωμα, αλλά και με κάθε λογής όμορφα πλάσματα, προσπαθώντας να επιζήσουν.

Θα φτάσουν, άραγε, στα σύνορα; Και τι θα θυσιάσουν;

Μια ιστορία επιβίωσης σε μια βομβαρδιζόμενη χώρα. Μια περιπέτεια ενηλικίωσης στις φλόγες του πολέμου. Ένας αγώνας διεκδίκησης των πλέον δεδομένων, του νερού, της τροφής, της στέγης, της ασφάλειας, της αγάπης, και κάποιων όχι και τόσο αυτονόητων, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της ειρήνης, της ίδιας της ζωής.

Το βιβλίο είναι εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία και κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών κατοικημένων πόλεων, όπως στη Λωρίδα της Γάζας και σε άλλα σημεία του πλανήτη. Η ιστορία και τα πρόσωπα είναι προϊόντα μυθοπλασίας.

14.00

Ελληνική λογοτεχνία

Δεν θ’ αργήσω

Πέτσα Βασιλική

Λίβερπουλ, 1989-2009. Είκοσι χρόνια μετά την ποδοσφαιρική τραγωδία που συντάραξε τη Βρετανία.

Ένας άλλος κόσμος, μια άλλη ζωή. Η πόλη αναπτύσσεται δυναμικά, οι αλλοτινοί έφηβοι -η Κέισι, ο Άντι, η Τζέσικα, ο Τζον- μεγάλωσαν, άλλαξαν συνήθειες, προσαρμόστηκαν σε μια ήσυχη καθημερινότητα, απέκτησαν οικογένεια, σταθερές δουλειές. Όλοι; Όχι όλοι.

Ο κεντρικός ήρωας, ιδιοκτήτης φωτογραφείου που φυτοζωεί, αναγκάζεται να επιστρέψει νοερά στην εποχή που τα τείχη έπεφταν ή έμεναν ακλόνητα, κατά περίπτωση, για να αντιμετωπίσει τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Ένα μυθιστόρημα για το τι σημαίνει, μερικές φορές, να είσαι επιζών: να αγωνίζεσαι να προχωρήσεις μπροστά, να ξαπλώνεις κατάκοπος το βράδυ, και το επόμενο πρωί -κάθε πρωί-, ανοίγοντας τα μάτια, να συνειδητοποιείς πως δεν βρίσκεσαι ούτε βήμα μακριά. Πως είσαι ακόμα εκεί. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

14.00

Ελληνική λογοτεχνία

Καλυψώ

Δήμητρα Κολλιάκου

«Αλήθεια λέω» δοκίµασε να την πιέσει. «Υπάρχει κι άλλος κόσµος στο νησί, πέρα απ’ τον ξένο».
Αλλάζοντας φορά, η Καλυψώ έπιασε να ξετυλίγει το νήµα απ’ τον αριστερό καρπό και να το τυλίγει πίσω στο κουβάρι.
«Καλά θα κάνεις να κοιµάσαι περισσότερο» της πέταξε στο τέλος, χωρίς να την κοιτάζει.
«Και να µην ονειρεύεσαι τόσο. Τα πολλά όνειρα βλάπτουν. Κι ας µην ξεχνάµε πως µας βαραίνει και τις δυο µια κούραση αιώνων».

Έχουν περάσει αιώνες από τον απόπλου του Οδυσσέα, κι η Καλυψώ, πιστή στο όνοµά της, καλύπτει το νησί της µε την οµίχλη των πέπλων της, κρατώντας αθέατο τον κόσµο, αποµονώνοντας έτσι και τη Μελάνθη, την τελευταία δούλη που της έχει αποµείνει. Ώσπου µια µέρα φτάνει στο νησί ένας ξένος από τη σύγχρονη εποχή. Η άφιξή του θα γίνει αφορµή να ζωντανέψουν µνήµες από το παρελθόν, και να δοκιµαστεί η φιλοξενία αλλοτινών και τωρινών καιρών. Σιγά σιγά θ’ αρχίσει να βλέπει η Μελάνθη αυτά που δεν µπορεί να συγκαλύψει πια η Καλυψώ.

11.10

Ελληνική λογοτεχνία

Χωλ

Κατερίνα Χανδρινού

Το Χωλ, ιδιότυπο θρίλερ δωματίου, συνεχίζει να πραγματεύεται το θέμα του οίκου που άνοιξε με το αφήγημα, Κόρκυρα. Ο οίκος, εδώ, πρωταγωνιστεί σαν ίδρυμα και σαν τρόφιμος. Το σύγχρονο σπίτι κλείνεται στον εαυτό του και αναρωτιέται εμμονικά για την κατασκευή και τη διαρρύθμισή του. Tο χωλ εξέλιπε σταδιακά και η κατάργησή του επηρέασε τους ανθρώπους και τις μεταξύ τους σχέσεις. Στο έγκλειστο σπίτι άλλοτε απαντούν οι ένοικοι, άλλοτε διάφοροι ήχοι και τριγμοί, άλλες φορές οι ηθοποιοί των ταινιών που προβάλλονται στο άδειο του σαλόνι και κάποτε οι νεκροί αρχιτέκτονες.

10.00

Ελληνική λογοτεχνία

Αμάραντες

Δώρα Κασκάλη

Στα δεκατρία διηγήματα της τρίτης συλλογής η Δώρα Κασκάλη μιλά για γυναίκες που θέλει να παραμείνουν αμάραντες στην αναγνωστική μνήμη. Από το θηλυκό ρομπότ έως την ανοϊκή ηλικιωμένη, οι γυναίκες της θυμούνται ή προσπαθούν να ξεχάσουν, δραπετεύουν από τις έμφυλες συμβάσεις ή παραδίδονται στην αδράνεια και τη σιωπή, αντιμετωπίζουν στωικά την αναπηρία, αναμετρώνται με το τραύμα της απώλειας, επαναστατούν κόντρα στη ρουτίνα και τις κοινωνικές κατασκευές, διεκδικούν την αγάπη και την ηδονή. Αυτές οι γυναίκες που θάλλουν για πάντα, είναι το κουράγιο της, το καθημερινό της προσφάι. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

12.00

Ελληνική λογοτεχνία

Δικά μας παιδιά

Σοφία Νικολαΐδου

Αυτή είναι η ιστορία των Δικών Μας Παιδιών, των παιδιών που μεγάλωσαν κλεισμένα στα δωμάτιά τους. Ακούν μουσική με ακουστικά, συνθέτουν beats στον υπολογιστή και γράφουν μπάρες στα τετράδιά τους. Έχουν για οικογένεια τους φίλους τους και ζουν τη ζωή τους online.

Αυτή είναι η ιστορία της δικής μας γενιάς, που πιστέψαμε πως θα γίνουμε καλύτεροι από τους γονείς μας. Και τώρα βλέπουμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν, να κάνουν τα λάθη τους, να φεύγουν μπροστά.

Φωνές και ουρλιαχτά στο γήπεδο, στη θύρα με τα θηρία. Αίμα στα πεζοδρόμια. Κρυφοί λογαριασμοί στα σόσιαλ. Συμμαθητές που δαγκώνουν σαν οχιές στα προαύλια των σχολείων. Κορίτσια που κάνουν αγορίστικα πράγματα. Μανάδες που ανησυχούν. Μανάδες που τα παρατούν. Μανάδες με κότσια. Πατεράδες που γίνονται μάνες στα ζόρικα και πατεράδες που δεν είναι εντάξει. Δυο γενιές – και γκρεμός ανάμεσα. Θα έρθει η στιγμή που θα απλώσουν το χέρι;

Αυτή είναι μια ιστορία για όσα ξέρουμε, αλλά και για όσα δεν θα μάθουμε ποτέ. Γιατί κάθε γενιά νομίζει ότι προστατεύει τα παιδιά της. Μα, αν ακούσουμε την ιστορία από την άλλη πλευρά, θα δούμε ότι και τα παιδιά προστατεύουν τους γονείς από όσα δεν θα υποψιαστούν – και ευτυχώς.

Αυτή είναι μια ιστορία για ένα ραπ συγκρότημα, για τα όνειρα που παίρνουν εκδίκηση, για τα παιδιά που έσωσε η μουσική.

Ήταν οι μέρες που βρισκόταν σε ήπια πτήση, βάδιζε λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος, τον διαπερνούσαν σαν ρεύμα οι εικόνες στον δρόμο. Ένιωθε λες και δεν είχε δέρμα. Οι ρίμες αιωρούνταν, έμοιαζαν με κομμένα καλώδια σε στύλο της ΔΕΗ, πετούσαν σπίθες. Κι αυτός περίμενε ώσπου δεν άντεχε άλλο, ώσπου ό,τι έβραζε εντός του τίναζε επιτέλους το καπάκι. Μόνο τότε άνοιγε το μπλοκάκι του. Οι λέξεις γλιστρούσαν κι ο Κωστής σέρφαρε στον ρυθμό τους. Ο πρώτος στίχος ήταν πάντα η σανίδα του, τον οδηγούσε. Όλα του άρεσαν κι ύστερα όλα του βρομούσαν, έγραφε, έσβηνε, ξαναγυρνούσε στα σβησμένα, τη δεύτερη φορά πιο σίγουρος ότι ήταν για πέταμα. Απόσπασμα από το βιβλίο

17.70

Ελληνική λογοτεχνία

In God we trust

Μαρία Μανωλέλη

Με λες φτωχοδιάβολο, weirdo, τσουλίτσα, φουκαρά, καμένο χαρτί. Καταναλώνω τσάμπα οξυγόνο μού είπες, ενώ ήμουν ξαπλωμένος μπρούμυτα και μου περνούσες χειροπέδες. Αναρωτιέσαι κι εσύ σε τι χρησιμεύω. Θες να σου πω; Σε κάνω να νιώθεις καλύτερα για τον εαυτό σου. Έχω ρίξει τον πήχη τόσο χαμηλά που με προσπερνάς και νιώθεις σένιος. Τα έχεις καταφέρει. Δεν είσαι εγώ, δεν σε πετάνε έξω από τα μπαρ, δεν είσαι κλεφτρόνι να σε συλλαμβάνουν μέρα μεσημέρι καταμεσής του δρόμου, εσύ κλέβεις αλλιώς. Όμως, σου παρέχω θέαμα, παραδέξου το. Σε έχω δει τόσες φορές να με κοιτάς με αηδία και οργή. Σε έχω δει κι εσένα που με κοιτάς με συμπόνια λέγοντας Oh my God και αηδίες. Λες και με νοιάζει. Είκοσι ζωές στη γη της αφθονίας. Είκοσι αντιήρωες, που το αμερικανικό όνειρο άφησε έξω από τις φτερούγες του, και ξεστρατισμένοι πορεύονται με δεκανίκια και τρύπιες ασπίδες. Τους μισείς θανάσιμα ή τους αγαπάς πολύ. Λες και τους νοιάζει.

12.90

Ελληνική λογοτεχνία

Θηρία ανήμερα

Χαριτίνη Ξύδη

«Ο λόγος για τον οποίο έγινα συγγραφέας είναι τα ψηλά τακούνια που πάντοτε φορώ, και την ισορροπία πάνω τους καθώς και τη μύηση στην «ιδέα» τους μου τη δίδαξε η θεία μου η Σοφία, μία από τις μεγαλύτερες αδελφές της μητέρας μου. Το βράδυ που γλίστρησα εξαιτίας τους, πατώντας ένα γαρύφαλλο σε σκυλάδικο της Λάρισας, και γκρεμίστηκα από τα ανεμοδαρμένα τους ύψη έπαθα διάστρεμμα και έτσι αναγκάστηκα να παραμείνω ολόκληρο εικοσάλεπτο οκλαδόν στο δάπεδο της πίστας, ανάμεσα σε ζαλισμένους πότες, σπασμένα πιάτα και λιμνούλες από χυμένες σαμπάνιες. Στο διάστημα που μεσολάβησε, μέχρι να σηκωθώ, κατάλαβα πως η ζωή, από την αρχή ως το φινάλε, είναι ένας ανυποχώρητος αγώνας σε ρινγκ. Μπες βγες, από μικρή, σε αυτά που οι άλλοι λένε κωλάδικα και εγώ λιμάνια, τον διακαή μου πόθο τον έφτιαξα και τον υπηρέτησα. Πενθώ εκείνους οι οποίοι καταδέχονται να ηττηθούν από τη μετριότητα και από ολοένα μικρότερα πράγματα.»

12.72