Ένα βιβλίο για τις Πρωτοπορίες, τους μόδιστρους, τις υποκουλτούρες, τα κινήματα και τις μόδες του δρόμου που διαμόρφωσαν την ενδυματολογική αισθητική του 20ού αιώνα.
Διονύσης Σαββόπουλος
Αυτό που λέμε «Σαββόπουλος» δεν υπάρχει. Ο Σαββόπουλος είναι ένας ρόλος που τον έπλασα σιγά σιγά με τα χρόνια: Ο τύπος με τα στρόγγυλα γυαλιά, τις τιράντες, αργότερα το γενάκι, που βγαίνει στη σκηνή, φτιάχνει αυτά τα τραγούδια, κάνει σχόλια και λέει ιστορίες. Είναι ο «Σάββο», όπως τον έλεγε ο συγχωρεμένος ο Τάσος Φαληρέας. Είναι ένας άλλος. Εγώ είμαι εγώ. Χώνομαι πολλές φορές μέσα σ’ εκείνον τον άλλο. Δικός μου είναι. Χωρίς εμένα θα ήταν αέρας κοπανιστός.
Τώρα όμως τον χρειάζομαι, γιατί μεγάλωσα και θα ’θελα να δω πώς ήμουν πιτσιρίκος, πώς φέρθηκα στον επαγγελματικό μου βίο, πώς ήμουν σαν σύζυγος, πατέρας και παππούς, κι ακόμα πώς ήμουν σαν πολίτης, σαν φίλος και σαν γιος. Σ’ αυτά είναι καλός ο Σάββο. Το ’χει. Σαν ρόλος, και σουξέ είχε και πείρα διαθέτει.
Τώρα ο ρόλος θα μιλήσει για τον δημιουργό του. Ένα παιχνίδι είναι. Ένα κόλπο. Ελπίζω να το βρείτε διασκεδαστικό.
Σε αυτό το βιβλίο ο Σαββόπουλος μιλάει για τον Νιόνιο. Αυτόν ντύνεται.
Καλή ακρόαση, αγαπητοί μου, καλή ανάγνωση.
Δ.Σ.
Γκράχαμ Γκριν
Η Δύναμις και η Δόξα καθιέρωσε τον Γκράχαμ Γκρην, διεθνώς, ως συγγραφέα μεγάλου διαμετρήματος. “Θεωρείται κατά γενική ομολογία το αριστούργημά του, το βιβλίο του Γκρην που χαίρει της μεγαλύτερης εκτίμησης τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς”, γράφει ο Τζον Άπνταϊκ.
Με το επιχείρημα ότι ο Καθολικός κλήρος είναι διεφθαρμένος και οπισθοδρομικός, η επαναστατική κυβέρνηση του Μεξικού, το 1924, εξαπολύει ευρείας κλίμακας διώξεις εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας που έχουν ως επακόλουθο τον πόλεμο των Cristeros. Σε ορισμένες Πολιτείες οι διωγμοί είναι ιδιαίτερα σκληροί και οι ιερείς καλούνται να αποσχηματισθούν, υπό την απειλή της θανατικής ποινής. Η δράση του μυθιστορήματος τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του 1930.
“Το κοινωνικό τοπίο είναι ένα τοπίο βίας και εγκατάλειψης. Κυρίως εγκατάλειψης, υλικής και ψυχικής. Έρημη χώρα: άδειες, παρατημένες καλύβες, εγκαταλελειμμένα σπίτια, γκρεμισμένες εκκλησίες, κουρασμένοι και παραιτημένοι άνθρωποι. Αρρώστια και θάνατος παντού. Ο Θεός φαίνεται να έχει εγκαταλείψει τα πλάσματά του. […] Σε όλη αυτή την αχανή περιοχή, τούτη την περίοδο του άγριου διωγμού, έχει απομείνει ένας μόνο ιερέας της Καθολικής Εκκλησίας. Διατρέχει την περιοχή κυνηγημένος από την αστυνομία, προσπαθώντας διαρκώς να κρυφτεί, να διαφύγει και να δραπετεύσει”, γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης.
Ο ήρωας συγκεντρώνει όλα τα μειονεκτήματα: αλκοολικός, πατέρας εξώγαμου παιδιού που το έχει εγκαταλείψει, δειλός, με πίστη κλονισμένη, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση. Και όμως, ο παπάς αυτός αρνείται να υποταγεί, μετακινείται από χωριό σε χωριό, προσπαθώντας να ξεφύγει από την καταδίωξη, φροντίζει ασθενείς, τελεί λειτουργίες, βαφτίζει παιδιά και οδηγείται στο μαρτύριο, κινούμενος από ένα ιδιότυπο αίσθημα αξιοπρέπειας. Ο Γκρην αντιπαραθέτει στον ήρωά του έναν άλλο, πολύ ισχυρό χαρακτήρα: τον επικεφαλής των διωκτικών δυνάμεων, αδιάφθορο, “ασκητή και μυστικό της Επανάστασης, που αγωνίζεται για τη συνολική καταστροφή του παλιού κόσμου της αδικίας”. Αυτός ο ιδεαλιστής με το περίστροφο “θέλει να λυτρώσει τα παιδιά από τη δυστυχία, τη φτώχια, τις προκαταλήψεις, είναι “διατεθειμένος να πραγματοποιήσει ολόκληρη σφαγή για χάρη τους”” (Στ.Ζ.) και, μολονότι επικαλείται τις αρχές της αδελφοσύνης και του Ορθού
Λόγου, βάφει τα χέρια του με αίμα.
Ο ίδιος ο Γκρην έγραψε για το Η Δύναμις και η Δόξα: “Αυτό το βιβλίο μου έδωσε τη μεγαλύτερη ικανοποίηση από όλα όσα έχω γράψει”.
Συλλογικό
“Παραλογές” ονομάστηκαν από τους φιλολόγους τα τραγούδια με πλαστή, «πεποιημένη» υπόθεση. Οι παραλογές δεν μεταπλάθουν κάποιο πραγματικό γεγονός, το επινοούν· στηρίζονται αποκλειστικά στη φαντασία κι όχι στην άμεση εμπειρία.
Οι καταστάσεις που περιγράφονται υπακούουν στους νόμους της καθημερινής πραγματικότητας. Όπου συμβαίνει τίποτα πέρα από τους φυσικούς νόμους, αυτό γίνεται ακριβώς σαν θαύμα, θαύμα που το προκαλεί η υπερβολική ένταση του γεγονότος: καθώς η νόμιμη τάξη έχει διασαλευτεί στο έπακρο από τα όσα συμβαίνουν, αντιδρά η ίδια η φύση. Στο «Μάνα φόνισσα», το συκώτι του σφαγμένου παιδιού αποκτά φωνή για να καταγγείλει τη φρικτή ανομία· στο «Νεκρόφιλος έρως», όπου ο νέος «εφτά φορές αμάρτεψε με την αποθαμένη», ακούγεται το άγιο Πνεύμα που τον εκδιώκει από την εκκλησία. Στο τραγούδι «Του κολυμπητή», θα πάρει η θάλασσα φωνή για να επιτιμήσει τον τολμητία – ποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει στη μέση του πελάγους;
Στην ουσία δεν είναι παρά ο «αφηγητής» που μιλάει σε όλες τις περιπτώσεις, δανείζοντας τη φωνή του στη Φύση.
Ο πυρήνας των παραλογών είναι αναμφίβολα αρχαίος, πιθανόν και προελληνικός, πολύ συχνά και παγκόσμιος· η δομή και η μορφή τους μας οδηγούν προς μια κοινωνία πολύ πιο κοντινή: την αστική ζωή στα βενετοκρατούμενα και τα φραγκοκρατούμενα νησιά και τις παραθαλάσσιες πόλεις του 13ου ως και του 15ου αιώνα. Στην ίδια περίπου εποχή και στους ίδιους τόπους γεννήθηκαν και κυκλοφορούσαν τα έμμετρα ερωτικά μυθιστορήματα της γραπτής λογοτεχνίας, τα «Ερωτοπαίγνια» και η «Ριμάδα κόρης και νιού» – που πέρασε και στην προφορική παράδοση.
Τέλος, η έλλειψη ομοιοκαταληξίας υποδηλώνει πως η σύνθεση των παραλογών πρέπει να είχε ολοκληρωθεί πριν από τον 15ο αιώνα.