Μια κοινωνία που αλλάζει, η καθημερινότητα, οι δρόμοι, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, η ανήσυχη νέα γενιά που αναδύεται, σαν μια νέα φωνή, μέσα από τον συνδυασμό μουσικής και κοινωνικών ανησυχιών και που συγκρούεται με το κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς· όλα περνούν μέσα από τις σκληρά ρεαλιστικές, σχεδόν γυμνές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες ενός ανθρώπου που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του βουερού ποταμιού της δεκαετίας του ’80.
Το φωτογραφικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ενώ δεν τη νοσταλγούμε, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη;».
Τον Νοέμβριο του 2020, η Ζιζέλ Πελικό κλήθηκε σε ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα και η ζωή της, όπως την ήξερε, τελείωσε. Ο επί πενήντα χρόνια σύζυγός της είχε συλληφθεί από έναν φύλακα σούπερ μάρκετ να βιντεοσκοπεί κάτω από τις φούστες γυναικών. Στον υπολογιστή του όμως υπήρχαν συνταρακτικά στοιχεία: για σχεδόν μια δεκαετία, τη νάρκωνε και τη βίαζε κρυφά, ενώ καλούσε δεκάδες αγνώστους στο σπίτι τους για να την κακοποιήσουν.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, εκείνος και άλλοι πενήντα άνδρες οδηγήθηκαν σε δίκη και το θάρρος της Ζιζέλ να παραιτηθεί από το δικαίωμα ανωνυμίας της έκανε τον γύρο του κόσμου. «Η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά», δήλωσε, δίνοντας φωνή και ελπίδα σε εκατομμύρια ανθρώπους. Τα λόγια της έγιναν σύνθημα για ριζική αλλαγή στη δημόσια στάση και στη νομοθεσία γύρω από υποθέσεις σεξουαλικής βίας.
Στο ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ η Ζιζέλ Πελικό αφηγείται την ιστορία της για πρώτη φορά όχι ως θύμα, αλλά ως μάρτυρας. Με αταλάντευτη ειλικρίνεια και συγκλονιστική χάρη, ξαναζεί τα βήματα μιας ζωής χτισμένης επί πέντε δεκαετίες· την τελευταία δεκαετία του γάμου της και την κρυφή κακοποίηση, καθώς και τη μακρά πορεία συναισθηματικής επούλωσης που ακολούθησε.
Καθώς υπερβαίνει τα αδιανόητα τραύματα του παρελθόντος, ενάντια σε κάθε πιθανότητα, αναδύεται με ανανεωμένο πάθος και σεβασμό για τη ζωή.
Μια συγκινητική μαρτυρία επιβίωσης και θάρρους και ένα αξέχαστο πορτρέτο μιας γυναίκας που έσπασε τη σιωπή και ξαναβρήκε τη φωνή της.
Τον Νοέμβριο του 2020, η Ζιζέλ Πελικό κλήθηκε σε ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα και η ζωή της, όπως την ήξερε, τελείωσε. Ο επί πενήντα χρόνια σύζυγός της είχε συλληφθεί από έναν φύλακα σούπερ μάρκετ να βιντεοσκοπεί κάτω από τις φούστες γυναικών. Στον υπολογιστή του όμως υπήρχαν συνταρακτικά στοιχεία: για σχεδόν μια δεκαετία, τη νάρκωνε και τη βίαζε κρυφά, ενώ καλούσε δεκάδες αγνώστους στο σπίτι τους για να την κακοποιήσουν.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, εκείνος και άλλοι πενήντα άνδρες οδηγήθηκαν σε δίκη και το θάρρος της Ζιζέλ να παραιτηθεί από το δικαίωμα ανωνυμίας της έκανε τον γύρο του κόσμου. «Η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά», δήλωσε, δίνοντας φωνή και ελπίδα σε εκατομμύρια ανθρώπους. Τα λόγια της έγιναν σύνθημα για ριζική αλλαγή στη δημόσια στάση και στη νομοθεσία γύρω από υποθέσεις σεξουαλικής βίας.
Στο ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ η Ζιζέλ Πελικό αφηγείται την ιστορία της για πρώτη φορά όχι ως θύμα, αλλά ως μάρτυρας. Με αταλάντευτη ειλικρίνεια και συγκλονιστική χάρη, ξαναζεί τα βήματα μιας ζωής χτισμένης επί πέντε δεκαετίες· την τελευταία δεκαετία του γάμου της και την κρυφή κακοποίηση, καθώς και τη μακρά πορεία συναισθηματικής επούλωσης που ακολούθησε.
Καθώς υπερβαίνει τα αδιανόητα τραύματα του παρελθόντος, ενάντια σε κάθε πιθανότητα, αναδύεται με ανανεωμένο πάθος και σεβασμό για τη ζωή.
Μια συγκινητική μαρτυρία επιβίωσης και θάρρους και ένα αξέχαστο πορτρέτο μιας γυναίκας που έσπασε τη σιωπή και ξαναβρήκε τη φωνή της.
Τον Νοέμβριο του 2020, η Ζιζέλ Πελικό κλήθηκε σε ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα και η ζωή της, όπως την ήξερε, τελείωσε. Ο επί πενήντα χρόνια σύζυγός της είχε συλληφθεί από έναν φύλακα σούπερ μάρκετ να βιντεοσκοπεί κάτω από τις φούστες γυναικών. Στον υπολογιστή του όμως υπήρχαν συνταρακτικά στοιχεία: για σχεδόν μια δεκαετία, τη νάρκωνε και τη βίαζε κρυφά, ενώ καλούσε δεκάδες αγνώστους στο σπίτι τους για να την κακοποιήσουν.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, εκείνος και άλλοι πενήντα άνδρες οδηγήθηκαν σε δίκη και το θάρρος της Ζιζέλ να παραιτηθεί από το δικαίωμα ανωνυμίας της έκανε τον γύρο του κόσμου. «Η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά», δήλωσε, δίνοντας φωνή και ελπίδα σε εκατομμύρια ανθρώπους. Τα λόγια της έγιναν σύνθημα για ριζική αλλαγή στη δημόσια στάση και στη νομοθεσία γύρω από υποθέσεις σεξουαλικής βίας.
Στο ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ η Ζιζέλ Πελικό αφηγείται την ιστορία της για πρώτη φορά όχι ως θύμα, αλλά ως μάρτυρας. Με αταλάντευτη ειλικρίνεια και συγκλονιστική χάρη, ξαναζεί τα βήματα μιας ζωής χτισμένης επί πέντε δεκαετίες· την τελευταία δεκαετία του γάμου της και την κρυφή κακοποίηση, καθώς και τη μακρά πορεία συναισθηματικής επούλωσης που ακολούθησε.
Καθώς υπερβαίνει τα αδιανόητα τραύματα του παρελθόντος, ενάντια σε κάθε πιθανότητα, αναδύεται με ανανεωμένο πάθος και σεβασμό για τη ζωή.
Μια συγκινητική μαρτυρία επιβίωσης και θάρρους και ένα αξέχαστο πορτρέτο μιας γυναίκας που έσπασε τη σιωπή και ξαναβρήκε τη φωνή της.
Στο δοκίμιο “Σώματα προς κατανάλωση, η Carol), Adams υποστηρίζει ότι στον πατριαρχικό καπιταλισμό, η βία κατά των γυναικών και η βία απέναντι στα μη ανθρώπινα ζώα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, και εδράζονται στις ίδιες πρακτικές καθυπόταξης των σωμάτων. Η «κρεατοφαγική κουλτούρα» δεν είναι απλώς μια διατροφική επιλογή αλλά μια πρακτική που εξοικειώνει το υποκείμενο με την ιδέα ότι ορισμένα σώματα είναι διαθέσιμα για κατανάλωση. Ο δισταγμός της φεμινιστικής θεωρίας να συμπεριλάβει στις αναλύσεις της την εκμετάλλευση των μη ανθρώπινων ζώων, την εγκλωβίζει σε μία συνθήκη όπου άθελά της αναπαράγει τις ίδιες καπιταλιστικές και πατριαρχικές δομές τις οποίες επιχειρεί να υπερβεί. Η Adams απευθύνει ένα ηχηρό κάλεσμα για έναν χορτοφαγικό φεμινισμό και έμπρακτη αλληλεγγύη με τα μη ανθρώπινα ζώα.
Οκτώ ιστορίες γραμμένες με τη μαεστρία του νομπελίστα J.M. Coetzee.
Οκτώ ιστορίες για την αγάπη, τον θάνατο, τα γηρατειά, τη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους, τα ζώα, τον κόσμο.
Τα διηγήματα, σε κάποια από τα οποία οι αφοσιωμένοι αναγνώστες του J. M. Coetzee θα αναγνωρίσουν μια αγαπημένη ηρωίδα του, την Ελίζαμπεθ Κοστέλο, εκπλήσσουν με την ικανότητά τους να μας αναστατώνουν και να μας κάνουν να συλλογιστούμε τις προκλήσεις που μοιραζόμαστε και οι οποίες υπερβαίνουν το ατομικό.
Ένα σκυλί που γαβγίζει σε μια καγκελόπορτα, μια ερωτική απιστία, μια γυναίκα που θέλει να γεράσει με τον δικό της τρόπο – καθένα από τα οκτώ διηγήματα μας ανατοποθετεί μπροστά στη δική μας πραγματικότητα. Κι όλα μαζί μας προτείνουν να ξανασκεφτούμε τις συνέπειες των καθημερινών μας αποφάσεων, την ηθική της σχέσης μας με τον κόσμο, την ικανότητά μας να κατανοούμε άλλα πλάσματα και να συνυπάρχουμε μαζί τους με υπευθυνότητα.
«Είναι θέμα λογικής», είπε ο Πουαρό. «Ο σκύλος σκέφτεται λογικά. Είναι έξυπνος, εξάγει λογικά συμπεράσματα σύμφωνα με τη δική του οπτική. Υπάρχουν άτομα που επιτρέπεται να μπαίνουν στο σπίτι και άλλα που δεν επιτρέπεται – αυτό ο σκύλος το μαθαίνει γρήγορα».
«Μια από τις πιο φιλόδοξες πρώιμες απόπειρες κοινωνιολογίας και το μεγαλύτερο βικτοριανό μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε ποτέ». Robert Douglas-Fairhurst, The Guardian
Το φθινόπωρο του 1849, ο Χένρι Μέιχιου στάλθηκε από την εφημερίδα Morning Chronicle να καλύψει μια σοβαρή επιδημία χολέρας στις φτωχογειτονιές του Μπέρμοντσι. Σύντομα η εφημερίδα ανακοίνωσε μια σειρά άρθρων για την κατάσταση των φτωχών εργαζομένων στην Αγγλία, και ο Mέιχιου ανέλαβε τις ανταποκρίσεις από περιοχές του Λονδίνου που, στην αντίληψη του περισσότερου κόσμου, θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στο φεγγάρι. Αργότερα ολοκλήρωσε και εξέδωσε ανεξάρτητα το έργο σε τέσσερις τόμους (περίπου δύο εκατομμύρια λέξεις, όπου σπάνια βρίσκει κανείς μια παράγραφο χωρίς εκπληκτικές πληροφορίες). Από το σύνολο αυτό έγινε η επιλογή κειμένων για τον παρόντα τόμο.
Εν μέρει πιονιέρος κι εν μέρει ανθρωπολόγος, ο Μέιχιου ήταν, όπως έλεγε ο ίδιος, ένας «ταξιδιώτης στην άγνωστη χώρα των φτωχών», που έφερνε πίσω ιστορίες ανθρώπων «για τους οποίους το κοινό γνωρίζει λιγότερα απ’ ό,τι για τις πιο απόμακρες φυλές της γης». Το βιβλίο τούς έκανε ορατούς, προσφέροντας μια κλασική περιγραφή της ζωής κάτω από το όριο της φτώχειας στη μεγαλύτερη μητρόπολη του κόσμου και μαζί ένα συναρπαστικό πορτρέτο των δραστηριοτήτων, των εισοδημάτων, των συνηθειών, των διασκεδάσεων, της εμφάνισης, της ομιλίας και του χιούμορ των πιο φτωχών εργατικών στρωμάτων την εποχή της Παγκόσμιας Έκθεσης στο Χάιντ Παρκ του Λονδίνου. Ο Μέιχιου μάς ξεναγεί στην άβυσσο, σ’ έναν κόσμο χωρίς σταθερή απασχόληση και ασφάλεια, όπου η κανονικότητα απουσιάζει και η ευημερία είναι άπιαστο όνειρο, έναν κόσμο ανέχειας και εγκληματικότητας, με χαμηλές αλλά και ασυνήθιστες δεξιότητες: από τον πλανόδιο μανάβη, τον μουσικάντη και τον ρακοσυλλέκτη μέχρι τον κουρσάρο των υπονόμων και τον κυνηγό αρουραίων…
Για να εννοήσει κανείς αυτό το περιβάλλον χρειαζόταν περιέργεια, φαντασία κι ένα διεισδυτικό βλέμμα μυθιστοριογράφου – ο Μέιχιου διέθετε και τα τρία. Παρουσιάζοντας τους φτωχούς με τις δικές τους ιστορίες και τα δικά τους λόγια, συναγωνιζόταν τον σύγχρονό του Ντίκενς, λες κι αναζητούσε ανθρώπους που είχαν ξεπηδήσει από τις σελίδες εκείνου στην πραγματική ζωή. Γι’ αυτό και λογοτέχνες από τον Κίνγκσλεϊ μέχρι τον Λάρκιν αναγνώρισαν ότι ο Μέιχιου δεν ήταν απλώς ένας φιλοπερίεργος ρεπόρτερ, αλλά κι ένας ταλαντούχος αφηγητής, και το έργο του μια πρωτότυπη άσκηση στην υβριδική εκείνη μορφή λόγου μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας.
Σε αυτές τις συνεντεύξεις, συγκεντρωµένες από όλη τη διάρκεια της µυθικής καριέρας του -συµπεριλαµβανοµένης της πρώτης του σε ηλικία δεκαέξι ετών, αλλά και της τελευταίας του, δεκαετίες µετά-, ο Ντέιβιντ Μπόουι µιλά για τα παιδικά του χρόνια στους δύσκολους δρόµους του Νότιου Λονδίνου, τη σύνθεση τραγουδιών, τις καταχρήσεις, την επιρροή του Άντι Γουόρχολ, τη σεξουαλικότητα, τις ταινίες του, τη µόδα, τη συνεργασία του µε τον Μπράιαν Ίνο, τη φιλία του µε τον Τζον Λένον και πολλά άλλα.
Εύστροφος στον λόγο του και µε το εκλεπτυσµένο, σαρκαστικό, αγγλικό χιούµορ του πάντα σε ετοιµότητα, ο Μπόουι αποδεικνύει µέσα από τις συνεντεύξεις του γιατί θεωρούνταν πάντα µπροστά από την εποχή του – τόσο στην καλλιτεχνική δηµιουργία όσο και στον κοινωνικό σχολιασµό.
Χάνα Άρεντ, Σιμόν ντε Μποβουάρ, Άιν Ραντ, Σιμόν Βέιλ: Τέσσερις γυναίκες, τέσσερις από τις επιδραστικότερες μορφές της φιλοσοφίας του 20ού αιώνα, που μέσα στο χάος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έβαλαν τα θεμέλια για μια πραγματικά ελεύθερη και χειραφετημένη κοινωνία.
Από το 1933 έως το 1943, τα χρόνια που αποτελούν το πιο ζοφερό κεφάλαιο της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, οι τέσσερις αυτές οραματίστριες αντιτάσσουν στην καταστροφή τις πρωτοποριακές ιδέες τους για τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία, του άντρα με τη γυναίκα, του Θεού με τον άνθρωπο, για την έννοια του φύλου, της ταυτότητας, της ελευθερίας. Πρόσφυγες, ακτιβίστριες, αντιστασιακές, χαράζουν τις περιπετειώδεις διαδρομές τους από το Λένινγκραντ του Στάλιν στο Χόλιγουντ, από το Βερολίνο του Χίτλερ και το κατεχόμενο Παρίσι στη Νέα Υόρκη. Οι ζωές τους γίνονται φιλοσοφία εν δράσει και αποτελούν ένα εντυπωσιακό τεκμήριο της απελευθερωτικής δύναμης της σκέψης.
Ένα σπουδαίο βιβλίο για τέσσερις παγκόσμιες προσωπικότητες που, στην άκρη της αβύσσου του 20ού αιώνα, ενσάρκωσαν με παραδειγματικό τρόπο το νόημα του να ζεις πραγματικά ελεύθερα. Και καθόρισαν με την επαναστατική σκέψη τους το παρόν μας και το μέλλον μας.
Μια πολύχρωμη, πολυπρόσωπη και αναπάντεχη τοιχογραφία της «χουντικής επταετίας» 1967-1974, ένα συναρπαστικό χρονικό μιας μεγάλης πολιτιστικής έκρηξης που ήταν ταυτόχρονα κι ένας απρόσμενος θρίαμβος της ανθρώπινης δημιουργικότητας πάνω στην ανελευθερία. To Big Bang περιγράφει με μυθιστορηματικό τρόπο το πως συναντήθηκαν, εκτοξεύθηκαν και συντονίστηκαν δεκάδες δημιουργικές τροχιές, πλάθοντας ένα καινούργιο και συνάμα συγκλονιστικό κόσμο που παραμένει ξεχασμένος και παρεξηγημένος στη συλλογική μας συνείδηση. Καρπός συστηματικής και πολυδιάστατης έρευνας που συνδυάζει εργαλεία όπως η ιστορική και πολιτική ανάλυση, η πολυφωνική διήγηση και η βιογραφική προσέγγιση, διεμβολίζει επίμονα στερεότυπα και απομυθοποιεί μια κομβική περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, στρέφοντας το βλέμμα μας από το καθεστώς στην κοινωνία.
Πώς γίνεται να ανθεί ο πολιτισμός μέσα στα «μαύρα» χρόνια της δικτατορίας; Πώς μπορεί μια εποχή που έχει καταγραφεί στη συλλογική μας συνείδηση ως ένας «εφιαλτικός πολιτιστικός χειμώνας» να υπήρξε στην πραγματικότητα τόσο πολύχρωμη και φωτεινή; Πως συμβιβάζεται η λογοκρισία με την δημιουργία; Πώς είναι δυνατό να εξακολουθούμε να αποτιμούμε αυτή την εποχή τόσο στρεβλά; Γιατί διαγράφηκε από τη μνήμη μας; Εντέλει τι κουβαλάμε ακόμη μέσα μας από την εποχή εκείνη; Το Big Bang προσφέρει απαντήσεις σε αυτά και σε πολλά άλλα ερωτήματα, διορθώνοντας παράλληλα μια μεγάλη ιστορική αδικία.
Ένα βιβλίο που θα ξαφνιάσει, θα σοκάρει ίσως, θα ταράξει, θα συζητηθεί και θα εμπνεύσει.
Ο Σεφέρης δεν διευκόλυνε το έργο του βιογράφου του. Έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να διαχωρίσει την ταυτότητα του ποιητή και του ανθρώπου των γραµµάτων από εκείνη του ανώτατου δηµοσίου υπαλλήλου. Από τα είκοσι ως τα εξήντα του χρόνια, παραπονιόταν ότι υπήρξε ο «υπηρέτης των δυο αφεντάδων». Από τον καιρό που εξέδωσε τον πρώτο τόµο των ποιηµάτων του, µοίρασε τον εαυτό του σε δύο δηµόσια προσωπεία: το όνοµα «Σεφέρης» είναι ένα λογοτεχνικό ψευδώνυµο, προφανώς συγγενές αλλά και διακριτέο ταυτόχρονα από το «Σεφεριάδης», το οικογενειακό όνοµα του διπλωµάτη. Η ιστορία της ζωής του Σεφέρη είναι η ιστορία αυτής της διχασµένης προσωπικότητας. Γράφοντας το βιβλίο αυτό, κράτησα εσκεµµένα την ακόλουθη στάση: η βιογραφία αυτή δεν είναι η ιστορία του ποιητή «Σεφέρη» ή του διπλωµάτη «Σεφεριάδη», αλλά αντίθετα, και όσο είναι δυνατόν να την ανασυνθέσει κανείς, η ιστορία του ανθρώπου που ήταν και τα δύο. Για τον λόγο αυτό, στα κεφάλαια που ακολουθούν τον αποκαλώ µε το µικρό του όνοµα: Γιώργος. R.B.
Μπορεί κανείς να εγκαταλείψει τον πατέρα και τη μητέρα του; Μπορεί να κλείσει την πόρτα πίσω του, να κατέβει τις σκάλες και να αποφασίσει πως δεν θέλει να τους ξαναδεί ποτέ πια;
Δέκα χρόνια μετά την απόδρασή του από μια τοξική και βίαιη οικογένεια, ένας γιος καταγράφει τις δύσκολες αναμνήσεις του. Η επώδυνη μα και λυτρωτική αυτή αναδρομή ζωντανεύει το πορτρέτο μιας μητέρας καταδικασμένης να ζει στην αφάνεια κι ένα ύπουλο, ασφυκτικό πατριαρχικό καθεστώς.
Ένα βιβλίο για την ενηλικίωση και την τυραννία της μνήμης, που ανατέμνει τον ολοκληρωτισμό της οικογένειας όσο κανένα άλλο. Μια ιστορία που πληγώνει, αφοπλίζει και ξεγυμνώνει με την αλήθεια της.
«Με φωνή αμείλικτη και εκλεπτυσμένη, ο Andrea Bajani φυτεύει μια νάρκη κάτω από την εικόνα μιας οικογένειας. Και την αφήνει να εκραγεί στο πιο αληθινό του βιβλίο».
— Donatella Di Pietrantonio
Τον Νοέμβριο του 2020, η Ζιζέλ Πελικό κλήθηκε σε ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα και η ζωή της, όπως την ήξερε, τελείωσε. Ο επί πενήντα χρόνια σύζυγός της είχε συλληφθεί από έναν φύλακα σούπερ μάρκετ να βιντεοσκοπεί κάτω από τις φούστες γυναικών. Στον υπολογιστή του όμως υπήρχαν συνταρακτικά στοιχεία: για σχεδόν μια δεκαετία, τη νάρκωνε και τη βίαζε κρυφά, ενώ καλούσε δεκάδες αγνώστους στο σπίτι τους για να την κακοποιήσουν.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, εκείνος και άλλοι πενήντα άνδρες οδηγήθηκαν σε δίκη και το θάρρος της Ζιζέλ να παραιτηθεί από το δικαίωμα ανωνυμίας της έκανε τον γύρο του κόσμου. «Η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά», δήλωσε, δίνοντας φωνή και ελπίδα σε εκατομμύρια ανθρώπους. Τα λόγια της έγιναν σύνθημα για ριζική αλλαγή στη δημόσια στάση και στη νομοθεσία γύρω από υποθέσεις σεξουαλικής βίας.
Στο ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ η Ζιζέλ Πελικό αφηγείται την ιστορία της για πρώτη φορά όχι ως θύμα, αλλά ως μάρτυρας. Με αταλάντευτη ειλικρίνεια και συγκλονιστική χάρη, ξαναζεί τα βήματα μιας ζωής χτισμένης επί πέντε δεκαετίες· την τελευταία δεκαετία του γάμου της και την κρυφή κακοποίηση, καθώς και τη μακρά πορεία συναισθηματικής επούλωσης που ακολούθησε.
Καθώς υπερβαίνει τα αδιανόητα τραύματα του παρελθόντος, ενάντια σε κάθε πιθανότητα, αναδύεται με ανανεωμένο πάθος και σεβασμό για τη ζωή.
Μια συγκινητική μαρτυρία επιβίωσης και θάρρους και ένα αξέχαστο πορτρέτο μιας γυναίκας που έσπασε τη σιωπή και ξαναβρήκε τη φωνή της.
Μια πολύχρωμη, πολυπρόσωπη και αναπάντεχη τοιχογραφία της «χουντικής επταετίας» 1967-1974, ένα συναρπαστικό χρονικό μιας μεγάλης πολιτιστικής έκρηξης που ήταν ταυτόχρονα κι ένας απρόσμενος θρίαμβος της ανθρώπινης δημιουργικότητας πάνω στην ανελευθερία. To Big Bang περιγράφει με μυθιστορηματικό τρόπο το πως συναντήθηκαν, εκτοξεύθηκαν και συντονίστηκαν δεκάδες δημιουργικές τροχιές, πλάθοντας ένα καινούργιο και συνάμα συγκλονιστικό κόσμο που παραμένει ξεχασμένος και παρεξηγημένος στη συλλογική μας συνείδηση. Καρπός συστηματικής και πολυδιάστατης έρευνας που συνδυάζει εργαλεία όπως η ιστορική και πολιτική ανάλυση, η πολυφωνική διήγηση και η βιογραφική προσέγγιση, διεμβολίζει επίμονα στερεότυπα και απομυθοποιεί μια κομβική περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, στρέφοντας το βλέμμα μας από το καθεστώς στην κοινωνία.
Πώς γίνεται να ανθεί ο πολιτισμός μέσα στα «μαύρα» χρόνια της δικτατορίας; Πώς μπορεί μια εποχή που έχει καταγραφεί στη συλλογική μας συνείδηση ως ένας «εφιαλτικός πολιτιστικός χειμώνας» να υπήρξε στην πραγματικότητα τόσο πολύχρωμη και φωτεινή; Πως συμβιβάζεται η λογοκρισία με την δημιουργία; Πώς είναι δυνατό να εξακολουθούμε να αποτιμούμε αυτή την εποχή τόσο στρεβλά; Γιατί διαγράφηκε από τη μνήμη μας; Εντέλει τι κουβαλάμε ακόμη μέσα μας από την εποχή εκείνη; Το Big Bang προσφέρει απαντήσεις σε αυτά και σε πολλά άλλα ερωτήματα, διορθώνοντας παράλληλα μια μεγάλη ιστορική αδικία.
Ένα βιβλίο που θα ξαφνιάσει, θα σοκάρει ίσως, θα ταράξει, θα συζητηθεί και θα εμπνεύσει.
Παιδιά, γονείς, αλεπούδες, σπουργίτια, χωράφια, άγιοι. Δώδεκα διηγήματα, καρποί μιας κερασιάς που ανθίζει κάτω απ’ το νερό.
Μετά το εμβληματικό Αστείο, ο Παλαβός στρέφει το συγγραφικό του ιδίωμα προς την κατεύθυνση ενός άλλοτε τρυφερού και άλλοτε σκληρού ρεαλισμού, σε μια συλλογή με κοινό παρονομαστή την εντοπιότητα, το παιδικό βλέμμα, τη φύση και τη βία. Το Παιδί κυκλοφόρησε το 2023 στα σουηδικά σε μετάφραση του Γιαν Χένρικ Σβαν –Σουηδού μεταφραστή της Όλγκα Τοκάρτσουκ– και το 2025 στα γαλλικά (μετάφραση: Αν Λορ Μπριζάκ).
Καλοκαίρι του 1975. Όταν η ομαδάρχισσα της κατασκήνωσης Έμερσον ανακαλύπτει πως η δεκατριάχρονη Μπάρμπαρα Βαν Λάαρ δεν κοιμήθηκε στην κουκέτα της, μια αγωνιώδης αναζήτηση ξεκινά. Η αγνοούμενη είναι κόρη της πλούσιας οικογένειας στην οποία ανήκει η κατασκήνωση καθώς και η αδιαπέραστη δασική έκταση που την περιβάλλει. Και αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ένα παιδί των Βαν Λάαρ εξαφανίζεται. Το 1961, o οκτάχρονος αδερφός της Μπάρμπαρα, Μπέαρ, είχε χαθεί και εκείνος χωρίς ίχνος. Μπορεί η ιστορία να επαναληφθεί με τόσο ανατριχιαστικά όμοιο τρόπο; Μπορούν τα θαμμένα μυστικά της οικογένειας Βαν Λάαρ και των ανθρώπων που εργάζονται γι’ αυτή να μείνουν κρυμμένα για πάντα;
Ένα καταιγιστικό, πολυεπίπεδο θρίλερ για την οικογενειακή ενοχή, το βάρος της κληρονομιάς, την αγωνία της ενηλικίωσης αλλά και τις δεύτερες ευκαιρίες.
«Στην αρχή δυσκολεύεσαι να το αφήσεις από τα χέρια σου. Μετά τη σελίδα 200 είναι απλώς αδύνατο». —Stephen King
Ιούλιος του 1962. Ο Έντουαρντ και η Φλόρενς, δύο αθώοι νεαροί νιόπαντροι, φτάνουν στο ξενοδοχείο τους στην ακτή του Ντόρσετ. Καθώς δειπνούν στα δωμάτιά τους, παλεύουν να καταπνίξουν τους κρυφούς τους φόβους για τη γαμήλια νύχτα που έρχεται… Το Στην ακτή είναι ένα ακόμη αριστούργημα από τον Ίαν ΜακΓιούαν – μια ιστορία για το πώς μπορούν ολόκληρες ζωές να μεταμορφωθούν από μια χειρονομία που δεν έγινε ή μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ.
«Μετά την Εξιλέωση και το Σάββατο, που θεωρήθηκαν τα “μεγάλα” σύγχρονα βρετανικά μυθιστορήματα (μαζί με τα πρώτα του Μάρτιν Έιμις και του Γκρέιαμ Σουίφτ), ο Ίαν ΜακΓιούαν υπογράφει ένα σύντομο, αλλά όχι λιγότερο “μεγάλο” αφήγημα, που θυμίζει τις καλύτερες σελίδες της Ήντιθ Γουόρτον».
Οι Αναχωρήσεις είναι ένα έργο μυθοπλασίας – αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι αληθινό.
Είναι η ιστορία του Στίβεν και της Τζιν, που ερωτεύονται όταν είναι νέοι και ξαναβρίσκονται όταν είναι γέροι.
Είναι η ιστορία ενός γέρικου Τζακ Ράσελ ονόματι Τζίμι, που αγνοεί την ίδια του τη θνητότητα.
Είναι επίσης η ιστορία του πώς το σώμα μάς απογοητεύει λόγω ηλικίας, ασθένειας, ατυχήματος ή πρόθεσης και του πώς οι εμπειρίες ξεθωριάζουν, γίνονται ανέκδοτα και στη συνέχεια αναμνήσεις. Έχει τελικά σημασία αν αυτό που θυμόμαστε συνέβη πραγματικά; Ή παίζει ρόλο μόνο το ότι ήταν αρκετά σημαντικό ώστε να το θυμόμαστε;
Οι Αναχωρήσεις είναι ένα έργο που ξεκινά στο τέλος της ζωής, μα δεν τελειώνει εκεί. Πραγματεύεται τα μόνα πράγματα που έχουν στ’ αλήθεια σημασία: πώς βρίσκουμε την ευτυχία σ’ αυτή τη ζωή και πότε είναι η ώρα να πούμε αντίο.
Λένε ότι, καθώς γερνάμε, οι ξεχασμένες αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια επανέρχονται, ενώ την ίδια στιγμή η επαφή με το μεσαίο κομμάτι της ζωής μας εξασθενεί. Αυτό δεν μου έχει συμβεί ακόμη, αλλά μπορώ να φανταστώ πώς εξελίσσεται το φαινόμενο καθώς τα γηρατειά παίρνουν το πάνω χέρι. Ο νοητικός μας χώρος καταλαμβάνεται από ζωντανές σκηνές του παρελθόντος, ακολουθεί ένα μεγάλο κενό και, τέλος, παίρνει θέση ένα απτό, ασήμαντο παρόν καθώς επαναλαμβανόμενες ημέρες και επαναλαμβανόμενες περίοδοι σύγχυσης περνούν σαν διαβατάρικα σύννεφα. Με άλλα λόγια, η ζωή του καθενός μας θα συρρικνωθεί σε μια ιστορία με μια μεγάλη τρύπα στη μέση. (Απόσπασμα από το βιβλίο)
Η ιδέα του βιβλίου με την ιστορία της ταινίας “Singapore Sling” προέκυψε κυρίως λόγω του διαρκούς ενδιαφέροντος και της μεγάλης απήχησης του κοινού στις προβολές της ταινίας (καθώς και τις συνεχείς πωλήσεις του DVD) σε χώρες όπως η Γαλλία ή η Αμερική και φυσικά στην Ελλάδα, όπου προβάλλεται διαρκώς σε φεστιβάλ κινηματογράφου, αφιερώματα, εκδηλώσεις και δράσεις, όπως στη «Χαμένη Λεωφόρο του Ελληνικού Σινεμά», τις «Νύχτες Πρεμιέρας» κ.α.
Την επιμέλεια της έκδοσης της Restless Wind –εταιρείας του Συμεών Νικολαΐδη-, ανέλαβαν η σύντροφος και συνεργάτης του Ν.Ν., σκηνογράφος-ενδυματολόγος Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου Νικολαΐδου και ο γιος του Συμεών Νικολαΐδης. Τον γραφιστικό σχεδιασμό υπογράφει ο Πάνος Κασιάρης.
Κείμενα ειδικά για την έκδοση έγραψαν ο σκηνοθέτης Αλέξης Αλεξίου και ο σκηνοθέτης/μουσικός Αλέξανδρος Βούλγαρης/The Boy.
Το βιβλίο περιλαμβάνει το σενάριο της ταινίας, το οποίο αναζητούσαν συχνά νέα παιδιά και φοιτητές κινηματογραφικών σχολών -για πρώτη φορά μαζί με τις κομμένες σκηνές.
Περιλαμβάνει επίσης το ημερολόγιο της δημιουργίας της ταινίας, γραμμένο από την Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου Νικολαΐδου, φωτογραφίες από τις πρόβες, τα γυρίσματα και το έργο, δημοσιεύματα, αφηγήσεις, συνεντεύξεις και κείμενα του σκηνοθέτη και των πρωταγωνιστών, κριτικές και άρθρα από τις πρώτες φεστιβαλικές μέρες έως τις σύγχρονες επετειακές προβολές: όλα συνθέτουν ένα βιβλίο-μύηση στο μοναδικό νικολαϊδικό σύμπαν που παραμένει πάντα ανοιχτό.
Όλοι είμαστε καλλιτέχνες! Αυτό πιστεύει η Τζούλια Κάμερον, συγγραφέας του παγκόσμιου bestseller Ο Δρόμος του Καλλιτέχνη. Ζωγραφική, μουσική, λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφος, χορός… Όποιο κι αν είναι το καλλιτεχνικό πάθος σου, το βιβλίο αυτό διαθέτει τη σοφία, τη γνώση και τα εργαλεία που χρειάζεσαι για να ανακαλύψεις και να ξεκλειδώσεις τον δημιουργικό εαυτό σου.
Ο Δρόμος του Καλλιτέχνη είναι μια συναρπαστική και αποτελεσματική μέθοδος δώδεκα εβδομάδων, η οποία θα σου διδάξει πώς:
Να ακολουθήσεις το προσωπικό σου μονοπάτι στο ταξίδι για τη δημιουργικότητα.
Να γκρεμίσεις τα φράγματα που μπλοκάρουν την ενέργειά σου ώστε να βρει τρόπο έκφρασης.
Να χρησιμοποιήσεις τα ταλέντα σου με όποιον τρόπο επιθυμείς.
Να μάθεις ότι ποτέ δεν είναι αργά για να αρχίσεις να πραγματοποιείς τα όνειρά σου.
Ο Δρόμος του Καλλιτέχνη ρίχνει φως στα μυστικά της δημιουργικής διαδικασίας και σου δείχνει πώς να την εντάξεις στην καθημερινότητά σου. Με την καθοδήγηση της Κάμερον θα μάθεις επίσης να δαμάζεις τον εσωτερικό κριτή σου και να διαλύεις τις αμφιβολίες σχετικά με τον χρόνο, τα χρήματα και την υποστήριξη που χρειάζεσαι για να κυνηγήσεις το όνειρό σου. Έχει βοηθήσει σημαντικούς σκηνοθέτες, συγγραφείς, ηθοποιούς, ζωγράφους και χιλιάδες άλλους ανθρώπους να ανακαλύψουν τα κρυμμένα τους ταλέντα – ίσως να βοηθήσει κι εσένα.
Βερολίνο 1940. Τα γερμανικά στρατεύματα έχουν κατακτήσει τη Γαλλία και ο ναζισμός περνά μέρες δόξας. Πίσω όμως από τη θριαμβευτική πρόσοψη, κρύβονται η αθλιότητα και ο τρόμος. Σε μια λαϊκή πολυκατοικία της οδού Γιαμπλόνσκι, διώκτες και διωκόμενοι συγκατοικούν. Είναι η κυρία Ρόζενταλ, Εβραία, την οποία καταδίδουν (και καταληστεύουν) οι γείτονές της. Είναι ο Μπαλντούρ Περζίκε, ομαδάρχης της Χιτλερικής Νεολαίας που τρομοκρατεί την ίδια του την οικογένεια. Είναι οι Κβάνγκελ που, απελπισμένοι από τον θάνατο του γιου τους στο μέτωπο, διανέμουν προκηρύξεις εναντίον του Χίτλερ. Με ρεαλισμό και ειλικρίνεια ο Φάλαντα περιγράφει την καθημερινή ζωή των Γερμανών πολιτών, Εβραίων και μη, και την αντίσταση που πρόβαλαν στον ναζισμό κάποιοι -λίγοι- συνηθισμένοι άνθρωποι. Ο Πρίμο Λέβι χαρακτήρισε το “Μόνος στο Βερολίνο” ένα από τα ωραιότερα βιβλία για τη γερμανική αντίσταση κατά του ναζισμού. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Η διεθνής μπεστ σέλερ συγγραφέας Florence Given θέλει να αποκαταστήσει την επιθυμία σου για ζωή και την αίσθηση της αυτονομίας, δίνοντάς σου θάρρος να πλησιάσεις την υπέροχη ζωή που ΑΞΙΖΕΙΣ –όχι στο μέλλον, όχι όταν είσαι τέλεια, όχι όταν είσαι πιο όμορφη– αλλά ακριβώς ΤΩΡΑ.
Το βιβλίο Γυναίκες που ζουν απολαυστικά θα προσπαθήσει να ξεθάψει τα στρώματα ντροπής, τελειομανίας και αυτο-αντικειμενοποίησης που φορτώνει τις γυναίκες η πατριαρχία, να γκρεμίσει παγιωμένες πεποιθήσεις ώστε να ανακαλύψουν οι γυναίκες την απολαυστική ζωή που τους αξίζει.
Για πολύ καιρό έχουμε εσωτερικεύσει την πεποίθηση ότι το σώμα μας είναι κάτι που πρέπει να κοιτάμε – αντί να το ζούμε. Ότι είναι ντροπή να εκφραζόμαστε ελεύθερα. Ότι δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τα μέρη του εαυτού μας που είναι τόσο γεμάτα επιθυμία.
Το ΓΡAΜΜΑ ΣΤOΝ AΔΕΛΦO ΓΙΩΡΓΟ IΩΑΝΝΟΥ ΠΟY ΛΕΙΠΕΙ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤHΝ ΓΚΛΑΒΑΝH είναι ανοιχτή επιστολή και παράλληλα τιμητική αναφορά του Θωμά Κοροβίνη, ενός από τους επιγόνους του, στην προσωπικότητα και στο έργο του εμβληματικού ιδιοσυγκρασιακού δημιουργού που άφησε το ισχυρό αποτύπωμά του (τη «στάμπα» του, όπως θα ’λεγε ο ίδιος) στα γράμματά μας. Έχοντας συνομιλήσει μοναδικά με αντιπροσωπευτικές πτυχές του παλίμψηστου της ιστορίας και της ανθρωπογεωγραφίας της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας του πρόσφατου παρελθόντος, ο Ιωάννου, σαράντα χρόνια μετά το χαμό του, παραμένει με το πολυσχιδές έργο του εξαιρετικός διαχρονικός ανθρωπογνώστης και δάσκαλος της ζωής.
Όταν, σε επιστολή που του έστειλε, ο απελεύθερος Ήλιος τού έγραψε ότι τα θέματα της Ρώμης καθιστούν αναγκαία την παρουσία του, ο Νέρωνας του απάντησε από την Ελλάδα: «Αν και αυτή είναι η συμβουλή σου, και η ευχή σου είναι να επιστρέψω γρήγορα, θα έπρεπε μάλλον να με συμβουλεύεις και να εύχεσαι να επιστρέψω αντάξιος του Νέρωνα».
Το βιβλίο αποσκοπεί κυρίως στο να φωτίσει τη δράση ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα που η αλληλεπίδρασή του με τον ελλαδικό χώρο υπήρξε έντονη και ιδιαίτερη. Διαβόητος στο ευρύ κοινό ως παράφρων και εμπρηστής της Ρώμης, ο Νέρωνας έχει δημιουργήσει τον δικό του μύθο, που μέχρι σήμερα επιβάλλεται στα ιστορικά γεγονότα και τα επικαλύπτει. Το βιβλίο επανεξετάζει τη σύνδεση του αυτοκράτορα με την Ελλάδα (ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας) και το ταξίδι του εκεί, το οποίο χαρακτηρίστηκε από γεγονότα που σημάδεψαν την ηγεμονία του: Ο Νέρωνας συμμετείχε στους μεγάλους πανελλήνιους αγώνες ως κιθαρωδός, ηθοποιός, αρματηλάτης και κήρυκας. Επίσης, άρπαξε λαμπρά έργα τέχνης, αποπειράθηκε να διανοίξει τον Ισθμό της Κορίνθου και χάρισε την ελευθερία σε ολόκληρη την επαρχία· ενέργειες πρωτόγνωρες, αντιφατικές, που εξάπτουν την περιέργεια ως προς τα κίνητρα και τους σκοπούς τους. Μπορεί άραγε, πέρα από την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του αυτοκράτορα, η δραστηριότητα του Νέρωνα στην ελληνική περιοδεία του να ενταχθεί σε ένα συνεκτικό πλαίσιο ή τουλάχιστον να ερμηνευτεί λογικά;
Γιατί δεν μπορούμε να φτιάξουμε έναν σύγχρονο και ασφαλή σιδηρόδρομο; Γιατί αυτός χρεοκοπεί μία φορά σε κάθε γενιά, εδώ και 100 χρόνια; Γιατί οι σιδηρόδρομοί μας είναι μετέωροι, την ώρα που σε όλον τον πλανήτη θριαμβεύουν;
Σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει το βιβλίο που κρατάτε, μέσα από μία έρευνα που αναδεικνύει από τη λήθη τα αρχεία των συγκοινωνιών της Ελλάδας και φέρνει αποκαλύψεις, ξεχασμένες (ή και επιμελώς κρυμμένες), για δεκαετίες τώρα σε σκονισμένους φακέλους, φωτίζοντας την αθέατη πραγματική ιστορία του ελληνικού σιδηρόδρομου.
Πως γλίτωσαν από τη χρεοκοπία από οι Σιδηρόδρομοι του Ελληνικού Κράτους (ΣΕΚ); Τι σχέση είχε ο σιδηρόδρομος με τον λιγνίτη; Και τι δουλειά είχε το Γ’ Ράιχ με το Ελληνικό Υπουργείο Σιδηροδρόμων; Γιατί οι Γερμανοί τον κατέστρεψαν, αποχωρώντας από την Ελλάδα; Πως έγινε η συγκοινωνιακή ανασυγκρότηση με ελάχιστα κεφάλαια; Μήπως ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ένας πόλεμος συγκοινωνιακός; Με τί τραβούσαν τα μαλλιά τους οι Αμερικανοί του Σχεδίου Μάρσαλ; Γιατί ο Καραμανλής έλεγε ότι το υπουργείο Μεταφορών ήταν το πιο φαύλο υπουργείο; Και πως μπλέχτηκαν οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες στον σιδηρόδρομο;
Γιατί κρατικοποιήθηκαν τα ιδιωτικά, σιδηροδρομικά δίκτυα; Τι δουλειά είχαν οι στρατηγοί του ΙΔΕΑ στις συγκοινωνίες; Γιατί το κράτος επένδυε δυσανάλογα στο αυτοκίνητο; Και τελικά γιατί οι σιδηρόδρομοι της Ελλάδας παραμένουν έως και σήμερα «αιχμάλωτοι» στις ράγες; Τις απαντήσεις, τις κρατάτε στα χέρια σας!
Σχεδόν είκοσι χρόνια από τον θάνατό του, βλέπω ακόμη τον Ε.Χ. Γονατά να ψάχνει έντρομος στη μεγάλη δερμάτινη τσάντα που πάντα κουβαλούσε, θαρρείς σαν γιατρός, για να βρει το πολύτιμο εργαλείο που θα τον βοηθούσε καλύτερα στην εξερεύνηση του κόσμου: τα γυαλιά του, ένα κολλύριο για τα μάτια, μια φωτοτυπία, ένα απόκομμα εφημερίδας, τα κλειδιά του. Ήταν σαν να προσπαθούσε να θεραπεύσει την αντιφατική και ανησυχητική φύση της πραγματικότητας με ένα ελάχιστο αλλά αναγκαίο «τίποτε», κρυμμένο καλά, μέσα στο μυστικό και ανεξέλεγκτο στριφογύρισμα του χρόνου – ένας γιατρός της ψυχής μας; Ίσως.
Οι κριτικοί της γενιάς του τον είπαν «ονειροποιό», «παραδοξογράφο», «ερημίτη της Κηφισιάς», «αυτοεξόριστο στο εργαστήρι του». Μόνο μετά το 1980 το έργο του άρχισε να γίνεται γνωστό, να συζητιέται, να εμπνέει τους νεότερους, να αποκτά φανατικούς αναγνώστες, να βρίσκει μαθητές, να διασκευάζεται για το θέατρο. Γιατί δεν είναι μυστικό ότι εκείνος ανέδειξε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό τις αρετές και τη μαγεία της λεγόμενης «μικρής φόρμας», της λογοτεχνικής μινιατούρας. Αυτό το επέτυχε καλλιεργώντας συνειδητά μια πρόζα με ποιητική εμβέλεια. Η πρόζα αυτή, ιδιόμορφη και ανήσυχη, συγγενεύει με το παραδοξογράφημα, τη φανταστική λογοτεχνία, τη «νουβέλα θαυμασίων πράξεων», το «merveilleux» του Μπρετόν, την ονειρική αφήγηση, και έχει προσλάβει τη μορφή της σύντομης και παράξενης ιστορίας.
Tο βιβλίο αυτό άρχισε να γράφεται από παλιότερα. Γεννήθηκε στα χρόνια της φιλίας μου με τον Γονατά, που κράτησε από τη γνωριμία μας το 1980 μέχρι τον θάνατό του. Ένα πρώτο υλικό σχηματίστηκε όταν δίδαξα το έργο του στο πλαίσιο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας και των πρωτοποριακών κινημάτων στον Τομέα Φιλολογίας του ΑΠΘ. Η τελική μορφή είναι αποτέλεσμα εντατικής προσπάθειας των τελευταίων χρόνων.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου παρακολουθεί τη ζωή και την πνευματική διαμόρφωση του συγγραφέα μέσα από το έργο και την αλληλογραφία του, τη σχέση με τους δασκάλους του, ιδιαίτερα τον Νίκο Εγγονόπουλο, και με τους φίλους του Γιώργο Κοτζιούλα, Γιώργο Μακρή, Μίλτο Σαχτούρη, Δημήτρη Παπαδίτσα, Νίκο Καχτίτση, Αλέξη Ακριθάκη.
Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει «Σημειώματα», στα οποία επανέρχομαι πιο διεξοδικά στους αγαπημένους του συγγραφείς και φίλους και σε ζητήματα-κλειδιά του έργου του.
Φ. Α.
Ο Ε.Χ. Γονατάς (1924-2006) δημοσίευσε το 1945 το πρώτο βιβλίο του, το αιρετικό και στοχαστικό πεζογράφημα Ο Ταξιδιώτης, σε ηλικία 20 χρονών, και συνέχισε με ποιητικά και πεζά κείμενα, την Κρύπτη (1959) και το Βάραθρο (1963). Όμως δεν τον περιέλαβαν σε καμιά ανθολογία ποίησης ή πεζογραφίας από αυτές που κυκλοφόρησαν μέχρι τη δεκαετία του ’70.
Υπήρξε ολιγογράφος και για μεγάλο διάστημα έδρασε στο περιθώριο της λογοτεχνικής ζωής. Μετά το 1980 δημοσίευσε τα βιβλία Ο φιλόξενος καρδινάλιος, Η προετοιμασία και οι Τρεις δεκάρες. Τόσο με τα βιβλία του όσο και με τη σύνολη και σχετικά αφανή δραστηριότητά του –την έκδοση του περιοδικού Πρώτη Ύλη σε δύο τεύχη, του 1959 και του 1961, τις εξαιρετικές μεταφράσεις του του Ιβάν Γκολ, του Κόλριτζ, του Φλομπέρ, του Λίχτενμπεργκ, του Αντόνιο Πόρτσια, κι ακόμη την επίμοχθη προσπάθεια χάρη στην οποία μας έκανε γνωστά τα Γραπτά του Γιώργου Μακρή–, ο Ε.Χ. Γονατάς έδωσε ένα διαφορετικό στίγμα αντίληψης για τη λογοτεχνία σε κρίσιμους καιρούς.
Στο εξώφυλλο: Ο Ε.Χ. Γονατάς, φωτογραφημένος από τον ανιψιό του Λάμπρο Βαλλερά, στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος το νέο βιβλίο της Γεωργίας Συριοπούλου Μπρέτσια* (περί της συγκολλητικής διάθεσης). Η Μπρέτσια είναι μια συλλογή αφηγήσεων μικρής φόρμας που συνδυάζουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, αναστοχασμούς, κοινωνικές παρατηρήσεις και φανταστικές εικόνες. Εναλλάσσονται με λήμματα εγκυκλοπαιδικής φύσης και μικρά ποιητικά αποσπάσματα.
Στη Μπρέτσια, αποτυπώνεται μια εμπειρία δομημένη από θραύσματα μνήμης, εικόνων
και προσωπικών ιστοριών. Μέσα από σύντομες ιστορίες, η Συριοπούλου συνθέτει μια αστική ποιητική που εξερευνά θέματα όπως η περιθωριοποίηση, η αγάπη, η αρχιτεκτονική και οι ανθρώπινες σχέσεις, η συνάφεια, η ατομική και κοινωνική ταυτότητα, η φύση και το τεχνούργημα, ο έρωτας και η απώλεια.
Η συγγραφέας εισχωρεί με το δεύτερο βιβλίο της σε έναν κόσμο όπου σώμα, φύση και
φθορά αξεχώριστα, συμπιέζονται μέσα στο χώρο από την εμπειρία της μετάβασης- μετακίνησης. Το κείμενο εμφανίζεται όπως το ομώνυμο πέτρωμα: σπασμένα κομμάτια αρθρωμένα σε μια νέα, συμπαγή ενότητα. Το σώμα δεν είναι μόνο ανθρώπινο· είναι οργανικό, γεωλογικό, υλικό. Πληγές, δυσμορφίες, διάβρωση, παραμορφώσεις περιγράφονται με ωμή σαφήνεια, ενώ η φύση —οι πέτρες, τα φυτά, τα βιολογικά κατάλοιπα— λειτουργεί όχι ως διακόσμηση αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο άνθρωπος δεν στέκεται απέναντι από τη φθορά· ανήκει σε αυτήν. Το αστικό τοπίο συγκρούεται με τη μνήμη της φύσης. Η μνήμη της ύλης απολιθώνεται σε μορφή ταξινομήσεων. Η Συριοπούλου χρησιμοποιεί τη λειτουργία του ασήμαντου με τις ίδιες εμμονές που συναντάμε και στις Bagatelles της οδού Αλκαμένους (εκδ. Μετρονόμος, 2024), για να μιλήσει για το δημόσιο και το κοινό.
*Η Μπρέτσια (Breccia) είναι πέτρωμα που αποτελείται από μεγάλα γωνιώδη θραύσματα ορυκτών ή πετρωμάτων που συγκολλούνται μεταξύ τους από λεπτόκοκκο υλικό.
Μια μικρή παραθαλάσσια πόλη των αρχών του 20ού αιώνα πλήττεται από μια παράδοξη μεταδοτική ασθένεια που μετατρέπει τα σώματα όσων προσβάλλονται σε πορσελάνινα, έτοιμα να θρυμματιστούν με το παραμικρό άγγιγμα. Ο μοναχικός Εμανουέλ Περόν, τρίτης γενιάς ντρογκερίστας της πόλης, που προτιμά να κρύβεται από τον κόσμο και αποφεύγει το φως, παραμένοντας τις περισσότερες ώρες της ημέρας κλεισμένος στο εργαστήριό του, θα χρειαστεί να αναλάβει δράση, να συνδέσει τους κρίκους της αλυσίδας των γεγονότων, αλλά και να ξεδιαλύνει τα μυστικά της προσωπικής του ιστορίας. – Τι θα μπορέσει, ωστόσο, να καταφέρει με τις μικρές του δυνάμεις απέναντι στην επιδημία που εξαπλώνεται με γρήγορο ρυθμό; – Πώς αντιπαλεύει κανείς εδραιωμένες προκαταλήψεις; – Πώς αντιμάχεται οικονομικά συμφέροντα και πώς αντιμετωπίζει τους επιτήδειους που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ανθρώπινη δυστυχία και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα; Μια περιπέτεια που ξεκινά από το σημείο όπου η επιστήμη συναντιέται με τη μεταφυσική και φτάνει ώς το αθέατο βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης· μια ιστορία για τη διαφορετικότητα και την αλληλεγγύη, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάζονται σε οριακές καταστάσεις. Ένα βιβλίο που, ανακαλώντας πρόσφατες συλλογικές εμπειρίες μας, αφιερώνεται σε όλους αυτούς που έγιναν ήρωες παρά τη θέλησή τους. “Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά στην πόλη όταν έφυγε απ’ την ντρογκερία ο Μάρκους Σεμπρούν. Θα μπορούσα να μεταφέρω το κιβώτιο στο εργαστήριο, αλλά προτίμησα να το ανοίξω πάνω στον πάγκο, εδώ όπου ακούγεται το ρολόι και, κάπου κάπου, ο ήχος μιας άμαξας στον βρεγμένο δρόμο. Κλειδώνω, λοιπόν, την πόρτα πίσω του, αν και έξω δεν υπάρχει ψυχή, περιμένω το ρολόι του τοίχου να χτυπήσει οκτώ φορές, ανάβω τον πολυέλαιο και κρατώ για λίγο τα μάτια μου κλειστά. Ύστερα σηκώνω τα μανίκια, φοράω την πέτσινη ποδιά και τα γάντια για τα διαλύματα της καυστικής ποτάσας, ανοίγω το κιβώτιο, και νά, ένας σωρός από κομμάτια πορσελάνης πάνω στα οποία διαγράφονται κάτι μπλε, σχεδόν μαύρα, μπερδεμένα νήματα. Όμοια με φλέβες, θα μπορούσε να πει κανείς… (Από την έκδοση)
Ποιος είναι ο μυστηριώδης Γάλλος ο οποίος, στις αρχές της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο, βρίσκεται στο Τρόοδος και αναστατώνει μια συνηθισμένη μέρα στη ζωή των Άγγλων αριστοκρατών, των εργατών, των χωρικών, των αξιωματικών και των ζαπτιέδων, του νεαρού που έφερνε τα γράμματα; Επιμελής στη δουλειά του, λάτρης της γνώσης και της εξέλιξης, γητευτής ανδρών και γυναικών, μποέμ-αλήτης-πεζοπόρος, παραμελημένο παιδί, κυνικός φιλοχρήματος τυχοδιώκτης, βίαιος δολοφόνος, ένας κολασμένος, ένας οραματιστής; Ή μήπως κάποιος που, εκείνοι που συνάντησε, ίσως και να μην τον είδαν; Και ποιος είναι ο ποιητής που συντάραξε συθέμελα τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ποίηση, ο «έφηβος Σαίξπηρ», όπως τον χαρακτήρισε ο Ουγκώ, ο «ποιητής της εξέγερσης, και μάλιστα ο σημαντικότερος όλων», όπως έγραψε ο Καμύ; Ποιος είναι τελικά ο Αρθούρος, ποιος ο Ρεμπώ και πώς το σύντομο πέρασμά του από την Κύπρο σηματοδοτεί το οριστικό πέρασμά του από την οργιώδη και έξω από κάθε σύμβαση και όριο ποιητική του δημιουργία στην απόλυτη και ανεξήγητη σιωπή του; Μεταπλάθοντας, ελεύθερα και δημιουργικά, περισσότερο ή λιγότερο εκτενή αποσπάσματα από το ποιητικό έργο και τις επιστολές του, και ενσωματώνοντάς τα οργανικά στο σώμα της λογοτεχνικής γραφής, η συγγραφέας σκιαγραφεί ένα νέο πορτρέτο του Αρθούρου Ρεμπώ, ενώ παράλληλα παρουσιάζει την Κύπρο στο μεταίχμιο δύο ιστορικών της περιόδων, αφενός μέσα από την αποικιοκρατική ματιά των Άγγλων και αφετέρου μέσα από την άχρονη φωνή του ίδιου του βουνού του Τροόδους, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του νησιού. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ο Θεοτόκης δίκαια θεωρείται εισηγητής του ελληνικού κοινωνικού μυθιστορήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι το συγκεκριμένο έργο χαρακτηρίστηκε αριστούργημα, παίρνοντας θέση πλάι στα μεγάλα κλασικά μυθιστορήματα του Τολστόι και του Ντοστογιέφσκι. Στον Κατάδικο, ένας έντιμος άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια τραγική ιστορία πάθους και αδικίας. Πάνω από έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του, διατηρεί αμείωτη τη δύναμή του και εξακολουθεί να συναρπάζει – επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική του αξία στην ελληνική λογοτεχνία.
“Αύριο αναχωρώ για την έρημο, μάνα.
Πρέπει να χάσω τον κόσμο ώστε να μπορώ να μιλάω εξ ονόματός του.
Πρέπει να θαφτώ στη σιωπή για να δικαιούμαι να έχω φωνή.
Θα γυρίσω όταν μπορέσω.”
Είκοσι έξι γράμματα χαμένα για αιώνες.
Ήρθαν στο φως πριν λίγα χρόνια, αν και η γνησιότητά τους αμφισβητήθηκε.
Καταγράφουν θραυσματικά την πορεία ενός ανθρώπου στον κόσμο.
Τις σκέψεις και όσα ένιωσε.
Χαρά, αγωνία, πίστη, αμφιβολία, κούραση, γαλήνη.
Πιο πολύ το θαύμα.
Την αγάπη.
Μία νουβέλα και έξι διηγήματα για τη δύναμη της εκδίκησης, την πολιτική παράνοια, τις βαλτωμένες ζωές που ζητούν διέξοδο, για την αίσθηση του καθήκοντος αλλά και για το μεγαλείο της έβδομης τέχνης.
Οι δίδυμες αδερφές Αβεγιάρδο αφηγούνται την ιστορία της ζωής τους στο Ορίμπε, ένα μικρό χωριό στη μέση του πουθενά, όπου συρρέουν ιδιόρρυθμοι καλλιτέχνες, τεχνίτες και επιστήμονες κάθε λογής. Ποια σχέση έχει μαζί τους ο ιερωμένος που βρίσκεται σε αναζήτηση της «Εγγαστρίμυθης φάλαινας»;
Με ποιον τρόπο μπορεί να επηρεάσει το κόκκινο εσώρουχο του Αρχηγού τους πολίτες μιας δυστοπικής κοινωνίας;
Πώς διαχειρίζεται τη φυγή της συζύγου του ένας διανοούμενος της Ανατολικής Γερμανίας πριν και μετά την πτώση του βερολινέζικου τείχους;
Γιατί δεν επιστρέφει από το έρημο ορεινό χωριό το ζευγάρι που εγκατέλειψε την πόλη λόγω του αφόρητου καύσωνα;
Τι σκέφτεται μια γυναίκα καθισμένη πίσω απ’ το τζάμι του σταθμού διοδίων και πώς παρουσιάζει ένας κριτικός την αριστουργηματική «Απογραφή», το πλέον παραγνωρισμένο φιλμ του ελληνικού κινηματογράφου;
Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται καινούργια στοιχεία για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, έναν από τους πιο σημαντικούς ποιητές του ελληνικού εικοστού αιώνα, διατυπώνονται νέες ερμηνευτικές προτάσεις και φωτίζονται όψεις της διανοητικής και πολιτισμικής ιστορίας που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του έργου του.
Στο πλαίσιο αυτό, η Χριστίνα Ντουνιά διερευνά τη θέση του ανάμεσα στους συνοδοιπόρους της πρώτης μεσοπολεμικής δεκαετίας, τη σχέση του με τον Κ. Π. Καβάφη και την Μαρία Πολυδούρη, αλλά και τη θητεία του στο έργο των Ε. Α. Πόε, Σάρλ Μπωντλαίρ και των εκπροσώπων της Ντεκαντάνς, ενός δυναμικού ρεύματος που οδήγησε στις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες του 20ού αιώνα.
Η συγγραφέας, συνδυάζοντας ελκυστικό λόγο και ουσιαστική γνώση, αναδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους η μελαγχολική ροπή, η εμπειρία της ασθένειας, η αγωνία της ύπαρξης, τα ερωτικά αδιέξοδα, η κοινωνική υποκρισία, η ταραγμένη πολιτική κατάσταση, το δράμα των προσφύγων, το συνδικαλιστικό κίνημα δίνουν αντισυμβατική και ρηξικέλευθη διάσταση στο έργο του Καρυωτάκη, το οποίο αποτελεί τομή στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας: η εμπειρία ενός κόσμου κατακερματισμένου, δίχως συνεκτικούς δεσμούς, μέσα στον οποίο το άτομο νιώθει αποξενωμένο και αλλοτριωμένο, είναι η προβολή της «μοντέρνας» συνείδησης σε μια ποίηση που προκαλεί ακόμα και σήμερα το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού.
Όταν η νόσος του Αλτσχάιμερ είχε καταβάλει πλήρως τη μητέρα μου, εκείνη εξακολουθούσε να θυμάται με τον δικό της τρόπο τα χρόνια που υπηρετούσε ως σωφρονιστική υπάλληλος στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού. Μπορεί να μη θυμόταν ποιος ήμουν, πού ζούσε και σε ποια εποχή, όμως ανέφερε συχνά, με τα μικρά τους ονόματα, δεκάδες κρατούμενες, ποινικές και πολιτικές, με τις οποίες είχε συγχρωτιστεί. Και όσο εκείνη ξαναζούσε «τα χρόνια του καθήκοντος», ως δεσμοφύλακας, αναγκαστικά τα ξαναζούσα κι εγώ, καθώς η παιδική μου ηλικία είχε σημαδευτεί από διαδοχικές επισκέψεις «στη δουλειά της μαμάς».
Το κοινό μας ταξίδι ως το αναπότρεπτο τέλος της, οι παραληρηματικοί μονόλογοι και οι καθημερινοί μας διάλογοι, μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της ασθένειας, διασώθηκαν σε δυο πυκνογραμμένα τετράδια. Τώρα, δεν ξέρω αν συνιστούν μια εξομολόγηση μεταμφιεσμένη σε μυθοπλασία ή μυθοπλασία μεταμφιεσμένη σε αυτοβιογραφική εξομολόγηση.
Ν.Δ.
Από την Αθήνα στον μεγάλο κάμπο της Λάρισας και τα δάση της Χαλκιδικής, οι ήρωες κινούνται στο σήμερα, κουβαλώντας το παρελθόν τους.
Μια οικογενειακή σάγκα, μια ιστορία ενηλικίωσης, μια σχεδόν αστυνομική ιστορία, μαζί με έρωτες και θανάτους, συμπλέκονται και δημιουργούν ένα σύμπαν άλλοτε ζηλευτό και άλλοτε ζοφερό. Ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα, καθώς πέρα από την έκτασή του φλερτάρει και αξιοποιεί πολλά λογοτεχνικά είδη. Με άλλα λόγια μιλά για την ασίγαστη ανάγκη να υπερασπίζεται κανείς το καλό πριν το κακό υπερισχύσει και πέσει πάλι η νύχτα.
Δεν έκανε δα και τίποτα που να μην έχει ξανακάνει. Λες και δεν τα ήξερε τα χαΐρια του… Όλοι τα ξέρουν. Εδώ και χρόνια. Ένα σωρό κόσμος βάζει μαζί του στοίχημα αν μπορεί να καταφέρει το ένα ή το άλλο. Πότε αν τολμάει να σκαρφαλώσει μέχρι την κορυφή στο παλιό κυπαρίσσι που βρίσκεται στην αυλή της εκκλησίας, πότε αν κρατάει να σηκώσει πέντε καφάσια γεμάτες μπίρες, πότε πόσες φορές αντέχει να τρέξει τον γύρο της πλατείας στο ένα πόδι, αν μπορεί με τα μάτια δεμένα να κάνει σούζα με το ποδήλατο, τέτοια πράγματα. Κερδίζει· κέρασμα μια ομελέτα με λουκάνικα και πορτοκαλάδα. Χάνει· πρέπει να πιει με τη μία ένα κατοστάρι τσίπουρο.
Mια απελπισµένη γυναίκα στην εµµηνόπαυση αρχίζει να βλέπει παράξενα όνειρα —µε Παναγίες, τίγρεις, αγελάδες, τη Ρόζα Λούξεµπουργκ, τη Μέριλυν Μονρόε, τη µητέρα του Μπενίτο Μουσσολίνι—, όνειρα από τα οποία ξυπνάει κάθε βράδυ στις 4:30 ακριβώς. Για να ερµηνεύσει τη νυχτερινή ζωή της, επιδιώκει συναντήσεις µε τις γυναίκες της οικογένειας: την κόρη, την αδερφή και τη µητέρα της. Κι ενώ οι συζητήσεις αρχίζουν να ξεµπλέκουν το κουβάρι της κοινής τους ζωής, τα όνειρα ξαφνικά σταµατούν.
Στρέφεται τότε σε άλλες γυναίκες, από τη µητέρα της Ελένης Τοπαλούδη ως µια δεκάχρονη Αφγανή που αποχωρίστηκε ξαφνικά τη µαµά της. Κι αρχίζουν να παρελαύνουν στρατιές γυναικών που γεννούν, υιοθετούν, φροντίζουν ή αρνούνται να φροντίσουν. Καθώς οι εξοµολογήσεις τους συσσωρεύονται και διανθίζονται από τεστ γνώσεων, επιτραπέζια παιχνίδια, παραµύθια, µαθήµατα ετυµολογίας, θρησκευτικών και ζωολογίας, οι εµπειρίες τους εγκιβωτίζονται η µια µέσα στην άλλη, όπως τα µωρά στις κοιλιές των µαµάδων τους.
Στο «Μακρύ ταξίδι της µιας µέσα στην άλλη» η µητρότητα γίνεται µια εύπλαστη έννοια, µια ριζοσπαστική υπόθεση ελευθερίας και συµφιλίωσης — ένας γιγάντιος οµφάλιος λώρος που συνδέει και τρέφει όλες τις γυναίκες που υπήρξαν κόρες της µητέρας τους, µητέρες της κόρης τους. Αλλά και µητέρες της µητέρας τους, κόρες της κόρης τους. Ένας λώρος που τρέφει κι όλους τους άντρες: επειδή, όπως λέει η ηρωίδα, «ο κόσµος θ’ αλλάξει µόνο αν οι άντρες διαβάσουν για τη ζωή των γυναικών µε την ίδια φυσικότητα που διάβαζαν ανέκαθεν οι γυναίκες για τη ζωή των αντρών».
Κάπου διακόσιες πενήντα ιστορίες, στη μεγάλη πλειονότητά τους παρμένες από την ελληνική μυθολογική παρακαταθήκη, αρμαθιάζονται στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου (43 π.Χ.-17 μ.Χ.). Αυτή η πιο διάσημη και ευπώλητη μυθολογική εγκυκλοπαίδεια τῆς Δύσης παρουσιάζει ένα σύμπαν όπου τα πάντα – οργανική και ανόργανη ύλη, θεοί και άνθρωποι και ό,τι ανάμεσό τους– βρίσκονται σε κατάσταση μεταμορφωσιακού συναγερμού.
Θεότητες που άλλοτε αυθαιρετούν και άλλοτε αποδίδουν δικαιοσύνη γράφουν τον μεταμορφωσιακό επίλογο σε ιστορίες ερωτικής έξαψης, στοργικής αλληλεγγύης, αστόχαστης αλαζονείας και ακραίων αισθησιασμών ενώ ο αφηγηματικός τόνος κάνει «κβαντικά άλματα» σε όλο το φάσμα από το γνήσια τραγικό και επικό μέχρι το μπουρλέσκ και την παρωδία.
Στην οβιδιακή τους εκδοχή οι ελληνικές μυθολογικές διασημότητες απέκτησαν αρχετυπικό κύρος για ζωγράφους, γλύπτες, μουσουργούς, λογοτέχνες και ψυχαναλυτές ενώ πιο πρόσφατα το μεταμορφωσιακό συνεχές ανάμεσα στον φυσικό κόσμο και την ανθρώπινη κατάσταση κέντρισε το ενδιαφέρον της βαθιάς οικολογίας.
Μετά τις επιλεκτικές διαδρομές στα Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους (Gutenberg, 2009), ἡ μετάφραση αυτή ολοκληρώνει τον μαραθώνιο των 12.000 περίπου στίχων της πιο ιδιόρρυθμης, αλλά και ευπώλητης, από τις επικές συνθέσεις της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας.
Ήμουν κάποτε τρελά ερωτευμένη, με έναν έρωτα ανόητο, ήμουν ξετρελαμένη, προσκολλημένη σ’ εκείνον παρά την αναξιότητά του, μα πάει τώρα – συντρίφθηκε αυτός ο έρωτας ολοκληρωτικά και μαράθηκε . και το οφείλει αποκλειστικά στον εαυτό του και στα πάθη του.
[…] Τι σκηνή ήταν αυτή! Μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα ήμουν καταδικασμένη να ανέχομαι τέτοιες προσβολές κάτω από τη στέγη του σπιτιού μου, […] και μάλιστα από εκείνους που απέδιδαν στον εαυτό τους τον χαρακτηρισμό «κύριος»; Και μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα ήμουν ικανή να αποκρούσω τις προσβολές τους με τόση σταθερότητα και θάρρος; Τέτοια αντοχή μάς τη διδάσκει μόνο η σκληρή εμπειρία και η απόγνωση.
Η Ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ, κύκνειο άσμα τής πρόωρα χαμένης Αν Μπροντέ, το έργο της οποίας επισκιάστηκε από την επιτυχία των αδελφών της, Σάρλοτ και Έμιλι, είναι ένα πρωτο-φεμινιστικό έργο για τις έμφυλες σχέσεις στη βικτωριανή Αγγλία. Οξυδερκές ψυχολογικό μυθιστόρημα, παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο της «αντισυμβατικής» ηρωίδας και μιας πλειάδας χαρακτήρων (όπως του ναρκισσιστή συζύγου), που υπερβαίνουν την εποχή και τις κοινωνικές συνθήκες. Η ρομαντικών καταβολών συγγραφέας συνειδητά φιλοτεχνεί αυτά τα πορτρέτα με νατουραλιστική ακρίβεια και με μέσα που αργότερα θα αξιοποιούσε ο μοντερνισμός.
Αφήνοντας πίσω έναν απατημένο σύζυγο, μια πανσιόν τυλιγμένη στις φλόγες και μια πόλη να συζητά αναστατωμένη τη φυγή τους, ο Τομ Ρουρκ και η Πόλλυ Γκιλλέσπυ ξεκινούν με ένα κλεμμένο άλογο να ζήσουν τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής τους, μέσα στα χιονισμένα δάση και τα έρημα βουνά της Μοντάνα, σε ένα σκηνικό έρωτα, λυρισμού, συγκίνησης και βίας. Οι κυνηγοί όμως που τους πήραν στο κατόπι, δεν είναι μακριά, κι ένα λάθος μόνο αρκεί για να στερήσει για πάντα τον έναν από τον άλλο.
«Ο Μπάρρυ έχει γράψει μια ιστορία αγάπης που δεν γίνεται ποτέ ψεύτικη ή φτηνή, και μια περιπέτεια όπου η βία δεν μοιάζει ποτέ χαιρέκακη ή απευαισθητοποιημένη. Είναι ένας συνδυασμός Κόρμακ Μακάρθυ και Φλανν Ο’Μπράιεν· ένα γουέστερν που είναι όμως και ένα απόλυτα ιρλανδικό μυθιστόρημα· μια τραγωδία γραμμένη σαν φάρσα».
—The Guardian
Μετά την επιτυχία των Ο άνεμος που σαρώνει και Δεν είναι ποτάμι, η διεθνώς αναγνωρισμένη Αργεντίνα συγγραφέας Σέλβα Αλμάδα εστιάζει σε ένα φλέγον ζήτημα της εποχής μας, το ζήτημα της έμφυλης βίας. Μια ιστορία που αποκαλύπτει τις σκοτεινές πτυχές μιας κοινωνίας που σιωπά.
Τρεις έφηβες δολοφονημένες στην επαρχία της Αργεντινής τη δεκαετία του 1980. Τρεις ατιμώρητοι θάνατοι όταν ακόμη η λέξη «γυναικοκτονία» μας ήταν άγνωστη.
Τρεις δολοφονίες ανάμεσα στις εκατοντάδες που δεν φτάνουν ποτέ στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.
Τρεις θάνατοι χωρίς ενόχους.
Η λιτή, διαυγής πρόζα της Αλμάδα φέρνει στο επίκεντρο τρεις νεαρές γυναίκες που παύουν να είναι νεκρά κορίτσια και γίνονται ζωντανά πλάσματα. Κορίτσια που σπούδασαν ή ήταν περήφανα για τη δουλειά τους, κορίτσια που ήταν καλές κόρες, τρυφερές αδερφές, ικανές μητέρες. Κορίτσια που αγαπούσαν τους φίλους τους, που γελούσαν, χόρευαν και ονειρεύονταν, ώσπου κόπηκε αναπάντεχα το νήμα της ζωής τους.
Η διεθνώς αναγνωρισμένη Αργεντινή συγγραφέας Σέλβα Αλμάδα βουτάει στην καρδιά του προβλήματος ως απάντηση στην επείγουσα ανάγκη να εστιάσουμε σε ένα σοβαρό ζήτημα της εποχής μας.
Ένα μυθιστόρημα υπαγορευμένο από μια αίσθηση θυμού που σιγοβράζει κάτω από κάθε σελίδα.
Στην πιο διάσημη συλλογή διηγημάτων της, η Ο’Κόννορ, με το γκροτέσκο χιούμορ και το αδυσώπητο βλέμμα της, διερευνά τις ηθικές, πνευματικές και ψυχικές ανισορροπίες της μεταπολεμικής Αμερικής: μια οικογενειακή εκδρομή με απρόβλεπτα βίαιη κατάληξη, ένας φαινομενικά αθώος πωλητής Βίβλων, μια απροσδόκητη εγκυμοσύνη, ένας βετεράνος που βυθίζεται στην άνοια, ένας πρόσφυγας που ανατρέπει τις ταξικές και φυλετικές ισορροπίες σε ένα αγρόκτημα. Η ρευστότητα των ανθρώπινων σχέσεων, η ύπουλη εισβολή της τεχνολογίας, η μάταιη αναζήτηση της πίστης, η διάρρηξη των ταυτοτήτων και της οικογένειας, οι έμφυλες και φυλετικές εντάσεις, η συνύπαρξη του ειρωνικού με το τραγικό, κάνουν τη βαθιά Αμερική της Ο’Κόννορ έναν τόπο που μοιάζει πολύ με τον δικό μας.
Το Γκλάνμπεϊ δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη, αλλά οι επιθυμίες, οι απογοητεύσεις και οι ατυχίες των κατοίκων αυτής της φανταστικής πόλης στην Κομητεία Μάγιο της Ιρλανδίας είναι πολύ γνώριμες. Νέοι με αβέβαιο μέλλον που βγάζουν τα προς το ζην απασχολούμενοι σε άχαρες και κακοπληρωμένες δουλειές (μπράβοι σε νυχτερινά κέντρα, βενζινοπώλες, επιστάτες) κακοποιοί, ανεπάγγελτοι έμποροι ναρκωτικών, αγόρια που παρασύρονται και παγιδεύονται σε έναν κόσμο όπου μόνες διέξοδοι είναι το αλκοόλ, το σεξ και η βία, πρωταγωνιστούν στα επτά διηγήματα που συνθέτουν το βιβλίο. Οι ιστορίες αυτές, όπως έγραψε η συγγραφέας Anne Enright, διαδραματίζονται μεν σε ένα οικείο συναισθηματικό τοπίο, αλλά τελειώνουν με έναν τρόπο εντελώς καινούργιο· «αποπνέουν θλίψη και προοιωνίζονται το κακό, αλλά στην ουσία αποτελούν μια περιπέτεια στην τρυφερή τέχνη του απροσδόκητου». Με ύφος στιβαρό και επιβλητικό, τραχύ και ταυτόχρονα ποιητικό, «συναρπαστικό και στιλιστικά περιπετειώδες», όπως σημειώνει ο Colm Tóibín, ο Κόλιν Μπάρετ αποτυπώνει στιγμές όπου, σύμφωνα με τους New York Times, «τα πράγματα πηγαίνουν πολύ άσχημα για τους χαρακτήρες του, αλλά το κάνει με συμπόνια, χιούμορ και μοναδική μαεστρία».
Από το 1961 ο Μισέλ Φουκώ ήταν συχνότατα παρών στο ραδιόφωνο, αρχικά στη συχνότητα του France III National, έπειτα στη συχνότητα του France Culture. Aφορμές είναι η δημοσίευση των έργων του Η ιστορία της τρέλας, Ραιημόν Ρουσέλ και Οι λέξεις και τα πράγματα. Το ραδιόφωνο θα υποδεχθεί επίσης σημαντικές διαλέξεις του όπως «Γλώσσες της τρέλας», «Ο Ρουσώ κριτής του Ζαν-Ζακ», «Πραγματικές ου τοπίες ή τόποι και άλλοι τόποι». Η ποικιλία των εκπομπών και των θεμάτων που αναπτύσσονται αποτυπώνει την ακόρεστη περιέργεια του πνεύματος του Μισέλ Φουκώ: φιλοσοφία, επιστήμες του ανθρώ που, ψυχιατρική, θέατρο, λογοτεχνία, ιστορία, πολιτική: Πανοραμική θέα ενός φιλοσόφου, αποτυπωμένη όλο ένταση και ζωντάνια, ο τόμος αυτός μας προσφέρει την καλύτερη εισαγωγή σε ένα από τα μείζονα έργα της σκέψης.
Στο πλαίσιο αυτών των ραδιοφωνικών εκπομπών θα συμμετάσχει σε συζητήσεις μαζί άλλους γάλλους διανοούμενους (Λουί Αλτουσέρ, Πιέρ Κλοσο φ σκί, Ζιλ Ντελέζ, Πιέρ Σιπριό κ.ά.) σε σχέση με ζητήματα που θέτουν τα βιβλία του αλλά και για επίκαιρα προβλήματα. Με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσονται, εμβαθύνονται, επεξηγούνται και σχολιάζονται με καίριο τρόπο πολλά πυρηνικά στοιχεία της σκέψης του. Τέλος, ο Φουκώ έκανε σύντομες παρεμβάσεις σε ενημερωτικές εκπομπές, σχολιάζοντας γεγονότα όπως η αστυνομική βία, η άφιξη στη Γαλλία ενός πρόσφατα απελευθερωμένου σοβιετικού αντικαθεστωτικού ή η καταγγελία των φυλακών ως μηχανισμών παραγωγής υποτροπής εγκληματιών.
«[…] Αυτό το διαβρωτικό λεξιλόγιο του σώματός μου, πώς θα μπορούσα, αν όχι να το κάνω να σιωπήσει εντελώς, τουλάχιστον να το ηρεμήσω; Πώς να το διατηρήσω σε αυτήν την ήρεμη, ελεγχόμενη, αρθρωμένη σιωπή, που συνήθως στηρίζει τις κινήσεις μου και δίνει στις εκφράσεις μου εκείνο το οποίο μπορώ να αναγνωρίσω ως ευτυχία; Υπάρχει, φυσικά, για να σιωπήσει αυτό το λεξιλόγιο του σώματος, το υπέροχο και παραληρηματικό όνειρο του άλλου εαυτού μου που θα μπορούσα να έχω απέναντί μου, με τον οποίο θα μπορούσα να ανταλλάξω τη θεμελιωδέστερη γλώσσα μου. Αυτός ο άλ λος εαυτός που θα είχα και θα ήταν εγώ, είναι το όνειρο του αδελφικού και στοργικού σωσία, είναι το όνειρο της τρυφερότητας των χωρίς ανάπαυλα ίδιων σωμάτων».
Michel Foucault
Σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον, έτη φωτός μακριά από τη Γη.
Το πλήρωμα του Πλοίου Έξι Χιλιάδες αποτελείται από αυτούς που γεννήθηκαν και αυτούς που δημιουργήθηκαν. Αυτούς που θα πεθάνουν και αυτούς που δεν θα πεθάνουν. Όταν στο Πλοίο καταφθάνει μια σειρά από παράξενα αντικείμενα από τον πλανήτη Νέα Ανακάλυψη, το πλήρωμα δένεται βαθιά μαζί τους και άνθρωποι και ανθρωποειδή αρχίζουν να λαχταρούν τα ίδια πράγματα: ζεστασιά και οικειότητα.
Δομημένο ως μια σειρά από μαρτυρίες υπαλλήλων που συγκέντρωσε μια ειδική επιτροπή, το έργο διερευνά τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, συναισθηματικά και οντολογικά. Παράλληλα, αποτελεί και έναν σχεδόν «αργοπορημένο» κριτικό στοχασμό για μια ζωή που καταδυναστεύεται από την αποθέωση της εργασιακής ανέλιξης και της παραγωγικότητας.
Από έναν κορυφαίο ιστορικό της εποχής μας, ένα διεισδυτικό και εντελώς επίκαιρο έργο για τις δραματικές μεταλλάξεις της έννοιας του αντισημιτισμού — και τις απρόβλεπτες όσο και ανησυχητικές συνέπειές τους.
Τι εννοούμε σήμερα όταν μιλάμε για αντισημιτισμό; Παραδοσιακά ο όρος υποδήλωνε μια απειλή που εκπορευόταν από την πολιτική Δεξιά· από κύκλους εθνικιστικούς και ξενοφοβικούς που έχτιζαν πάνω στη μακραίωνη καχυποψία της Χριστιανοσύνης για τους Εβραίους με τα εργαλεία της ρατσιστικής ψευδοεπιστήμης. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η συντριπτική πλειονότητα των Εβραίων ζούσε στην Ευρώπη. Και η προέλευση των αντισημιτικών μέτρων και πολιτικών ήταν ξεκάθαρη, με αποκορύφωμα τον εφιάλτη της ναζιστικής Γερμανίας και του Ολοκαυτώματος.
Τώρα το τοπίο είναι πολύ διαφορετικό, όπως δείχνει ο Μαρκ Μαζάουερ παρακολουθώντας την εξέλιξη του όρου από την επινόησή του τον 19ο αιώνα έως σήμερα. Το 80% του παγκόσμιου εβραϊσμού ζει σε δύο χώρες –το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες–, με τη δεύτερη να εγγυάται τη στρατιωτική κυριαρχία της πρώτης στη Μέση Ανατολή. Πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Εβραίοι ήταν μια ξεχωριστή μειονότητα που οδηγούνταν, από την αντίθεσή τους στο φασισμό, σε συμμαχία με άλλους κατατρεγμένους λαούς. Σήμερα αντιθέτως θεωρούνται «λευκοί» και, για τη σύγχρονη αντιαποικιοκρατική σκέψη, η μεταχείριση που επιφυλάσσει το Ισραήλ στους Παλαιστινίους έχει γίνει απολύτως κρίσιμο ζήτημα. Η παλιά αριστερή αλληλεγγύη είναι παρελθόν και οι πιο εκκωφαντικές καταγγελίες του αντισημιτισμού τον τοποθετούν στην Αριστερά, όχι στη Δεξιά.
Ο Μαζάουερ διατρέχει με προσοχή αυτό το ναρκοπέδιο μέσα από μια ιστορική ματιά που θέλει να φωτίσει τα πράγματα αντί να ρίξει απλώς κάπου το φταίξιμο. Όπως υποστηρίζει, η άνοδος μιας πεσιμιστικής ευαισθησίας μετά το Ολοκαύτωμα, καθώς και η αυξανόμενη διεθνής κριτική στο Ισραήλ, αίρουν το διαχωρισμό ανάμεσα στα συμφέροντα των Εβραίων και τα συμφέροντα του εβραϊκού κράτους. Πριν από μισό αιώνα λίγοι πίστευαν ότι ο αντισημιτισμός είχε κάποια σχέση με την εχθρότητα προς το Ισραήλ· σήμερα πολλές δεσπόζουσες εβραϊκές φωνές ταυτίζουν τα δύο. Η λέξη παραμένει ίδια, αλλά το νόημά της έχει αλλάξει.
Η τραγωδία, λέει ο Μαζάουερ, είναι ότι ο αντισημιτισμός επιμένει. Αν μπορεί να τον βρει κανείς και στην άκρα Αριστερά, παραμένει πολύ πιο επικίνδυνος όταν προέρχεται από δυνάμεις της ριζοσπαστικής Δεξιάς που διαδηλώνουν με το σύνθημα «Οι Εβραίοι δεν θα μας πάρουν τη θέση», όπως στο Σάρλοτσβιλ. Αφήνοντας την κατηγορία του αντισημιτισμού να εκτοξεύεται αδιακρίτως για να φιμώσει κάθε θεμιτή και νόμιμη κριτική, απονομιμοποιούμε τον όρο και υπονομεύουμε κάτι ουσιώδες για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Το Περί αντισημιτισμού είναι μια θαρραλέα προσπάθεια να τραβήξουμε αυτή την απαραίτητη διαχωριστική γραμμή.
Σεπτέμβριος του έτους 19 π.Χ. Ο Οκταβιανός Αύγουστος, ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας και θεμελιωτής της Pax Romana, φτάνει στο λιμάνι του Βρενδήσιου, με τελικό προορισμό την αιώνια πόλη, όπου πρόκειται να γιορτάσει τα γενέθλιά του. Μαζί του ταξιδεύει ο Βιργίλιος, ο ποιητής της Αινειάδας, ήδη καταπονημένος και βαριά άρρωστος. Η συνείδησή του, εν μέσω πυρετού και παραισθήσεων, βασανίζεται από την ιδέα να καταστρέψει το έπος με το οποίο ύμνησε το μεγαλείο της Ρώμης. Το πέρασμά του από τα στενά της πόλης, η συνομιλία με έναν δούλο, έναν γιατρό, δυο λόγιους φίλους του και τον ίδιο τον αυτοκράτορα θα φέρουν στο φως τις αμφιβολίες του ετοιμοθάνατου Βιργιλίου για την πορεία της ζωής του, τις ενστάσεις του για την τέχνη και την πολιτική, τον αναστοχασμό του για τον πολιτισμό και την επιστήμη, την αμφισβήτηση της ομορφιάς έναντι του καθήκοντος, τη νοσταλγία για μια χαμένη πατρίδα που λέγεται αγάπη.
Με το αριστούργημά του Ο θάνατος του Βιργιλίου ο Χέρμαν Μπροχ μάς παραδίδει ένα μνημειώδες ορόσημο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα, ένα μοναδικό στο είδος του λυρικό έργο που επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση και την εξέλιξη του νεωτερικού μυθιστορήματος. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό πανόραμα που συνδυάζει την αφήγηση και το δράμα, την ποίηση και τον στοχασμό, οδηγώντας τη γλώσσα στα όριά της, καθώς επιχειρεί, σαν άλλος ψυχοπομπός, να συνοδεύσει τον Βιργίλιο στην πορεία του προς τον θάνατο.
«Ο Βιργίλιος του Μπροχ είναι ένα από τα πλέον ασυνήθιστα και τολμηρότερα πειράματα με την ευέλικτη μορφή του μυθιστορήματος».
‒Τόμας Μαν
«Ο Θάνατος του Βιργιλίου είναι ένα από τα πιο μεγάλα και απρόσιτα έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του αιώνα μας. Είναι μια αποκάλυψη του θανάτου, αλλά και της ίδιας της λογοτεχνίας. Ο Μπροχ εξωθεί τη γλώσσα στα απώτατα όριά της, την αναγκάζει να εκφράσει αυτό που φαινομενικά δεν μπορεί να εκφραστεί».
Πέρα από το γεγονός ότι είναι αδέλφια, ο Πίτερ και ο Ίβαν Κούμπεκ ελάχιστα κοινά φαίνεται να έχουν μεταξύ τους. Ο Πίτερ είναι δικηγόρος στο Δουβλίνο, γύρω στα τριάντα, επιτυχημένος, ικανός και φαινομενικά άτρωτος. Όμως, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, χρειάζεται υπνωτικά για να κοιμηθεί και πασχίζει να διαχειριστεί τη σχέση του με δύο πολύ διαφορετικές γυναίκες – την παντοτινή πρώτη του αγάπη, τη Σύλβια, και τη Ναόμι, μια φοιτήτρια η οποία αντιμετωπίζει τη ζωή σαν μια μεγάλη φάρσα. Ο Ίβαν είναι επαγγελματίας σκακιστής, είκοσι δύο ετών. Πάντα θεωρούσε τον εαυτό του κοινωνικά αδέξιο, μοναχικό, το αντίθετο από τον γοητευτικό και δημοφιλή μεγαλύτερο αδελφό του. Διανύοντας τις πρώτες εβδομάδες του πένθους του, ο Ίβαν γνωρίζει τη Μάργκαρετ, γυναίκα μεγαλύτερή του σε ηλικία, που βγαίνει από το δικό της ταραχώδες παρελθόν, και οι ζωές τους συνδέονται ακαριαία και έντονα. Για τα αδέλφια που πενθούν και τους ανθρώπους που αγαπούν, η περίοδος αυτή είναι ένα μεσοδιάστημα, ένα ιντερμέδιο, μια περίοδος πόθου και απελπισίας, ανοιχτή σε κάθε πιθανότητα, μια ευκαιρία να ανακαλύψουν πόσα μπορεί να βαστάξει μια ζωή χωρίς να διαλυθεί…
Πού πάνε τα σκουπίδια; Ποιες χώρες φορτώνονται τα απορρίμματα του δυτικού κόσμου; Ποιον δηλητηριάζουν οι πεταμένες ηλεκτρονικές συσκευές μας; Πώς χρησιμοποιούν οι πετρελαιοβιομηχανίες την ανακύκλωση ως δούρειο ίππο για να προωθήσουν την υπερπαραγωγή πλαστικού; Ο πόλεμος των σκουπιδιών μαίνεται σήμερα ανεξέλεγκτος.
Στο βιβλίο αυτό, καρπό επιτόπιας έρευνας σε πέντε ηπείρους —από την κεντρική Αμερική και την Αφρική στο Αιγαίο και την Ινδονησία—, ο Αλεξάντερ Κλαπ αναζητά τους τόπους και τους ανθρώπους που παραλαμβάνουν τελικά τα απορρίμματά μας: τοξικά απόβλητα, ηλεκτρονικά απόβλητα, παλιοσίδερα, πλαστικά. Συνομιλεί με εργάτες και πολιτικούς, με επιστήμονες και μεσίτες σκουπιδιών, με εφοπλιστές και ακτιβιστές, εξερευνώντας τον αφανή κόσμο της παγκόσμιας διακίνησης αποβλήτων και τα θηριώδη οικονομικά συμφέροντα που τον κυβερνούν.
«Το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να ζήσεις μονάχα μια φορά». Ο Χάι, δεκαεννιάχρονος Αμερικανο-βιετναμέζος, κάτοικος της Ανατολικής Χαράς του Κονέκτικατ, ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει πέφτοντας από μια γέφυρα. Τον σταματά μια ηλικιωμένη από τη Λιθουανία με αρχικά συμπτώματα άνοιας. Οι δυο τους γίνονται αχώριστοι και η ζωή τους αλλάζει.
Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι Όσιαν Βουόνγκ (γενν. Βιετνάμ, 1988) επιστρέφει μ᾽ ένα βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα για όσα μας στοιχειώνουν, για τη ζωή στο περιθώριο, για τους ανθρώπους που επιλέγουμε να γίνουν η οικογένειά μας και για το πώς πείθουμε τον εαυτό μας για μια δεύτερη ευκαιρία.
Ένας τόπος για να επιστρέφεις είναι ο τίτλος της ιστορίας ζωής του Τζεντ Τιούκσμπουρι, όπως την αφηγείται ο ίδιος, έχοντας φτάσει στη μέση ηλικία και έχοντας πια συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και με το περιβάλλον του. Την αφηγείται με μια γλώσσα ολοζώντανη που κινείται από το ποιητικό μέχρι το ωμό και το άσεμνο, με ελεγχόμενη συγκίνηση και καυστικό χιούμορ, αρχίζοντας από τα παιδικά του χρόνια σε μια άχρωμη αγροτική περιοχή της Αλαμπάμα και φτάνοντας μέχρι την επίτευξη των στόχων του: να γίνει ένα διακεκριμένος καθηγητής φιλολογίας που θα κατέχει πλήρως και σε βάθος το αντικείμενό του.
Ο Τζεντ γεννιέται στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και στα εννιά του χρόνια χάνει τον μέθυσο και ακαμάτη πατέρα του σ’ ένα δυστύχημα που αγγίζει τα όρια του κωμικού. Η πανέξυπνη, υπερδραστήρια και πρακτική μητέρα του σπεύδει να μετοικήσει και να στήσει μια καινούργια ζωή για τον εαυτό της και το αγόρι της. Η ζωή τους κυλάει ομαλά μέσα στις δυσκολίες της και, όταν πια ο Τζεντ τελειώνει το σχολείο, η μητέρα του μία μόνο συμβουλή τού δίνει: «Να παίρνεις ό,τι είναι να πάρεις και μετά να τραβάς παρακάτω. Μη σταματάς πουθενά».
Ο Τζεντ συνεχίζει ακάθεκτος και διαπρέπει στους τομείς της κλασικής και μεσαιωνικής φιλολογίας, παρότι μεσολαβεί ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και βρίσκεται για ένα διάστημα να πολεμάει στο πλευρό των Ιταλών Παρτιζάνων. Με την επιστροφή του στον τόπο του, ξαναγυρίζει στο πανεπιστήμιο και παντρεύεται. Όμως η γυναίκα του πεθαίνει λίγο καιρό μετά τον γάμο τους. Ακολουθεί μια θυελλώδης σχέση με μια παλιά του γνώριμη, η οποία σφραγίζει όλο το μυθιστόρημα. Μετά το τέλος αυτής της σχέσης, της συναρπαστικής και ολέθριας, ο Τζεντ θα ξαναπαντρευτεί, θα αποκτήσει έναν γιο, και θα χωρίσει. Και τότε θα έρθει πια η ώρα να κάνει τον απολογισμό του με μάτι κοφτερό και με ανελέητο χιούμορ, σφυροκοπώντας και κατανοώντας, ίσως και δίνοντας άφεση στον εαυτό του.
Όλα αυτά, με φόντο μια Αμερική που σπεύδει να περάσει στη φάση της ευημερίας, τόσο μετά τον Α΄ όσο και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Διότι στο παρασκήνιο των μυθιστορημάτων του Γουόρεν υπάρχει πάντα η Ιστορία. Ενίοτε και στο προσκήνιο.
Το Ένας τόπος για να επιστρέφεις είναι το τελευταίο μυθιστόρημα που έγραψε ο Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν και ένα από τα τρία καλύτερά του, όπως ο ίδιος πίστευε.
Με αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας μάς προσφέρει τρία κλειδιά που μας επιτρέπουν να προσπελάσουμε το συγγραφικό του σύμπαν: τον έρωτα, στη πιο σπαρακτική του διάσταση, την περιπέτεια, με τη μεσαιωνική έννοια της αναζήτησης ενός Γκράαλ, και τον Αμερικανικό Νότο, ως μια διαλεκτική σχέση μεταξύ του ανήκειν και της απάρνησης.
—
Ο Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν γεννήθηκε στο Γκάθρι της Πολιτείας Κεντάκι των ΗΠΑ το 1905 και πέθανε στο Στράτον της Πολιτείας Βερμόντ το 1989.
Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και πανεπιστη-μιακός δάσκαλος, είναι ο μόνος Αμερικανός συγγραφέας που τιμήθηκε τόσο με το βραβείο Πούλιτζερ ποίησης (δύο φορές, το 1957 και το 1979) όσο και με το Πούλιτζερ μυθιστορήματος (για το Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά, το 1947). Είναι επίσης ο πρώτος που έλαβε, το 1986, τον τίτλο του Δαφνοστεφούς Ποιητή των ΗΠΑ. Βραβεύθηκε με το Εθνικό Βραβείο ποίησης των ΗΠΑ και τιμήθηκε με το Medal of Freedom από τον Πρόεδρο Τζίμι Κάρτερ, καθώς επίσης και με το National Medal of Arts. Όπως έγραψαν οι New York Times, το πολυεπίπεδο ποιητικό και πεζογραφικό του έργο καθρεφτίζει με σύνθετο και περίπλοκο τρόπο την ανθρώπινη εμπειρία. Σταθερός στόχος του συγγραφέα είναι να διερευνήσει την έννοια της τιμής και της δικαιοσύνης, της αλήθειας και της ελευθερίας, της ευθύνης και της ενοχής.
«Και τότε, ένα βράδυ, ενώ ήμουν επί σκηνής, απλώς συνέβη. Η δύναμη της έκφρασης μου αποκαλύφθηκε όπως ποτέ άλλοτε.
Και δεν ήταν καν κάτι που αναζητούσα. Αυτή είναι η ομορφιά των πραγμάτων. Όταν δεν την ψάχνεις. Ανοίγω το στόμα μου και, με κάποιον τρόπο, καταλαβαίνω ότι μπορώ να μιλήσω. Οι λέξεις βγαίνουν, και δεν είναι οι λέξεις του Στρίντμπεργκ, αλλά τις προφέρω σαν να είναι δικές μου. Ο κόσμος είναι δικός μου, όπως και τα συναισθήματά μου, και ξεπερνούν τα όρια του Σάουθ Μπρονξ. Εγκατέλειψα το οικείο. Έγινα μέρος κάτι μεγαλύτερου. Ανακάλυψα ότι υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες για μένα, αισθανόμουν ότι ανήκω σε έναν ολόκληρο κόσμο κι όχι μόνο σε ένα μέρος. “Τι είναι αυτό;” αναρωτήθηκα. Μοιάζει σαν να απογειώνομαι. “Ναι, επιτέλους. Είναι εκεί, μπορώ να απλώσω τα χέρια μου και να το αγγίξω. Είναι εκεί και τώρα ξέρω ότι μπορώ να το φτάσω, να το ακουμπήσω” σκέφτηκα. Και ξαφνικά, εκείνη τη στιγμή, ήμουν παγκόσμιος. Ήξερα ότι μετά απ’ αυτό δεν θα ανησυχούσα. Έτρωγα, δεν έτρωγα. Έβγαζα δεν έβγαζα λεφτά. Γινόμουν δεν γινόμουν διάσημος. Όλα αυτά δεν σήμαιναν τίποτα πια. Σε αυτή τη δουλειά, το να μη νοιάζεσαι για τέτοια πράγματα αποτελεί ευτύχημα. Άνοιγε μια πόρτα που δεν οδηγούσε σε καριέρα ούτε σε επιτυχία ή χρήματα, αλλά σε μια ζωτική ενέργεια. Είχα αφουγκραστεί τον εαυτό μου και δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο παρά να πω “Θέλω να κάνω αυτό το πράγμα για πάντα”».
Για τον κόσμο, ο Al Pacino εμφανίστηκε στη μεγάλη οθόνη σαν φλόγα που άναψε ξαφνικά και δεν έσβησε ποτέ. Από την πρώτη του πρωταγωνιστική εμφάνιση στο Πανικός στοΝιντλ Παρκ το 1971, μέχρι τις εμβληματικές ερμηνείες του στον Νονό, το Σέρπικο και τη Σκυλίσια Μέρα, το όνομά του έγινε συνώνυμο με την ένταση, το βάθος και την αλήθεια της υποκριτικής. Μεγάλωσε στο Νότιο Μπρονξ από μια στοργική αλλά ψυχικά ευάλωτη μητέρα και τους παππούδες του, καθώς ο πατέρας του τον εγκατέλειψε σε μικρή ηλικία. Η ζωή στους δρόμους και η ατίθαση παρέα των παιδικών του χρόνων σμίλεψαν τον χαρακτήρα του. Μια καθηγήτρια διέκρινε το ταλέντο του και τον ενθάρρυνε να φοιτήσει στο περίφημο Λύκειο Παραστατικών Τεχνών της Νέας Υόρκης. Από εκεί, δεν υπήρχε επιστροφή. Το Sonny Boy είναι τα απομνημονεύματα ενός άντρα που δεν έχει τίποτα να φοβηθεί και τίποτα να κρύψει. Όλοι οι σπουδαίοι ρόλοι, οι βαθιές σχέσεις, οι δημιουργικές συνεργασίες και η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην τέχνη και στην αγορά ζωντανεύουν ξανά – μέσα από τον ίδιο. Η ιστορία του Al Pacino είναι μια ιστορία για την αγάπη και την αποφασιστικότητα. Ο Pacino είχε την τύχη να ερωτευθεί σε βάθος την τέχνη του πριν καν αντιληφθεί τις υλικές ανταμοιβές της – και αυτή του η αγάπη δεν στέρεψε ποτέ. Αυτό έκανε όλη τη διαφορά.
O Γερμανός φιλόσοφος και φιλόλογος Βίκτορ Κλέμπερερ άρχισε να μελετά τη γλώσσα και τις συγκεκριμένες λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι Ναζί το 1933. Βασιζόμενος σε ποικίλες πηγές (ραδιοφωνικές ομιλίες του Χίτλερ ή του Γκαίμπελς, ανακοινώσεις γεννήσεων και θανάτων, εφημερίδες, βιβλία και μπροσούρες, συζητήσεις κ.λπ.), μπόρεσε να εξετάσει την καταστροφή του γερμανικού πνεύματος και της κουλτούρας από τη ναζιστική «νεογλώσσα». Με το να κρατά λοιπόν το ημερολόγιό του, επιδόθηκε σε μια πράξη αντίστασης και επιβίωσης. Το 1947 από την εργασία του αυτή προέκυψε το βιβλίο LTI: Lingua Tertii Imperii, Η γλώσσα του Τρίτου Ράιχ – Σημειώσεις ενός φιλολόγου, που έγινε κείμενο αναφοράς για κάθε προβληματισμό πάνω στη γλώσσα του ολοκληρωτισμού. Η ανάγνωσή του, σχεδόν γδόντα χρόνια αργότερα, δείχνει πόσο παλεύει ο σύγχρονος κόσμος να θεραπευτεί από εκείνη τη μολυσματική γλώσσα, καθώς και ότι καμία γλώσσα δεν είναι απρόσβλητη από καινούργιες προσπάθειες χειραγώγησης.
Η ανάλυση του Βίκτορ Κλέμπερερ για τη γλώσσα του εθνικοσοσιαλισμού και τον αντίκτυπό της είναι ένα αριστούργημα της ιστοριογραφίας. Ταυτόχρονα, είναι ένα πρώτης τάξεως ιστορικό ντοκουμέντο για την αυτοδιάσωση ενός μελετητή της γλώσσας και της λογοτεχνίας σε μια εποχή απελπισίας. Η Γλώσσα του Τρίτου Ράιχ προέκυψε από την πεποίθηση του Κλέμπερερ ότι η γλώσσα του Τρίτου Ράιχ συνέβαλε στο σχηματισμό της ναζιστικής κουλτούρας. Όπως γράφει: «Δεν πρέπει να εξαφανιστούν μόνο οι ναζιστικές πράξεις αλλά και η ναζιστική ιδεολογία, ο τυπικός ναζιστικός τρόπος σκέψης αι το έδαφος που τον αναπαράγει: η γλώσσα του ναζισμού».
Μια κοινωνία που αλλάζει, η καθημερινότητα, οι δρόμοι, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, η ανήσυχη νέα γενιά που αναδύεται, σαν μια νέα φωνή, μέσα από τον συνδυασμό μουσικής και κοινωνικών ανησυχιών και που συγκρούεται με το κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς· όλα περνούν μέσα από τις σκληρά ρεαλιστικές, σχεδόν γυμνές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες ενός ανθρώπου που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του βουερού ποταμιού της δεκαετίας του ’80.
Το φωτογραφικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ενώ δεν τη νοσταλγούμε, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη;».
Καρτ ποστάλ ενός αιώνα: εικόνες και γράμματα μιας πόλης
Μια συλλογή καρτ ποστάλ της Θεσσαλονίκης από το 1912 ώς τα τέλη της δεκαετίας του 1980, χωρισμένη σε 4 μέρη, με βάση την τεχνική της εκτύπωσής τους. Ένας φόρος τιμής στους αφανείς εργάτες αυτής της τέχνης που τείνει να εκλείψει και στους επιστολογράφους: Γάλλους στρατιώτες του μακεδονικού μετώπου, Εβραίους της Θεσσαλονίκης, Αθηναίους εκδρομείς, μετανάστες στην Αμερική, τουρίστες, φίλους, συγγενείς. Ο Γιάννης Καρλόπουλος εκθέτει ένα τμήμα του τυπογραφικού του αρχείου, ανασυγκροτώντας μια ιδιαίτερη οπτική ταυτότητα της πόλης και σχολιάζοντας όψεις και εικόνες της ιστορίας της και της ζωής της.
Μπορεί ο τρόπος που σκεπτόταν και δρούσε ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης της Ελλάδος, ότι όλα σχεδόν έπρεπε να γίνουν από την αρχή ακολουθώντας μια αυστηρά ιεραρχημένη πορεία που άμεσα θα ελεγχόταν από αυτόν, να φαίνεται σήμερα σε μας, που έχουμε τη μεταγενέστερη γνώση, ρεαλιστικός, σε μερικούς ακόμη και ορθός, ιδιαίτερα αν δούμε πώς χειρίστηκαν τα μικρά ή τα μείζονα ζητήματα όσοι διοίκησαν τη χώρα στη συνέχεια. Αλλά δεν πρέπει να αγνοούμε ότι, στα καποδιστριακά χρόνια, ναι μεν σταδιακά είχε λήξει ο ένοπλος αγώνας, όμως το επαναστατικό πνεύμα και οι προσδοκίες που αυτό δημιούργησε ήταν ακόμη έντονες, όσο ανεδαφικές κι αν ήσαν κάποιες από αυτές. Όσοι αντιπολιτεύτηκαν τον Κυβερνήτη δεν ήταν μόνον εκμεταλλευτές του απλού λαού και όργανα του ξένου παράγοντα, όπως αυτός και οι οπαδοί του τόνιζαν, αλλά πολλοί από αυτούς είχαν οραματιστεί μια άλλη μετεπαναστατική κοινωνία, φιλελεύθερη, στο σχεδιασμό της οποίας ήλπιζαν ότι θα συμμετείχαν ενεργά. Δεν μπορούσαν επομένως να ανεχθούν το αυταρχικό και αυστηρά ιεραρχημένο καποδιστριακό πρότυπο οργάνωσης του νέου κράτους.
Αν όμως επικεντρωθούμε μόνο στις πράγματι συντηρητικές πολιτικές επιλογές του Καποδίστρια και δεν δούμε το σημαντικό έργο που επιτέλεσε ή προσπάθησε να επιτελέσει για την οργάνωση της Ελληνικής Πολιτείας, θα δίναμε μια μερική εικόνα μιας σύνθετης πραγματικότητας. Η εικόνα αυτή θα ήταν ακόμη περισσότερο ελλιπής αν δεν βλέπαμε τα κίνητρα και τις πρακτικές αυτών που δεν συμφώνησαν μαζί του, τον αντιπολιτεύτηκαν και κάποιοι τον δολοφόνησαν. Όσοι, για διάφορους λόγους, τον αντιπολιτεύτηκαν δεν δίστασαν, για να εξασφαλίσουν την απομάκρυνσή του από την εξουσία, να δεχθούν αδιαμαρτύρητα τις όποιες αποφάσεις των Δυνάμεων, να βοηθήσουν τη συνεχή αγγλική προσπάθεια για την υπονόμευση του Κυβερνήτη, να καταφύγουν σε αστήρικτες κατηγορίες και σε συκοφαντίες. Η δολοφονία ανακούφισε μεν όσους φοβούνταν μια οποιασδήποτε μορφής παράταση της εξουσίας του Καποδίστρια, αλλά βύθισε τη χώρα στον εμφύλιο πόλεμο και την ανυποληψία, την οποία ενδεχομένως μόνον αυτός είχε ακόμη τη δυνατότητα, προβαίνοντας σε κάποιες υποχωρήσεις, να αποτρέψει.
Οι πολυετείς ανασκαφικές έρευνες στη θέση Μάντρα και στη νησίδα Τσιμηντήρι, που κατά την αρχαιότητα ήταν ενωμένη με το Δεσποτικό, σε συνάρτηση με τη μελέτη του αρχαιολογικού υλικού, έχουν δώσει τη δυνατότητα να κατανοηθεί πλήρως ο χαρακτήρας μιας από τις πιο σημαντικές θέσεις των Κυκλάδων. Η πρωιμότερη φάση της εγκατάστασης, που ανάγεται στον 8ο αι. π.Χ., είχε οικιστικό χαρακτήρα. Οι ιδρυτές του οικισμού προέρχονταν από την Πάρο. Η ακμή της χρονολογείται στον 6ο αι. π.Χ., όταν γύρω στο 550 π.Χ., με την πόλη της Πάρου να παίζει πρωτεύοντα ρόλο, διαμορφώνεται μεγαλοπρεπές τέμενος αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Η θέση σταδιακά αναδεικνύεται σε ένα από τα μεγαλύτερα θρησκευτικά κέντρα της αρχαϊκής περιόδου στις Κυκλάδες, αφού ο πλούτος και η έκτασή της κατά τον 6ο αι. π.Χ. μπορούν να συγκριθούν μόνο με του ιερού του Απόλλωνα στη Δήλο. Από τα πρώτα χρόνια της ανασκαφής, τα κινητά ευρήματα —και κυρίως τα αγγεία που έφεραν επιγραφές με το όνομά του— είχαν προσδιορίσει τον Απόλλωνα ως τη λατρευόμενη θεότητα του σημαντικού αυτού ιερού.
Αυτό το λεύκωμα κυκλοφορεί λίγους μήνες μετά την ολοκλήρωση της αποκατάστασης του αρχαϊκού Kτιρίου Δ και συμπληρώνει μια σειρά εκδόσεων που έκαναν γνωστούς στο ευρύ κοινό τους θησαυρούς του Δεσποτικού.
Years of excavation at Mandra and on the islet of Tsimintiri, which in ancient times was connected to Despotiko by a strip of land, an isthmus, along with the study of archaeological materials, have allowed scholars to fully understand the character and function of one of the most important sites in the Cyclades. In its earliest phase (8th century BC), the settlement primarily served residential purposes. The founders of this settlement came from the island of Paros. Its heyday dates to the 6th century BC, when around 550 BC, with the city of Paros playing a leading role, a monumental temple dedicated to Apollo was constructed. The site gradually emerged as one of the largest Cycladic religious centres of the Archaic period, its wealth and size in the 6th century BC comparable only to the sanctuary of Apollo on Delos. From the early years of the excavation, finds – mainly vessels bearing inscriptions with his name – had confirmed Apollo as the deity worshipped at this important sanctuary.
This album follows the completion of the restoration of the Archaic Building Δ and complements a series of publications that introduced the treasures of Despotiko to the general public.
Η πολυαγαπημένη τριλογία του Paul Auster, μια μεταμοντέρνα εκδοχή της αστυνομικής και νουάρ μυθοπλασίας, σε graphic novel από τρεις σπουδαίους δημιουργούς.
Το 1994 η Γυάλινη πόλη του Paul Auster έγινε graphic novel, αναδείχθηκε αμέσως ως ένα δημοφιλές κλασικό και κυκλοφόρησε σε περισσότερες από τριάντα χώρες. Όμως η Γυάλινη πόλη ήταν μόνο το πρώτο μυθιστόρημα μιας σειράς βιβλίων, και οι λάτρεις των graphic novel περίμεναν χρόνια για να δουν εικονογραφημένες και τις άλλες δύο ιστορίες της διάσημης Η Τριλογία της Νέας Υόρκης. Τώρα η αναμονή τελείωσε.
Η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Paul Auster είναι μεταμοντέρνα λογοτεχνία μεταμφιεσμένη σε νουάρ μυθιστόρημα, όπου η γλώσσα είναι ο κύριος ύποπτος. Κάθε βιβλίο εξερευνά διαφορετικά φιλοσοφικά θέματα: Στη Γυάλινη πόλη, ένας συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων ερευνά μια δολοφονία και βυθίζεται στην τρέλα· τα Φαντάσματα έχουν πρωταγωνιστή έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ ονόματι Μπλου, ο οποίος παρακολουθεί έναν άντρα ονόματι Μπλακ, για λογαριασμό ενός πελάτη ονόματι Γουάιτ· στο Κλειδωμένο δωμάτιο, ένας άλλος συγγραφέας δυσκολεύεται να γράψει και ελπίζει να το ξεπεράσει εξιχνιάζοντας το μυστήριο της εξαφάνισης του παιδικού του φίλου.
Ο Paul Karasik, ο ιθύνων νους πίσω από τις τρεις διασκευές, ήταν ο καλλιτεχνικός διευθυντής και των τριών βιβλίων. Τη Γυάλινη πόλη την εικονογράφησε ο βραβευμένος δημιουργός κόμικς David Mazzucchelli, τα Φαντάσματα τα εικονογράφησε ο Lorenzo Mattotti, ενώ το Κλειδωμένο δωμάτιο το διασκεύασε και το εικονογράφησε ο ίδιος ο Karasik. Αυτές οι διασκευές εικονοποιούν τα εκλεπτυσμένα γλωσσικά παιχνίδια του Auster: ένα ανάγνωσμα που απευθύνεται τόσο σε απαιτητικούς όσο και σε λιγότερο απαιτητικούς αναγνώστες, και είναι εξαιρετικά διασκεδαστικό.
«Το προσωπικό κίνητρο για τη μελέτη της Ερμούπολης ενισχύθηκε από τη γοητεία που είχε η δημιουργία μιας πόλης εκ του μηδενός μέσα στο καμίνι της Ελληνικής Επανάστασης και η πράγματι εντυπωσιακή ανάπτυξή της: αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες πόλεις του ελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα και συγχρόνως σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο του διεθνούς εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, η εμβέλεια του οποίου ήταν αισθητή στις δύο πλευρές του Αιγαίου και γενικότερα στην Ανατολική Μεσόγειο. Ήταν φανερό ότι τις τύχες της πόλης στην περίοδο της ακμής της διεύθυνε μια αστική τάξη που διατηρούσε, λόγω της οικονομικής της δύναμης, αρκετή ανεξαρτησία από την κεντρική εξουσία και μπόρεσε να αποτυπώσει τις απόψεις της στη φυσιογνωμία του οικισμού αλλά και σε πολλές όψεις της κοινωνικής ζωής.
Η εντύπωση που προκάλεσε η Ερμούπολη στον νεαρό βασιλιά Γεώργιο Α΄ κατά την πρώτη επίσκεψή του σε αυτήν –ο οποίος είπε ότι του θύμισε το Λίβερπουλ– μου έδωσε αφορμή για το πρώτο σκέλος του υπότιτλου του βιβλίου. Ένα άλλο κίνητρο, ίσως το πιο ελκυστικό, ήταν να ερευνηθεί πώς βίωσαν οι Ερμουπολίτες την παρακμή της πόλης τους από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Ποιες αντιστάσεις και εναλλακτικές λύσεις πρόβαλαν, ποιες αντισταθμίσεις αναζήτησαν για να διατηρήσουν κάπως τις παλαιές ισορροπίες, όχι μόνον οικονομικές. Εδώ ξεχωρίζει η τολμηρή απόφαση μερικών κεφαλαιούχων της να ιδρύσουν μεγάλες κλωστοϋφαντουργικές μονάδες στο γύρισμα του αιώνα, να απασχολήσουν εκατοντάδες άνεργων ή υποαπασχολούμενων ανδρών και πλήθος γυναικών. Δημιουργήθηκε έτσι μια πραγματική βαμβακούπολη, που το όνομά της δόθηκε στο δεύτερο σκέλος του υπότιτλου του βιβλίου.
Με τον νέο αυτόν οικονομικό προσανατολισμό η πόλη μπόρεσε να διατηρήσει μια σημαίνουσα θέση μεταξύ των μεγάλων ελληνικών επαρχιακών πόλεων. Κι εδώ η άφιξη μερικών χιλιάδων Μικρασιατών προσφύγων τόνωσε πληθυσμιακά την κοινωνία και επέτρεψε ποικίλες αλληλοσυμπληρώσεις. Από τις αρχές, ωστόσο, της δεκαετίας του 1930 η πόλη θα βιώσει και αυτή τη μεγάλη οικονομική κρίση. Στην Κατοχή θα χάσει από την πείνα περίπου το 1/3 του πληθυσμού της, ποσοστό θνησιμότητας μεγαλύτερο αναλογικά και από αυτό της Αθήνας. Η μεταπολεμική πραγματικότητα θα είναι οδυνηρή. Με δυσκολία επουλώνονται οι πληγές της ξενικής κατοχής, ενώ προστίθενται νέες λόγω του Εμφυλίου, με το τέρμα του οποίου σταματά και η αφήγηση».
[Από τον Πρόλογο του βιβλίου]
Η συγγραφέας των μυθιστορημάτων που έγιναν best seller των New York Times επιστρέφει με ένα τολμηρό, σέξι, τρυφερό, ξεκαρδιστικό, αναπάντεχο μυθιστόρημα για μια γυναίκα που φέρνει τα πάνω κάτω στη ζωή της.
Μια σχεδόν διάσημη καλλιτέχνιδα ανακοινώνει την απόφασή της να διασχίσει τη χώρα οδικώς, από το Λος Άντζελες στη Νέα Υόρκη. Τριάντα λεπτά αφού αποχαιρετήσει τον σύζυγο και το παιδί της, βγαίνει αυθόρμητα από τον αυτοκινητόδρομο, κάνει τσεκ ιν σ’ ένα ταπεινό μοτέλ και παρασύρεται σ’ ένα εντελώς διαφορετικό ταξίδι.
Η Μιράντα Τζουλάι γράφει ένα αναπάντεχο μυθιστόρημα ασυμβίβαστου ερωτισμού, τρυφερότητας και χιούμορ για μια γυναίκα που ανατρέπει τη ζωή της αναζητώντας μια νέα μορφή ελευθερίας. Παίζοντας με το παράλογο και επανεφευρίσκοντας με τρυφερότητα τη σεξουαλική, ρομαντική και καθημερινή ζωή μιας σαρανταπεντάρας, η αφήγηση οικειοποιείται το γνώριμο και το μεταμορφώνει σε κάτι νέο, συναρπαστικό κι ολοζώντανο. Με την υπόγεια ειρωνεία της, το τέλειο κωμικό της ένστικτο, την αφοπλιστική περιέργειά της για τα πιο μύχια της ζωής και την εμφανή απόλαυσή της να δοκιμάζει τα όρια, η Τζουλάι ξεπερνάει εδώ κάθε προσδοκία.
Παιδιά, γονείς, αλεπούδες, σπουργίτια, χωράφια, άγιοι. Δώδεκα διηγήματα, καρποί μιας κερασιάς που ανθίζει κάτω απ’ το νερό.
Μετά το εμβληματικό Αστείο, ο Παλαβός στρέφει το συγγραφικό του ιδίωμα προς την κατεύθυνση ενός άλλοτε τρυφερού και άλλοτε σκληρού ρεαλισμού, σε μια συλλογή με κοινό παρονομαστή την εντοπιότητα, το παιδικό βλέμμα, τη φύση και τη βία. Το Παιδί κυκλοφόρησε το 2023 στα σουηδικά σε μετάφραση του Γιαν Χένρικ Σβαν –Σουηδού μεταφραστή της Όλγκα Τοκάρτσουκ– και το 2025 στα γαλλικά (μετάφραση: Αν Λορ Μπριζάκ).
Κείμενα για ουκ ολίγες βαθιά υποτιμημένες ταινίες, κυρίως από τη δεκαετία του ’70, που απελευθέρωσαν τη ματιά του θεατή από την οικογενειακή τηλεοπτική εικόνα, απενοχοποιώντας περαιτέρω το γυμνό (γυναικείο και αντρικό), την ερωτική περίπτυξη ή και την ερωτική πράξη καθαυτή, τοποθετώντας τα όλα τούτα εντός του ελληνικού τοπίου (φυσικού ή αστικού). Σε μια εποχή συντηρητική, όπως και να το κάνουμε, είναι η λογοκρισία εκείνη που χαλαρώνει –και επί δικτατορίας και επί μεταπολίτευσης–, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει ο ελληνικός κινηματογράφος και οι άνθρωποι που στήριζαν σε αυτόν την επιβίωσή τους (τεχνικοί, αιθουσάρχες κ.λπ.) μετά το βαρύ χτύπημα που του επέφερε η τηλεόραση, δείχνοντας εν ολίγοις όσα δεν μπορούσε να δείξει η TV. Αναδείχθηκαν έτσι νέες ερωτικές περσόνες, σαν εκείνες που υποδύθηκαν η Άννα Φόνσου, η Γκιζέλα Ντάλι, η Δώρα Σιτζάνη, η Ρίτα Μπενσουσάν, η Τίνα Σπάθη, η Ajita Wilson κ.ά., μαζί βεβαίως με τους παρτενέρ τους, τον Θεόδωρο Ρουμπάνη, τον Λευτέρη Γυφτόπουλο, τον Udo Kier, τον Γιώργο Στρατηγάκη, τον Χρήστο Νομικό κ.ά.
Από το βιβλίο δεν απουσιάζουν τα κείμενα και οι πληροφορίες ακόμα και για τον underground ή πειραματικό κινηματογράφο μας, δεν απουσιάζουν οι πρωτοποριακές μουσικές ταινίες, δεν απουσιάζουν και άλλα πολλά, που θα τα ανακαλύψετε σιγά-σιγά.
Eίχα έναν φίλο που πέθανε η μάνα του απότομα, από καρδιά. Ήταν περίεργο παιδί και δεν έκλαψε καθόλου, ούτε με το πρώτο σοκ ούτε μετά – στις εκκλησίες και στους τάφους. Ήταν κλειστός σαν πέτρα, γιατί την αγαπούσε πολύ.
Το βράδυ που έφυγαν οι επισκέπτες από το σπίτι (σχεδόν τους έδιωξε), εξαντλημένος άνοιξε το ψυγείο. Σε ένα τάπερ βρήκε γεμιστά. Τα είχε μαγειρέψει η μάνα του μια μέρα πριν πεθάνει.
Έκατσε στο τραπέζι, μόνος, και άρχισε να τρώει. Ένιωσε κάτι υπόκωφο να του χτυπάει τα σωθικά: η οικειότητα αυτής της γεύσης. Το ρύζι, η ντομάτα, το συγκεκριμένο λάδι, ο συγκεκριμένος άνηθος – αυτό το μείγμα που ανήκε αποκλειστικά στη μάνα του.
Τότε μόνο τον πήραν τα κλάματα. Έκλαιγε κι έτρωγε, σιγά-σιγά, για να μην τελειώσουν γρήγορα τα γεμιστά του. Μέχρι που τέλειωσαν.
________________
Η επώδυνη ενηλικίωση ενός αγοριού στην επαρχία της δεκαετίας του ’60 και του ’70, η παράξενη άνθηση της σεξουαλικότητας, το μπούλινγκ, οι μαγικοί κόσμοι που αναγκάστηκε να εξυφάνει στη μοναξιά του, η ειδυλλιακή εικόνα ενός νησιού που από πίσω κρύβει καταπίεση και φοβο.
Η δειλή του επανάσταση στην εφηβεία και η μεγάλη του απόδραση στην Αθήνα. Ο τρόπος που προσπάθησε να φτιάξει τη ζωή του, δίχως τις ετοιμες λύσεις της πολιτικής ή της θρησκείας – ακολουθώντας το ένστικτό του και παρατηρώντας σχεδόν με ωμότητα το παίγνιο μιάς κοινωνίας υπό διάλυση.
________________
Το νέο βιβλίο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο – δίχως αναστολές και δίχως απολογίες. Με σχεδόν εργαστηριακό βλέμμα καταγράφει την αγριότητα και την ομορφιά που ενυπάρχουν σε κάθε ζωή ·τα τεχνάσματα και τα κατά συνθήκην ψεύδη που χύνονται σαν μέλι στην παντόφλα της δημοσιογραφίας και των social media.
Κυρίως όμως το βιβλίο αυτό είναι ένα tour de force ως προς το ύφος του ― με μια γλώσα μεστή και δωρική, αστραφτερή σαν λάμα και γεμάτη ποιητικές αντηχήσεις.
Είναι μια απόλαυση να το διαβάζεις: τόσο το πρώτο μέρος που συγκεφαλαιώνει τις αφηγήσεις του Νησιού· όσο και το δεύτερο μέρος που μιλά για τον ερχομό στην μεγάλη πόλη.
Στο μεταξύ τα λουλούδια σου έχουν αρχίσει να πεθαίνουν το ένα μετά το άλλο. Ο μυστικός κήπος όπου μπορούσες να κρυφτείς, να σκεφτείς και να κλάψεις σιωπηλά, μέρα τη μέρα αφανίζεται. Προσπαθώ να τα φροντίζω, να τα ποτίζω, να τα κλαδεύω και να τα τρέφω, κι όμως αυτά γνωρίζουν πως κάτι έχει αλλάξει, δεν είσαι εσύ μα ένας ξένος, κάποιος που προσποιείται ότι τα φροντίζει. νιώθουν ότι το κάνει για σένα και όχι γι’ αυτά. Η αζαλέα μαράθηκε πρώτη. ύστερα οι τριανταφυλλιές και η πλουμέρια, οι γαριφαλιές, η τελοπέα, οι κάκτοι, οι ανιγόζανθοι, οι μικροί ευκάλυπτοι, το δεντρολίβανο, η μπάνξια, οι βασιλικοί, τα πάντα. Οι πολύχρωμες μικρές πετούνιες σου ξεράθηκαν, μια καφετιά νεκρή μάζα στη θέση της παλιάς φαντασμαγορίας. Η υπόσχεση που αντιπροσώπευε κάθε λουλούδι βρίσκεται τώρα μουδιασμένη και σφραγισμένη στα μαραμένα τους μπουμπούκια. Ένα πράσινο κυπαρίσσι απομένει, το σπαρτιάτικό σου, που μας θύμιζε τα χρώματα γύρω από την Ολυμπία, και η μικρή ελιά που χάιδευες τόσο τρυφερά, η υπέρτατη λαχτάρα μας για ρίζες. Τα κοιτάζω και με αποδοκιμάζουν. «Μας άφησε,» μουρμουρίζουν θροΐζοντας «άσε μας τώρα κι εσύ, φύγε. Αναζητούμε τα μάτια του Ρόμπερτ, το άγγιγμά του, τη ζεστασιά του. Δεν είσαι εσύ». Αυτό λένε κάθε φορά που προσπαθώ να τα φροντίσω. Με αγνοούν. Νιώθω αβοήθητος, απελπισμένος.
Στην καρδιά κάθε σχέσης υπάρχει ένας κήπος. Κάνω ό,τι μπορώ για να τον κρατήσω ζωντανό, όμως τα λουλούδια ρωτούν συνέχεια για σένα – και δεν ξέρω πώς να τους εξηγήσω το θάνατο, τη μοναξιά, την εκδημία, το πένθος. «Δεν θα υπάρξει καινούρια άνοιξη για μας» λένε το ένα στο άλλο. «Είμαστε εδώ για ν’ ακούσουμε τα λόγια του Ρόμπερτ Τζόζεφ Μήντερ, που μας καλεί στη ζωή. Μας πότιζε ένα ένα, υπομονετικά, στοργικά. Μας έλεγε ιστορίες. Ήταν φίλος μας. Αλλά πού είναι τώρα; Καλύτερα να μην ξαναγεννηθούμε, αφού δεν είναι αυτός εδώ. Τα χέρια του μας κρατούσαν ζωντανά. Η φωνή του συνέθετε τη σαγηνευτική μελαγχολία μας.» Κι ενώ εγώ προσπαθώ να εξηγήσω, παραμένουν απόμακρα, αγνοώντας με – είμαι ο ξένος τώρα, ο παρείσακτος, η περιττή παρουσία.
Ένα από τα πιο σπαρακτικά κείμενα που έχουν γραφτεί για την απώλεια είναι το βιβλίο του Βρασίδα Καραλή για την εκδημία του συντρόφου του Ρόμπερτ Τζόζεφ Μήντερ.
«Το αποχαιρετιστήριο αυτό γράμμα είναι κάπως σαν την καρδιά μου ξεγυμνωμένη, σαν μια προσπάθεια να καταγράψω τι πραγματικά μας κάνει να ζούμε – το μυστήριο της αγάπης και της παρουσίας μας στον κόσμο.» – B.K.
___________
Ο Βρασίδας Καραλής συνομιλεί με τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο για το βιβλίο του «Αποχαιρετισμός στον Ρόμπερτ»
ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ: Ο Βρασίδας Καραλής είναι απέναντί μου, αλλά εγώ τώρα πια, που ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, δεν ξέρω τι να του πω. Την περασμένη άνοιξη έχασε τον σύντροφό του μετά από τριάντα χρόνια κοινής ζωής. Στα κύματα πένθους, οργής και απορίας που τον διακατέχουν έκατσε και έγραψε ένα μικρό βιβλίο στα αγγλικά ‒γιατί ο Βρασίδας ζει στην Αυστραλία πολλά χρόνια τώρα, είναι καθηγητής πανεπιστημίου εκεί‒, ένα γράμμα αγάπης, ουσιαστικά, στον νεκρό του σύντροφο. Πρόκειται για ένα αριστουργηματικό κείμενο μεγάλου πένθους και αξίας, όχι μόνο λογοτεχνικής αλλά και πολιτικής, γιατί για πρώτη φορά εκφράζεται έτσι η αγάπη ανάμεσα σε δύο άντρες, δίχως ίχνος απολογητικής διάθεσης αλλά ούτε και πολεμικής, πικρίας ή επιθετικότητας. Σαν να έχει περάσει το ζήτημα σ’ ένα επόμενο στάδιο που κάποιος δεν μπαίνει καν στη δικαιωματική συζήτηση επειδή δεν του περνάει από το μυαλό ότι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο οποιαδήποτε ανθρώπινα πλάσματα πρέπει να δώσει λογαριασμό για το υψηλό του αίσθημα. Επειδή ο έρωτας ανάμεσα σε δύο οποιαδήποτε ανθρώπινα πλάσματα είναι αυτοδίκαιος και μεγαλειώδης ούτως ή άλλως… Οπότε, Βρασίδα, είμαι τυχερός που το αριστούργημα αυτό κυκλοφορεί στα ελληνικά μεταφρασμένο από την Κατερίνα Σχινά για τις εκδόσεις της LiFO· είμαι τυχερός που σ’ έχω εδώ, απέναντί μου, στο πέρασμά σου από την Αθήνα· αλλά, ειλικρινά, δεν ξέρω αν πρέπει να σου δείξω ξανά τον απέραντο θαυμασμό που νιώθω για το βιβλίο σου ή να σε χτυπήσω στην πλάτη και να σε ρωτήσω: «Και τώρα τι γίνεται; Πώς μπορεί να συνεχιστεί η ζωή;».
ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ: Όπως λέμε στα αγγλικά, η ζωή τώρα είναι at a standstill. Υπάρχει μια περίοδος στασιμότητας μετά από έναν θάνατο, και μάλιστα τον θάνατο ενός ανθρώπου που στάθηκε δίπλα σου τόσο πολλά χρόνια. Το μόνο που νιώθεις είναι ότι η φωνή του άλλου έρχεται από πολύ μακριά, βρίσκεσαι σε μια έρημο και δεν ξέρεις πώς να επικοινωνήσεις με τον άλλο κόσμο, έχεις χάσει το αίσθημα προσανατολισμού και ταυτόχρονα έχεις ένα αίσθημα ματαιότητας. Τι κάνω τώρα εδώ, για ποιον λόγο και προς τι; Η ζωή μου δεν ήταν ποτέ τιμές και μεγαλεία, καθηγητική έδρα και φήμη πανεπιστημιακή, αλλά αυτό που ο Heidegger ονομάζει «Gelassenheit», ηρεμία, ένα είδος γαλήνης. Τη βρίσκεις την ώρα που συγχρονίζεσαι με τον κόσμο μέσω ενός άλλου προσώπου… Αυτή η λογοτεχνία του πένθους, όπως ονομάζεται, μιλάει συνήθως για τον άνθρωπο που γράφει, τι νιώθει και πώς είναι. Αυτά δεν με αφορούν, γιατί, όπως είδες, στο βιβλίο ουσιαστικά προσπάθησα να δω πώς σχετιστήκαμε με τον Ρόμπερτ και ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος.
Σ.Τ.: Διακρίνω ένα είδος υπερβολικής προσοχής για να μη φανεί ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε για σένα αλλά για τον Ρόμπερτ. Γιατί;
Β.Κ: Γιατί δεν γράφτηκε για μένα. Αυτό το βιβλιαράκι, αυτή η επιστολή, είναι μια πρόσκληση, μια χειρονομία προς τον Ρόμπερτ: «Πες μου πού είσαι αυτήν τη στιγμή».
Σ.Τ.: Χειρονομία προς την άβυσσο.
Β.Κ.: Προς την άβυσσο. Και τη σιωπή βέβαια, γιατί δεν πρόκειται να μου απαντήσει ποτέ.
Σ.Τ.: Η στάση σου απέναντι στα άλλα βιβλία που ξεκινούν από μια εκδημία, από μια απώλεια, αλλά οι συγγραφείς μιλούν για τον εαυτό τους, ποια είναι; Γιατί βλέπω ένα είδος περιφρονητικής αναφοράς στο βιβλίο της Joan Didion.
Β.Κ.: Ναι, δεν μου άρεσε καθόλου. Το διάβασα πάρα πολύ προσεκτικά, πριν συμβεί αυτό με τον Ρόμπερτ, και στην αρχή, ξέρεις, συγκινήθηκα, γιατί το γεγονός το ίδιο είναι συγκινητικό. Και ο άντρας της πεθαίνει και η κόρη τους μετά, στο «Blue Nights». Αλλά μιλάει συνέχεια για τον εαυτό της, για το ότι αισθάνεται οίκτο για τον ίδιο της τον εαυτό που έμεινε πίσω. Δεν αισθάνθηκα πότε οίκτο για μένα.
Σ.Τ.: Αλλά;
Β.Κ.: Οργή. Για τον τρόπο που έφυγε. Μετά, όταν βλέπεις ότι το αμετάκλητο της αναχώρησης είναι εκεί, θα μείνει εδραίο, στέκει όπως ένας βράχος μπροστά σου, έκλαψα.
Σ.Τ.: Οπότε ένα από τα στάδια του πένθους είναι η οργή. Αυτή ήρθε πρώτα;
Β.Κ.: Πρώτα η οργή. Μετά, ένα είδος numbness, ένα μούδιασμα. Έψαχνες παντού να τον βρεις και δεν ήταν πουθενά. Αυτό έγινε τη μέρα που τον πήγαμε στο νεκροτομείο και έπρεπε να του φορέσω τα ρούχα. Νομίζω ότι για όσους έχουν ζήσει τον θάνατο αυτή είναι απλώς η πιο τραγική, συγκλονιστική στιγμή. Μου θύμισε αυτό που λέει ο Χριστός στον Ιωάννη, στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη: «Άνοιξε τα χέρια σου τώρα που μπορείς γιατί μια μέρα κάποιοι άλλοι θα τα ανοίξουν, όταν δεν θα μπορείς να τα ανοίξεις». Μου ήρθε αυτό το πράγμα στον νου. Εν τω μεταξύ, την ώρα που προσπάθησα να του βάλω τις κάλτσες, λιποθύμησα. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα ήμουν τόσο αδύναμος.
Σ.Τ.: Είναι κανείς δυνατός μπροστά σε αυτά τα πράγματα;
Β.Κ.: Όχι.
Σ.Τ.: Μόνο από αναισθησία ίσως.
Β.Κ.: Να πω την αλήθεια, δεν κατάλαβα πώς έγινε η ταφή. Πήγαμε στην εκκλησία, στο νεκροταφείο. Είχα διαβάσει όσα έπρεπε να κάνω και έκανα τα πάντα, παρήγγειλα φέρετρο…
Σ.Τ.: Τα έκανες εσύ όλα αυτά;
Β.Κ.: Ναι. Έπρεπε να αγοράσω τον τάφο, να σκεφτώ τι θα μπει πάνω στον τάφο.
Σ.Τ.: Οι φίλοι; Δεν βοήθησαν στα πρακτικά;
Β.Κ.: Δεν μπορούσαν νομίζω.
Σ.Τ.: Αυτό είχε να κάνει και με την, ας το πούμε, κοινωνική μοναξιά του gay ζευγαριού;
Β.Κ.: Α, όχι, ήμασταν πολύ αυτάρκεις μαζί, δεν ήμασταν ποτέ μοναχικοί. Είχαμε πολλούς φίλους, ήθελαν να βοηθήσουν, αλλά είναι μερικά πράγματα που πρέπει…
Σ.Τ.: … να τα κάνεις εσύ.
Β.Κ.: Ναι. Και πρέπει να αντιμετωπίσεις όλο αυτό ως μια τελετή περάσματος. Γιατί αυτό βοηθάει πάρα πολύ εσένα τον ίδιο να πεις «αντίο». Λιποθύμησα ξανά όταν τον κατέβασαν στον τάφο.
Σ.Τ.: Είχες συνείδηση των στιγμών εκείνων;
Β.Κ.: Όχι, όχι. Τον έψαχνα παντού γύρω μου. Έρχονταν οι φίλοι, με αγκάλιαζαν, με φιλούσαν, με χτυπούσαν στην πλάτη και μου έλεγαν: «Είμαστε μαζί σου, έλα να μιλήσουμε». Μου είπε κάποιος, «πρέπει να αποκτήσεις χόμπι τώρα και να ασχοληθείς με τη γιόγκα για να τα ξεχάσεις όλα αυτά». Εγώ δεν καταλάβαινα τι μου έλεγαν και ρωτούσα συνεχώς την ξαδέλφη του, που ήταν δίπλα μας: «Πού είναι ο Ρόμπερτ; Γιατί δεν τον βλέπω εδώ τον Ρόμπερτ; Γιατί με έχει αφήσει μόνο μου εδώ μέσα;». Το μόνο που θυμάμαι είναι οι φωνές των kookaburra, των πουλιών, και τους ανθρώπους που θα έκλειναν τον τάφο, που μου είπαν ξαφνικά: «Πρέπει να ρίξεις αυτά τα ροδοπέταλα πάνω στον τάφο».
Σ.Τ.: Ένα επόμενο στάδιο μετά το μούδιασμα ποιο είναι;
Β.Κ.: Η νεκροφάνεια, νομίζω, η δική μου. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς πέρασε ο Ιούλιος, ο Αύγουστος, ο Σεπτέμβριος. Πέρασαν μήνες που δεν έβγαινα έξω. Είχα αποκοπεί εντελώς απ’ όλο τον κόσμο. Έβγαινα το βράδυ μόνο για να βγάλω βόλτα τα δυο σκυλάκια που είχαμε. Το μόνο που έκανα ήταν να επιστρέφω στο σπίτι, να κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση, να την ανοίγω, αλλά να μη βλέπω καν τι έπαιζε.
Σ.Τ.: Αφέθηκες σε πλήρη παρακμή δηλαδή;
Β.Κ.: Απόλυτη, ναι. Κατατονία απόλυτη.
Σ.Τ.: Έτρωγες, πλενόσουν;
Β.Κ.: Τα έκανα αυτά, ναι, γιατί ήταν ο μόνος τρόπος για να αντιδράσω. Δηλαδή κατάλαβα ότι δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτό. Με έναν περίεργο τρόπο προσπαθούσα να νιώσω αυτό που ένιωθε ο Ρόμπερτ εκείνη τη στιγμή. Γι’ αυτό λέω στο βιβλίο ότι ήταν σαν να μπήκα στον κόσμο του Edgar Allan Poe. Ακούγεται γλυκανάλατο ή ηλίθιο, αλλά έβλεπα οράματα. Έβλεπα πράγματα να εμφανίζονται μπροστά μου. Δεν κοιμόμουν γιατί φοβόμουν ότι από το ταβάνι του δωματίου θα έβγαιναν περίεργες φιγούρες.
Σ.Τ.: Μέσα στο σκοτάδι αυτό τι σε βοηθούσε; Έπαιρνες φάρμακα; Έπινες;
Β.Κ.: Όχι, όχι.
Σ.Τ.: Υπήρχε κάτι που σου έδινε μια μικρή έστω παρηγοριά;
Β.Κ.: Κατάλαβα πώς πολλοί άνθρωποι παίρνουν ναρκωτικά, πίνουν ή πέφτουν σε άλλου είδους καταχρήσεις μετά από ένα τέτοιο γεγονός.
Σ.Τ.: Εσύ πού όρμησες για να βρεις λίγη παρηγοριά;
Β.Κ.: Αρχικά, αφιερώθηκα στα δύο σκυλάκια που είχαμε. Ξαφνικά κατάλαβα ότι εξαρτώνται από μένα. Ήταν πολύ μικρά και αισθάνθηκα υπεύθυνος γι’ αυτά. Έπειτα, γύρω στον Σεπτέμβριο, αποφάσισα να γράψω αυτή την επιστολή.
Σ.Τ.: Υπήρξε κάποια στιγμή που ενεργοποίησε αυτή την επιθυμία; Κάτι ξαφνικό; Ή γεννήθηκε σιγά-σιγά;
Β.Κ.: Υπήρξε μια στιγμή. Άνοιξα την ντουλάπα για να δω τι θα κάνω με τα ρούχα του και όλη αυτή η μυρωδιά, η αίσθηση του αρώματός του –έβαζε πάντα Miyake–, όλο αυτό, με χτύπησε σαν κάποιος να με χαστούκιζε για ώρες, αλλά και σαν να μου έλεγε «πρέπει να επιζήσεις, να το ξεπεράσεις, να ζήσεις και να μιλήσεις γι’ αυτό». Βρήκα τις κάλτσες που του είχα αγοράσει από εδώ, από το Κολωνάκι, μπλε και άσπρες, με την ελληνική σημαία. Του άρεσαν πάρα πολύ, τις φορούσε. Όταν ακούμπησα το παλτό του, ήρθε μια μυρωδιά που έφερε αναμνήσεις με τον τρόπο του Proust. Για να πω την αλήθεια, μου έδωσε ελπίδα όλο αυτό, ώστε να μην παραιτηθώ.
Σ.Τ.: Τα ρούχα αυτά τα έχεις ακόμα;
Β.Κ.: Ναι, ναι.
Σ.Τ.: Τι σκοπεύεις να τα κάνεις;
Β.Κ.: Δεν ξέρω. Θα μείνουν εκεί για πολλά χρόνια νομίζω. Προσπάθησα, λίγο πριν φύγω από την Αυστραλία, να τα δώσω. Στην Αυστραλία υπάρχει η παράδοση μόλις κάποιος πεθαίνει να δίνεις τα ρούχα στους άπορους και στους αστέγους. Ενώ είχα κανονίσει μια συνάντηση με τους Saint Vincent de Paul, μια σχετική οργάνωση, μετά κατάλαβα ότι δεν μπορούσα καν να τα ξεκρεμάσω.
Σ.Τ.: Δικό του ρούχο έχεις φορέσει εσύ;
Β.Κ.: Τις κάλτσες του.
Σ.Τ.: Και νιώθεις κάτι;
Β.Κ.: Δεν μπορώ να πω. Αισθάνομαι ότι ανασυγκροτώ κάποιες στιγμές που ζούσε.
Σ.Τ.: Είναι τρελό, αλλά εμένα, όπως σου έχω ξαναπεί, η μάνα μου μού έδωσε ένα μπουφάν του πατέρα μου είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, και όταν το φόρεσα ήταν σα να με έκαιγε.
Β.Κ.: Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Γιατί κι εγώ με τις κάλτσες του Ρόμπερτ που φορούσα ένιωθα ότι περπατούσα σαν και κείνον. Ότι ήμουν σε μέρη που πήγαινε εκείνος. Είναι περίεργο πράγμα η μνήμη, το τι μπορεί να κάνει, και το πώς προσπαθούμε τόσο απελπισμένα να επικοινωνήσουμε μέσα απ’ αυτά τα μικρά πράγματα.
Σ.Τ.: Ένα από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου είναι εκεί που λες πως, επιστρέφοντας από κάποιο μάθημά του (σ.σ. ήταν δάσκαλος μουσικής), του είπες ότι ήξερες τι μουσική έπαιζε λίγο πριν από τον ρυθμό που περπάταγε- ότι έπαιζε τα «Crisantemi» του Puccini.
Β.Κ.: Ναι, ναι. Υπάρχει και μια άλλη στιγμή. Ο Ρόμπερτ είχε ασφαλώς μουσική παιδεία, αλλά κι εγώ ήξερα μουσική, επειδή είχα ταξιδέψει. Του υπέδειξα να ακούσει το γερμανικό ρέκβιεμ του Brahms, κι ο Ρόμπερτ τρελάθηκε μετά από αυτό, επειδή ήταν και πολύ γερμανόφιλος. Και ξαφνικά, δύο εβδομάδες μετά, του ζήτησαν να το παίξει στο Opera House του Σίδνεϊ. Εγώ ήμουν στη μία πλευρά της αίθουσας, ενώ ο Ρόμπερτ έπαιζε πάνω στη σκηνή. Δεν ξέρω αν έχεις αισθανθεί την καρδιά σου να χτυπάει δύο φορές. Αν και μάς χώριζαν 500 μέτρα, ήμασταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο. Η μουσική του Brahms, ειδικά το δεύτερο μέρος, εκεί που λέει ότι η σάρκα είναι σαν χορτάρι που πεθαίνει και δεν ξανάρχεται… Επικοινωνούσαμε από απόσταση και αισθανόμουν ότι η καρδιά του χτυπούσε δίπλα μου ή μέσα μου ακόμα. Όταν γυρίσαμε στο σπίτι μού είπε το ίδιο και κείνος. «Κάποια στιγμή δεν μπορούσα να παίξω γιατί νόμιζα ότι κάποιος άλλος είναι μέσα μου». Όλα αυτά προέκυψαν μέσα από τη μουσική, όπως καταλαβαίνεις. Γι’ αυτό, όταν φόρεσα τις κάλτσες του, αισθάνθηκα ότι περπατούσα σαν και κείνον, ότι ήμουν σαν και κείνον… Ακούγομαι ευγενής, αλλά είμαι λίγο χωριάτης, άξεστος άνθρωπος.
Σ.Τ.: Ως προς τι; Ως προς την ορμή των συναισθημάτων;
Β.Κ.: Ως προς τη συμπεριφορά μου.
Σ.Τ.: Μα το να έχεις ορμητικά αισθήματα δεν είναι χαρακτηριστικό του χωριάτη. Το αντίθετο. Η μεγάλη μάζα είναι που ζει σ’ ένα συναισθηματικό flatline.
Β.Κ.: Σωστά. Αλλά ο Ρόμπερτ είχε αυτή την εξευγενισμένη αντίληψη των αισθημάτων· μια απλή κίνηση, μια απλή χειρονομία, ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών. Ήταν σαν να έβλεπες έναν αναγεννησιακό πίνακα όταν μιλούσε ο Ρόμπερτ.
#img#
Σ.Τ.: Δηλαδή εσύ δίπλα του ήσουν ο ζωηρός Μεσόγειος ας πούμε;
Β.Κ.: Ναι, ναι, πάντα.
Σ.Τ.: Και έτσι σε αντιμετώπιζε κι αυτός;
Β.Κ.: Αυτός συγκλονιζόταν από τους ζωηρούς Μεσόγειους. Έτσι γίνεται, ό ένας ζητάει από τον άλλον αυτό που ουσιαστικά θα ήθελε να είναι.
Σ.Τ.: Πάντως, το physique σου δεν είναι του κλασικού Έλληνα. Είσαι ξανθός, γαλανομάτης.
Β.Κ.: Ναι, αλλά η συμπεριφορά μου είναι ανθρώπου από τα Κρέστενα νομού Ηλείας. Δεν έχω, ούτε είχα πρόβλημα με αυτό. Δεν προσπάθησα ποτέ να κρύψω τη συμπεριφορά μου. Αν και στην Αυστραλία η συμπεριφορά των ανθρώπων είναι πολύ ελεγχόμενη, εγώ δεν ήθελα να αλλάξω. Ήθελα να μιλάω.
Σ.Τ.: Σαν τυπικός wog;
Β.Κ.: Aκριβώς, με ευθύτητα καταρχάς, με ειλικρίνεια. Δεν μου άρεσαν οι περιφράσεις που πολλές φορές χρησιμοποιούν οι Εγγλέζοι, που μιλούν για τα πιο προφανή πράγματα χωρίς να τα ονομάζουν.
Σ.Τ.: Οπότε, Βρασίδα, τον Σεπτέμβρη αρχίζεις να γράφεις και σιγά-σιγά τα αισθήματά σου μετασχηματίζονται ― μεταβολίζεις τον θάνατο, για να χρησιμοποιήσω μια άσχημη λέξη…
Β.Κ.: Όχι, όχι. Μου πήρε πολύ καιρό, ακόμα και τώρα νομίζω ότι πολεμάω με αυτό το φάντασμα, με την παρουσία του, με το διάνεμα, όπως θα έλεγαν στη δημοτική γλώσσα. Φαντάσου ότι στην Αυστραλία πολλές φορές περπατάω στον δρόμο και μου έρχονται στίχοι του Παλαμά από τον «Τάφο»: «Γίνε αεροφύσημα και γλυκοφίλησέ μας». Άκου κουβέντα τώρα! Ξαφνικά οι συνθήκες τα φέρνουν έτσι ώστε μιλάς με την ποίηση. «Γίνε αεροφύσημα και γλυκοφίλησε μας». Δηλαδή όταν φύσαγε ο άνεμος εγώ περίμενα να έρθει να με φιλήσει ο Ρόμπερτ, να με αγγίξει. Η γραφή με βοήθησε λίγο να το ελέγξω όλον αυτό τον συναισθηματικό στρόβιλο στον οποίο βρισκόμουν για πάρα πολύ καιρό. Μετά έπρεπε να πάω στο πανεπιστήμιο ξανά, να δουλέψω, το πρώτο εξάμηνο μετά τον θάνατο του, αλλά συνέχισα να γράφω μανιωδώς. Δεν κοιμόμουν το βράδυ, υπήρξαν εβδομάδες που δεν κοιμήθηκα καθόλου. Προσπαθούσα να βρω τα ίχνη του παντού, τι είχε αφήσει πίσω, τι έκανε. Κάποια στιγμή, εκεί που έψαχνα τα χαρτιά μου, βρίσκω έναν φάκελο που έλεγε «η διαθήκη μου». Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα υπήρχε διαθήκη. Και ήθελα τα περισσότερα να τα δώσω στον αδελφό του, στην οικογένειά του, παρόλο που είχαν απομακρυνθεί λίγο. Αλλά το βιολί και τη βιόλα που έπαιζε, τα προσωπικά του αντικείμενα, τα κράτησα εγώ.
Σ.Τ.: Δεν σε πονάει που τα βλέπεις;
Β.Κ.: Πολύ, πάρα πολύ.
Σ.Τ.: Δεν σου έχει έρθει η επιθυμία να τα κρύψεις, να τα δώσεις; Να τραβήξεις ένα Χ και να κρατήσεις μεν την υψηλή μνήμη του αλλά να μη βασανίζεσαι από τη θέα και τη μνήμη αυτών των πραγμάτων;
Β.Κ.: Περίεργο! Δεν θέλω να χαθεί από δίπλα μου η παρουσία του όσο ζω. Θα τα κρατήσω μέχρι το τέλος. Δηλαδή θα ήθελα να πεθάνω περιστοιχισμένος από τα δικά του πράγματα. Δεν θα ήθελα να αποχωριστώ όσα μας έδεσαν και μας έφεραν μαζί. Και αυτά είναι μικρά πράγματα. Του Ρόμπερτ του άρεσε πάντα να αγοράζει αυτά τα μικρά κόκκινα λεωφορεία όταν πηγαίναμε στο Λονδίνο. Κάθε φορά που τα πιάνω στα χέρια μου αισθάνομαι γαλήνη. Ταυτόχρονα, μου έρχονται λυγμοί, σκεπτόμενος αυτόν που έφυγε. Λες και βρίσκω τα δάχτυλά του, τα χέρια του πάνω τους, τα αποτυπώματά του. Βλέπεις, πολλές φορές μέσα στην τρέλα μου μιλάω σε αυτά τα άψυχα αντικείμενα. Μη με ρωτήσεις αν μου απαντάνε. Εγώ τους μιλάω.
Σ.Τ.: Εσύ, βέβαια, τώρα είσαι σε κατάσταση έντονου πένθους ακόμα, αλλά, απ’ ό,τι ξέρουμε, η ζωή έχει πολλές πανουργίες για να τραβάει τους ζωντανούς πίσω στους ζωντανούς.
Β.Κ.: Ναι, το ξέρω. Ίσως συμβεί κάποια στιγμή, αλλά θέλω να περάσω μέσα από αυτήν τη χώρα του πένθους και να δω πώς θα με αλλάξει. Και νομίζω με έχει αλλάξει πάρα πολύ.
Σ.Τ.: Οπότε, ως προς τις πανουργίες;
Β.Κ.: Έρχονται κάποιες τετοιες στιγμές, αλλά μετά από λίγο ανοίγεις την πόρτα, μπαίνεις στο σπίτι και ξαναγυρνάς εκεί όπου ήσουνα.
Σ.Τ.: Στο σπίτι.
Β.Κ.: Ναι.
Σ.Τ.: Το λες και το ξαναλές. Καταρχάς, λες μια υπέροχη φράση, ότι τη στιγμή που εκφράστηκε ο έρωτας σας, όταν εκείνος σου είπε «μη με αφήσεις ποτέ», εσύ γύρισες και του απάντησες «μα πού να πάω; Εσύ είσαι το σπίτι μου».
Β.Κ.: Μα ήταν το σπίτι μου. Το πρώτο κείμενο που έγραψα στα αγγλικά, που ήταν οι αναμνήσεις του Μανώλη Λάσκαρη, είχαν αυτή την περίεργη αφιέρωση: ToRobert, home.
Σ.Τ.: Α, τέλειο!
Β.Κ.: Ήταν το σπίτι μου. Επειδή στα νιάτα μου περιπλανήθηκα πάρα πολύ, πήγαινα από δω και από κει, έκανα όλες αυτές τις αλλοκοτιές που κάνουν οι νέοι, ψάχνονται, ψάχνουν.
Σ.Τ.: Ψάχνουν τα όριά τους.
Β.Κ.: Και τα ξεπερνούν πολλές φορές.
Σ.Τ.: Μα άμα δεν τα ξεπεράσεις, πώς θα ξέρεις ότι είναι όρια;
Β.Κ.: Σωστά. Και ξαφνικά, όταν συνάντησα τον Ρόμπερτ, όλα αυτά τελείωσαν. Έναν χρόνο μετά τη συνάντησή μας ήμασταν σε ένα gay bar στο Σίδνεϊ, κοιτάξαμε γύρω μας και αυτόματα, χωρίς να έχουμε μιλήσει καν, μου είπε: «Δεν νομίζεις ότι είναι η ώρα να πάμε σπίτι και να μείνουμε εκεί;». Κοίταξα γύρω και του απάντησα «ναι, ναι αυτό ήθελα να σου πω κι εγώ». Ο Ρόμπερτ για μένα είναι το σημείο αναφοράς και το κέντρο ύπαρξης. Δηλαδή, όλο αυτό το πένθος αφορά και το ότι έχασα το κέντρο μου.
Σ.Τ.: Έχασες το σπίτι σου.
Β.Κ.: Ναι. Και ξαφνικά μένεις σε αυτό το σπίτι, αλλά δεν είναι το σπίτι σου πια.
Σ.Τ.: Γι’ αυτό και μερικές απ’ τις πιο σπαρακτικές σελίδες είναι αυτές που λες ότι ο κήπος σας μαραίνεται ερήμην του Ρόμπερτ.
Β.Κ.: Ναι. Τα λουλούδια με μισούν! Γιατί περίμεναν τον Ρόμπερτ, που τα πρόσεχε συνέχεια. Και έναν μήνα αφού έφυγε κατάλαβα ότι τα λουλούδια δεν με θέλουν. Μου φώναζαν «φύγε από δω, δεν θέλουμε να μας πιάνεις, να μας αγγίζεις», παρόλο που τα πότιζα, τα περιποιόμουν, τα κλάδευα. Τώρα αυτά, θα μου πεις, είναι παραισθήσεις και παράκρουση.
Σ.Τ.: Δεν είναι. Για το σπίτι χρειάζονται δύο.
Β.Κ.: Ναι. Ο Ρόμπερτ είχε μια απίστευτη αίσθηση της τάξης.
Σ.Τ.: Δεν είναι μόνο η τάξη, είναι και αυτό που λες επανειλημμένως: η ολοκλήρωση. Ότι μέσα από τον έρωτα βλέπεις για πρώτη φορά τον εαυτό σου και αισθάνεσαι ότι αυτό το σπασμένο πράγμα που είσαι, κυκλοφορώντας στον κόσμο, γίνεται ένα όταν συναντάς τον έρωτά σου.
Β.Κ.: Ξέρεις, πολλές φορές με πιάνει απόγνωση με αυτό που λένε οι άνθρωποι, ειδικά οι θρησκευόμενοι, «σημασία έχει η αγάπη». Δεν υπάρχει η αγάπη γενικά, υπάρχει η αγάπη ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, αγαπάς κάτι συγκεκριμένο και βάσει αυτής της έντασης, της αφοσίωσης και της αυτοθυσίας πιστεύω ότι πρέπει να κριθούμε. Μόνο έτσι μπορούμε να σταθούμε μπροστά σε μια μεταφυσική κρίση που θα έρχεται από τον Θεό, αν υπάρχει βέβαια θεός, και δεν είναι μία από τις προβολές του Εγώ μας. Εγώ νομίζω ότι το μεγαλύτερο πράγμα που μου έδωσε ο Ρόμπερτ είναι ότι ξαφνικά άρχισα να σκέφτομαι και για κάποιον άλλο, όχι μόνο για τον εαυτό μου.
Σ.Τ.: Στα χρόνια της αλητείας, ας τα πούμε έτσι, γράφεις ότι ήσουν ευτυχισμένος, σχεδόν αυτάρκης. Ωστόσο, θεωρείς ότι ο άνθρωπος ολοκληρώνεται και βρίσκει τα υψηλότερα σημεία του όταν ερωτεύεται.
Β.Κ.: Και γίνεται δέντρο. Με τον άλλο βγάζεις ρίζες, κάνεις καρπούς.
Σ.Τ.: Στις ρίζες βάζεις και τα παιδιά ή…
Β.Κ.:… οτιδήποτε διαλέγει κάθε άνθρωπος να κάνει. Δεν μου αρέσει να γενικεύω.
Σ.Τ.: Σας ήρθε ποτέ η επιθυμία να έχετε παιδιά;
Β.Κ.: Όχι. Νομίζω ότι ήμασταν και οι δύο πολύ αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον, δεν θα ήθελα να κάνω παιδιά ούτε να τα βλέπω ως αντίγραφο του εαυτού μου, όπως ακούσαμε πρόσφατα. Αυτό, νομίζω, ότι είναι το μεγάλο πρόβλημα με τα ανδρικά ζευγάρια πολλές φορές, και η μεγάλη έλλειψη. Ότι ενώ θα ήθελες να έχεις, επιλέγεις να μην το έχεις, να μην το κάνεις. Νομίζω ότι ο Ρόμπερτ ξαναζούσε διαρκώς την παιδική του ηλικία, ήταν ένα παιδί.
Σ.Τ.: Εσύ αυτό το αποδίδεις και σε μια ολόκληρη γενιά, τη γενιά σου, τη γενιά μας. Λες ότι είναι εφηβενήλικες.
Β.Κ.: Ναι. Kidults.
Σ.Τ.: Δηλαδή νοσταλγούν συνέχεια την εφηβεία τους, αρνούνται να μεγαλώσουν.
Β.Κ.: Δεν είναι φανερό;
Σ.Τ.: Ασφαλώς. Το διακρίνεις περισσότερο στους Έλληνες ή μιλάς γενικά;
Β.Κ.: Το διακρίνω παντού. Και στην Αυστραλία το ίδιο είναι, και στον αγγλοσαξονικό κόσμο.
Σ.Τ.: Αναφέρεσαι στους boomers;
Β.Κ.: Στη γενιά μετά τους boomers. Οι boomers έχουν γεράσει.
Σ.Τ.: Μα κι εμείς έχουμε γεράσει.
Β.Κ.: Εννοώ ότι έχουν γεράσει ψυχικά, διότι βασανίστηκαν περισσότερο απ’ ό,τι νομίζουμε. Η γενιά μας έχει αποφασίσει να μείνει στη δεκαετία του ’70. Να μη μεγαλώσουμε, να μην ξεπεράσουμε αυτήν τη δεκαετία, να είμαστε πάντα σε μια διαρκή επαναστατική ή οργασμική διέγερση.
Σ.Τ.: Πάντως δεν ήταν κι άσχημα, Βρασίδα.
Β.Κ.: Ήταν πολύ ωραία.
Σ.Τ.: Το γλεντήσαμε.
Β.Κ.: Το γλεντήσαμε, το απολαύσαμε. Γνωριστήκαμε με ανθρώπους, κάναμε πράξεις άσκοπες, που είναι πολύ σημαντικό.
Σ.Τ.: Αυτή η ανευθυνότητα είχε και την πλάκα της.
Β.Κ.: Είχε και τη σημασία της, από ψυχολογικής πλευράς.
Σ.Τ.: Είχε βέβαια και τις ζημίες της.
Β.Κ.: Ναι, γιατί μερικοί άνθρωποι δεν μπορούν να ξεκολλήσουν. Μπορεί κάποιος να εθιστεί, να χρειάζεται κάθε βράδυ να βγαίνει και να κάνει σεξ με αγνώστους, χωρίς να καταλαβαίνει για ποιον λόγο και στο τέλος, όσο πιο πολύ το κάνεις, τόσο πιο ανικανοποίητος μένεις.
Σ.Τ.: Ισχύει. Εσύ το ένιωθες αυτό;
Β.Κ.: Πάρα πολύ. Γι’ αυτό, κάποια στιγμή, ήμουν λίγο μαζεμένος, μετά τα 26-27.
Σ.Τ.: Ο Ρόμπερτ, όμως, κάποια στιγμή γυρίζει και σου λέει ότι νιώθει βρόμικος λόγω αυτής της σεξουαλικής υπερβολής. Ένιωθες κι εσύ βρόμικος;
Β.Κ.: Ποτέ.
Σ.Τ.: Πώς κι έτσι;
Β.Κ.: Δεν ξέρω.
Σ.Τ.: Και αυτή η διαφορά πού οφείλεται;
Β.Κ.: Είναι η διαφορά μεταξύ Προτεσταντισμού και Ορθοδοξίας νομίζω.
Σ.Τ.: Αυτό λες; Μα και η Ορθοδοξία προκαλεί τόσες ενοχές.
Β.Κ.: Μπα, εγώ την Ορθοδοξία τη βλέπω ως ένα «θεολογικό χορευτικό». Η Ορθοδοξία δεν έχει βάθος, δεν βλέπει τον άνθρωπο ως ψυχολογική σχάση, μια ψυχή η οποία βρίσκεται σε διάλυση. Δεν έχουμε την αυγουστίνεια ανθρωπολογία στην Ορθοδοξία.
Σ.Τ.: Ναι, αλλά δεν ενοχοποιεί τη σεξουαλικότητα;
Β.Κ.: Η Ορθοδοξία ενοχοποιεί τη σεξουαλικότητα, αλλά δεν την κάνει δαιμονική. Ο Προτεσταντισμός την βλέπει ως κάτι δαιμονικό για το οποίο πρέπει να τιμωρηθείς. Εμείς δεν το αισθανόμαστε ποτέ αυτό.
Σ.Τ.: Οπότε το κενό, ας πούμε, που ένιωθες μετά τη σεξουαλική υπερβολή των ’70s ήταν περισσότερο από κόπωση παρά από ενοχή;
Β.Κ.: Κοίταξε, κάποια στιγμή νομίζω ότι πρέπει να λέμε «I had enough», ό,τι ήταν να κάνουμε το κάναμε.
Σ.Τ.: Μου θυμίζεις τον Χριστιανόπουλο που έλεγε ότι «απαραιτήτως ο άνθρωπος πρέπει να σταματάει να πηγαίνει στο ψωνιστήρι στα 57 του χρόνια». Το είχε μετρήσει.
Β.Κ.: (γέλια) Ναι, το είχε μετρήσει. Θα μου πεις ότι υπάρχει η απληστία της επιθυμίας, η επιθυμία είναι απέραντη και απαιτητική πάντα. Αλλά από ένα σημείο και πέρα λες ότι εντάξει, πρέπει να κοιτάξω και τον εαυτό μου τώρα.
Σ.Τ.: Νομίζω ότι ο Απόστολος Παύλος έλεγε: «ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί…»
Β. Κ.: «… ίνα μη υπεραίρωμαι».
Σ.Τ.: Ακριβώς.
Β. Κ.: Δεν μου δόθηκε σκόλοπας, τον δημιούργησα. Δηλαδή κάποια στιγμή είπα ότι εντάξει, έκανες ό,τι έκανες, τώρα πρέπει να βρεις κάποιον και να είσαι μαζί του.
Σ.Τ.: Οπότε συναντηθήκατε εσείς οι δύο άνθρωποι μετά από αυτή την περιπλάνηση που για σένα δεν ήταν μόνο σεξουαλική, είχε κι άλλα, πολύ ωραία πράγματα, μεγάλα ταξίδια, εμπειρίες ― είχες γίνει μέχρι και μοναχός.
Β. Κ.: Καλόγερος. Ναι. Αποτυχημένος βέβαια.
Σ.Τ.: Αποτυχημένος. Αλλά το δοκίμασες. Ως ηθοποιός ίσως- πνευματικός ηθοποιός. Έφτασες μέχρι και τη Μόσχα;
Β. Κ.: Μέχρι τη Μόσχα, το μοναστήρι του Αλεξάνδρου Νιέφσκι.
Σ.Τ.: Πόσο έμεινες εκεί;
Β. Κ.: Περίπου τέσσερις μήνες, δεν άντεξα άλλο. Αν οι ορθόδοξοι καλόγεροι είναι τυπολάτρες και δεν έχουν καμιά αίσθηση πνευματικότητας, οι Ρώσοι πίνουν συνέχεια. Από το πνεύμα στο οινόπνευμα!
Σ.Τ.: Πόσων ετών ήσουν τότε;
Β. Κ.: Είκοσι τρία-είκοσι τέσσερα.
Σ.Τ.: Θα ήσουν και όμορφος.
Β. Κ.: Πολύ.
Σ.Τ.: Ήσουν ένας ξανθός άγγελος, είκοσι τριών ετών, ανάμεσα στους Ρώσους πότες!
Β. Κ.: Όχι απλώς πότες, έπρεπε να τους τραβάω το βράδυ. Θυμάμαι τον ηγούμενο του μοναστηριού που καθόταν κάτω από μια κάνουλα.
Σ.Τ.: Τι πλάκα!
Β. Κ.: Άνοιγε την κάνουλα και έπινε βότκα. Μου θύμιζε Buñuel όλη αυτή η κατάσταση.
Σ.Τ.: Αυτό δεν κατέρριψε κάθε θρησκευτικό σου αίσθημα;
Β. Κ.: Ναι. Τότε αποφάσισα ότι δεν υπάρχει Θεός. Αν αυτοί πιστεύουν, δεν υπάρχει Θεός, αυτό είπα στον εαυτό μου. Μετά πήρα τον Υπερσιβηρικό και ταξίδεψα μέσα από τη Σιβηρία όλη τη Ρωσία, έφτασα μέχρι το Βλαδιβοστόκ. Και εκεί βλέπεις τη φυσική αποκάλυψη του Θεού. Τα δάση, τα χρώματα των δέντρων, τα ζώα, τις αποχρώσεις του χιονιού που νομίζουμε ότι είναι άσπρο, αλλά δεν είναι άσπρο πουθενά, αν το προσέξεις. Ξαφνικά ανακαλύπτεις την ωραιότητα του κόσμου, που όπως λένε οι Ψαλμοί αναγγέλλει τη δόξα του Θεού.
Σ.Τ.: Οπότε έχασες τον Θεό απ’ τη μια μεριά αλλά τον βρήκες απ’ την άλλη.
Β.Κ.: Δεν ξέρω αν λέγεται Θεός. Όπως θα έλεγε ο Spinoza, είναι ο Θεός ή η Φύση; Εγώ πιστεύω σε μια φυσική θεολογία, των προσωκρατικών, ότι τα πάντα είναι πλήρη θεών. Γι’ αυτό δεν είχα ποτέ, αν μου επιτρέπεις, ενοχή. Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει να έχεις ενοχές γι’ αυτό που είσαι. Δεν μπορείς να είσαι ένοχος γι’ αυτό που είσαι! Είσαι αυτό που είσαι.
Σ.Τ.: Αυτό είναι θαυμάσιο όταν συμβαίνει, αλλά, μεγαλώνοντας στην ελληνική επαρχία τη δεκαετία του ’60 ή του ’70, δεν είναι και τόσο εύκολο, μέχρι να σταθείς στα πόδια σου πνευματικά.
Β.Κ.: Ναι.
Σ.Τ.: Ωστόσο εσύ μου λες ότι ποτέ δεν είχες ενοχή.
Β.Κ.: Ποτέ. Αντίθετα, πάντα ήξεραν ότι κάτι ήταν στραβό με αυτό το παιδί.
Σ.Τ.: Αυτή η λέξη, το «στραβό», είναι το θέμα.
Β.Κ.: Μου άρεσε όμως εμένα να είμαι στραβός. Δεν ήθελα να είμαι σαν τους άλλους. Δηλαδή οι άλλοι ήταν, πώς να το πούμε, ένα είδος…
Σ.Τ.: … βαρετής ορθοκανονικότητας.
Β.Κ.: Ναι, και ομοιομορφίας, που έλεγε ότι πρέπει να συμπεριφέρεσαι έτσι, ενώ ο Βρασίδας…
Σ.Τ.: Οπότε, Βρασίδα, συναντηθήκατε με τον Ρόμπερτ, έκλεισε η περίοδος των περιπλανήσεων και ήρθε το αποκαλυπτικό φως του έρωτα. Το οποίο, επίσης, είχε στάδια, φαντάζομαι.
Β.Κ.: Ε, στην αρχή, ξέρεις, είναι ο πόθος. Ο πόθος και το σεξ. Δηλαδή συναντάς κάποιον άνθρωπο και ξαφνικά κολλάτε σωματικά.
Σ.Τ.: Από κει ξεκινούν όλα.
Β.Κ.: Δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε. Για μήνες, για τον πρώτο χρόνο. Ήταν αυτό που έλεγε ο Ερωτόκριτος, «για σένα εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου». Το ένιωσα αυτό. Βρε, διάολε, έκανες σεξ παντού, στον Καναδά, στη Φινλανδία, στη Ρωσία. Και ξαφνικά, βρίσκεις έναν άνθρωπο…
Σ.Τ.: Μάλιστα τον πόθο σού τον δημιούργησε ένα σώμα που ήταν, ας το πούμε, στραβό επίσης, γεμάτο ουλές. Ενός ανθρώπου ο οποίος ντρεπόταν για το σώμα και τη γύμνια του. Ωστόσο αυτή η ευθραυστότητα εσένα σε ερέθισε ακόμα πιο πολύ.
Β.Κ.: Σου είπα, μετά από λίγο δεν θέλαμε να ξεκολλήσουμε. Αυτό το σώμα για μένα ήταν η επαφή με κάτι άλλο πέρα από το σώμα, αν μου επιτρέπεις, το αγκάλιασμα των σωμάτων, ο οργασμός, ο έρωτας, η εκσπερμάτωση, όλα αυτά ήταν μια απάντηση στον Πλάτωνα, στον Χριστό. Αν θυμάσαι, στον Πλάτωνα, στο Συμπόσιο δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που ενώνονται. Λέει η Διοτίμα, «τι είναι αυτό που ζητάτε εσείς οι θνητοί ο ένας από τον άλλον;». Αυτό είναι η απάντηση του έρωτα, σε αυτό το ερώτημα. Και τελικά ήθελα αυτόν. Δεν ήταν μια αφηρημένη ιδέα, μια επικύρωση κοινωνική, μια αναγνώριση.
Σ.Τ.: Αν είναι έτσι όπως τα λες, η θρησκεία θα φοβάται λίγο και τον έρωτα.
Β.Κ.: Κοίταξε, υπερβάλλουμε με τη θρησκεία. Είναι άλλο το θρησκευτικό αίσθημα, ας το πούμε η θρησκευτικότητα, και άλλο η θρησκεία η οργανωμένη. Δεν μιλάω για την Εκκλησία την ορθόδοξη, την οποία θεωρώ έναν αντιπνευματικό οργανισμό και επομένως άφιλο. Δεν μπορείς να κάνεις θεολογία αν δεν έχεις φίλους. Η φιλία, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, είναι αυτή που χτίζει πολιτείες. Αυτή που χτίζει σχέσεις, πολιτεύματα και, τέλος, σχέσεις ερωτικές μεταξύ των ανθρώπων. Λοιπόν, εγώ νομίζω ότι με τον Ρόμπερτ περάσαμε τις τέσσερις λέξεις που έχει η ελληνική γλώσσα γι’ αυτή την πορεία: από τον πόθο, στον έρωτα, στη στοργή και στο τέλος, στην αγάπη. Έγινε αυτή η καταπληκτική μετάβαση.
Σ.Τ.: Από το «σε θέλω» στο «τι θέλεις;».
Β.Κ.: Επομένως, η στοργή σήμαινε ότι έπρεπε να πάρω ευθύνη για τη ζωή του Ρόμπερτ- και την πήρα. Ο Ρόμπερτ μου έλεγε «φύγε, καταστρέφω την καριέρα σου» και του απαντούσα «let it go, δεν με ενδιαφέρει η καριέρα μου, δεν θα ζήσω με την καριέρα μου».
Σ.Τ.: Όταν φτάσατε στα επόμενα στάδια του πόθου, όταν ο πόθος γίνεται στοργή και «τι θές να σου μαγειρέψω σήμερα;», αισθάνθηκες ποτέ ότι αυτό ήταν κάτι πιο χαμηλό, πιο συμβατικό από τα πρώτα στάδια;
Β.Κ.: Εγώ τρελαίνομαι για ρουτίνες. Δεν τις φοβάμαι. Οι ρουτίνες υποδηλώνουν μια σχέση αδιάρρηκτη. Θα κάνεις αυτό, θα κάνω εκείνο, και έχουμε μια πολύ όμορφη σχέση. Όλοι οι άνθρωποι ζουν με αυτές τις ρουτίνες. Ο Καζαντζάκης την ονομάζει «η άγια ρουτίνα της καθημερινότητας». Η ωραιότερη στιγμή είναι να πηγαίνεις στο σπίτι και βλέπεις ένα πιάτο φαγητό να σε περιμένει. Αυτό το έχεις γράψει εσύ για τη μητέρα σου. Ένα καταπληκτικό κομμάτι. Έτρεχα να γυρίσω στο σπίτι πριν έρθει ο Ρόμπερτ για να του φτιάξω μια μπολονέζ ή ένα άλλο φαγητό που του άρεσε. Για μένα ήταν ευτυχία αυτό. Ήταν το απόλυτο, αν μου επιτρέπεις, ήταν έρωτας.
Σ.Τ.: Και για μένα είναι ευτυχία αυτό.
Β.Κ.: Μεγάλη ευτυχία, απόλυτη. Συντονισμός στον κοσμικό ρυθμό πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Ο ήλιος, το ημίφως και το σκοτάδι: αυτά τα ζούσαμε μαζί εκεί πέρα. Βγαίναμε έξω το βράδυ να κάνουμε βόλτες, καθόμασταν δίπλα στα λουλούδια και μιλούσαμε.
Σ.Τ.: Η σεξουαλική απιστία που μπορεί να έρθει σε τέτοιες περιόδους, είναι κάτι που σε πλήγωσε;
Β.Κ.: Στην αρχή, ναι, με πλήγωσε. Ακόμα με πληγώνει… Το έκανα κι εγώ μια φορά. Το ομολογώ.
Σ.Τ.: Γιατί το σώμα εξακολουθεί να έχει τις ανάγκες του.
Β.Κ.: Να πω την αλήθεια, μετά από λίγο το κάνεις μόνο και μόνο γιατί θες να αποδείξεις στον εαυτό σου ότι μπορείς να το κάνεις.
Σ.Τ.: Α! Λες;
Β.Κ.: Ναι. Εγώ έτσι νόμιζα, έτσι το έκανα. Ήθελα να δω αν μπορώ να το κάνω, αν είμαι σε θέση να λειτουργήσω.
Σ.Τ.: Σε πλήγωσε ωστόσο.
Β.Κ.: Πολύ, πάρα πολύ. Πέρασαν μέρες που σχεδόν καθόμασταν δίπλα χωρίς να κάνουμε έρωτα ή οτιδήποτε άλλο, απλώς κρατώντας το χέρι ο ένας του άλλου. Αλλά όπως λέμε στα αγγλικά: «You have to move on». Και προχωρήσαμε.
Σ.Τ.: Εσύ ήσουν τυχερός που δεν ένιωσες τύψεις, ενοχές, μεγαλώνοντας μέσα στη σεξουαλικότητα που έχεις, και έζησες αυτόν τον ανεπίληπτο, ρομαντικό έρωτα. Ωστόσο, η κοινωνία συσχετίζει κουτά πάντα, φαντάζομαι ακόμη και στις δύσκολες στιγμές. Νομίζω ότι αναφέρεις πως στο νοσοκομείο αντιμετωπίσατε εκρήξεις ομοφοβίας ή βλέμματα ομοφοβικά.
Β.Κ.: Πάρα πολλά. Ειδικά στο νοσοκομείο, και από νοσοκόμες κυρίως που προέρχονταν από διαφορετικά πολιτισμικά υπόβαθρα. Αλλά τα ξεπερνούσα. Δεν με ενδιέφερε καθόλου. Κάποτε τους αποκρινόμουν με την ίδια περιφρόνηση.
Σ.Τ.: Ναι, αλλά στη δύσκολη ώρα, αυτό είναι ένας βαθμός δυσκολίας μεγάλος.
Β.Κ.: Ναι. Έκανα το παν να μην το δει ο Ρόμπερτ. Το εισέπραξα μόνος μου, τον προστάτευα από τέτοιου είδους αισθήματα. Δεν ήθελα να νιώσει κάτι τέτοιο σε μια στιγμή αδυναμίας, αρρώστιας, ασθένειας. Εγώ μπορούσα να το αντιμετωπίσω και να απαντήσω, έκανα πολλαπλές αναφορές. Φαντάσου να μπαίνεις σ’ ένα νοσοκομείο που «φωνάζει» ότι είναι εναντίον της ομοφοβίας με τεράστιες αφίσες και μετά να αντιμετωπίζεις αυτό.
Σ.Τ.: Είναι τρομερό, αλλά τη στιγμή που μιλάμε για έναν τέτοιον έρωτα, βλέπεις ότι η κοινωνία, παρότι προσποιείται τη μοντέρνα, είναι σε μεγάλο βαθμό ομοφοβική ακόμα. Ακόμα και η φράση «α, οι ομοφυλόφιλοι μπορούν να ερωτεύονται τόσο βαθιά, τόσο ρομαντικά, τόσο απόλυτα;» ενέχει ομοφοβία.
Β.Κ.: Αν υπάρχει κάτι σημαντικό στο βιβλίο είναι αυτό. Δείχνει πώς ερωτεύονται, αγαπάνε και αφοσιώνονται ο ένας στον άλλο δυο άντρες. Γιατί πολλοί νομίζουν ότι οι gay το μόνο που κάνουν είναι να πηγαίνουν από δω και από κει και να κάνουν ανώνυμο και πολλαπλό σεξ. Ότι είναι «μηχανές του σεξ», όπως λέγαμε παλιά.
Σ.Τ.: Συμφωνώ ότι αυτή είναι η κορυφαία αξία αυτού του βιβλίου.
Β.Κ.: Δεν έχει αποδεικτική αξία, αλλά χωρίς να το καταλάβουμε, δείξαμε και αποδείξαμε ότι η αφοσίωση περνάει μέσα από το σεξ, τον έρωτα, τον πόθο και τελικά γίνεται κάτι πολύ σημαντικότερο, κάτι ευρύτερο, που μας αγκαλιάζει ως ανθρώπους. Ο Freud έχει μιλήσει για τον άγνωστο ωκεανό της γυναικείας ψυχολογίας. Εγώ νομίζω ότι πρέπει να μιλήσουμε κάποια στιγμή για τον απύθμενο ωκεανό της ανδρικής ψυχολογίας, για το πώς σχετίζονται οι άντρες μεταξύ τους.
Σ.Τ.: Οι αρχαίοι Έλληνες λίγο το είχαν οσμιστεί.
Β.Κ.: Ναι, με την έννοια της φιλίας. Γι’ αυτό τον Ρόμπερτ τον ονομάζω Αχιλλέα και Άμλετ μαζί.
Σ.Τ.: Απλώς τώρα πρέπει να ξεπεράσουμε όλες αυτές τις στρώσεις των άλλων πολιτισμών που ακολούθησαν.
Β.Κ.: Κοίταξε, αυτό είναι προσωπική ευθύνη του καθενός. Δεν νομίζω ότι είναι νομοθετικό ζήτημα πλέον. Γιατί η νομοθεσία υπάρχει, αλλά είναι ζήτημα νοοτροπίας, ανθρώπων οι οποίοι είναι φοβισμένοι και οι ίδιοι, τρομοκρατημένοι από τη διαφορά. Όπως είπα, όταν ο Ρόμπερτ ήταν άρρωστος, προσπάθησα να τον προφυλάξω απ’ όλα αυτά. Για μένα το πώς δυο άντρες αγαπιούνται είναι ένα βασικό θέμα που αναδεικνύει αυτό το βιβλίο. Πώς περνάνε απ’ όλες αυτές τις φάσεις, τα στάδια.
Σ.Τ.: Η αρετή αυτού του βιβλίου είναι ότι δεν το χαρακτηρίζει καμία ενοχή, καμία τύψη αλλά και ότι δεν έχει και καμία επιθετικότητα. Είναι unapologetic, αλλά όχι με τον τρόπο που η gay, ας το πούμε, λογοτεχνία μιλά για τον έρωτα. Είναι σαν να μην υφίσταται πια το θέμα, να έχει αυτοδικαίως ξεπεραστεί. Ο έρωτας είναι γυμνός, ασχέτως φύλων, θρησκειών.
Β.Κ.: Είναι ο Ρόμπερτ και ο Βρας.
Σ.Τ.: Και αυτό είναι πραγματικά αποκαλυπτικό. Το βιβλίο σου είναι από τα συγκλονιστικότερα πράγματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια και ελπίζω να βρει το ακροατήριο που του αξίζει.
Β.Κ.: Το έγραψα για να διασώσω τη μνήμη του Ρόμπερτ και της σχέσης μας. Να πω την αλήθεια, εγώ δεν παίζω κανέναν ρόλο σ’ αυτό το βιβλίο. Δεν θέλω να έχω κανένα κέρδος ή αναγνώριση, θέλω ο κόσμος να γνωρίσει τη σχέση μας και να κλάψει λίγο στη μνήμη του Ρόμπερτ, αν μου επιτρέπεις. Ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος, η επαφή του με την Ελλάδα ήταν πολύ ωραία. Είχαμε μια φοβερή εμπειρία στη Σαντορίνη, όπου σχεδόν τον είδα να αιωρείται μπροστά μου – είχα τρελαθεί. Δεν μπορείς να φανταστείς ότι η αγάπη σε φέρνει σε τέτοιες οριακές συγκινήσεις που νόμιζες ότι ανήκουν στη ρομαντική λογοτεχνία ή ότι είναι ψευδαίσθηση. Ξαφνικά τα νιώθεις αυτά, τα ζεις. Στην αρχή δεν μπορείς να το πιστέψεις και λες «μα πώς είναι δυνατό;». Αυτό το εύθραυστο και ευάλωτο σώμα μού δείχνει αυτές τις εμπειρίες που σε άλλες περιπτώσεις θα τις θεωρούσαμε μυστικές, σαν του Μπέμε, του Συμεών του Νέου Θεολόγου ή όλων αυτών των μεγάλων μυστικών. Ξαφνικά, βλέπεις ότι η μυστική εμπειρία κρύβεται σε αυτή την επαφή, σε αυτά τα χέρια, στο φιλί δύο ανθρώπων -αντρών εν προκειμένω-, στο άγγιγμα των σωμάτων, στο αγκάλιασμα, στον αποχαιρετισμό, στο «Θα σε δω το βράδυ. Τι ώρα θα είσαι σπίτι;» «Θα έρθω 7, ίσως και νωρίτερα». Κι εγώ έπρεπε να είμαι εκεί στις 6. Για μένα αυτή η εμπειρία ήταν πολύ σημαντική γιατί όλη αυτή η απλότητα της καθημερινής ζωής είναι τελικά το μεγάλο μυστήριο της ύπαρξης. Απλουστεύεις όσο περνάν τα χρόνια. Βλέπεις τι είναι απολύτως αναγκαίο για τη ζωή σου και, αν μου επιτρέπεις, για την ψυχή σου την ίδια. Έχουμε ξεχάσει ότι έχουμε και ψυχή στις μέρες μας. Και πώς το είδα ότι έχουμε ψυχή; Όταν έφυγε ο Ρόμπερτ το σώμα μου έκανε άλλα πράγματα απ’ αυτά που του έλεγε η ψυχή. Δηλαδή κατάλαβα ότι υπάρχει μέσα μας μια δεύτερη ύπαρξη, αυτό που έλεγε ο Παύλος ο έσω άνθρωπος, που ξαφνικά, όταν χαθεί ο καταλυτής που τον κάνει ζωντανό, δηλαδή η αγάπη, το βλέμμα, το άγγιγμα, η μυρωδιά ενός ανθρώπου, τον ψάχνει.
Σ.Τ.: Καθένας βέβαια αισθάνεται ότι αυτό που έζησε είναι ξεχωριστό. Ωστόσο αισθάνεσαι ότι με αντίστοιχη ένταση ζουν και οι απλοί άνθρωποι τον έρωτα; Το ρωτάω αυτό γιατί στο βιβλίο σου πολύ ορθά λες ότι εμείς είμαστε «παιδιά παιδιών», ότι μεγαλώσαμε στην ελληνική επαρχία με τις γνωστές κακοδαιμονίες και από ανθρώπους που εν πολλοίς ήταν ανέτοιμοι να γίνουν γονείς. Πολλοί από αυτούς ήταν σκληροί, μέθυσοι, μας παράταγαν και, κυρίως, δεν ήξεραν καν πώς να αγαπάνε. Εσύ λοιπόν γεννήθηκες σε μια τέτοια επαρχία που δεν ήξερε να αγαπά. Όμως αγάπησες μ’ έναν βαθύ τρόπο. Πώς έγινε;
Β.Κ.: Κοίταξε, είναι ζήτημα ατομικό και προσωπικό σ’ αυτή την περίπτωση. Δεν θα έλεγα ότι η προηγούμενη γενιά δεν μπορούσε να αγαπήσει, απλώς δεν μπορούσε να εκδηλώσει την αγάπη της και δεν μπορούσε να μιλήσει ποτέ γι’ αυτήν.
Σ.Τ.: Αν δεν το πεις όμως, δεν υπάρχει.
Β.Κ.: Δεν υπάρχει, σωστά. Ήταν ένα ζήτημα αμίλητου πόνου που δημιουργούσε όλη αυτήν τη σύγχυση μέσα τους, που προσπαθούσαν να μας αγαπήσουν, αλλά δεν ήξεραν πώς να το δείξουν και ξαφνικά στρέφονταν εναντίον του εαυτού τους και μετά εναντίον μας. Αυτή είναι η σχέση που είχαμε με τους γονείς μας.
Σ.Τ.: Ισχύει.
Β.Κ.: Αλλά νομίζω ότι, όπως έλεγε ο Ντοστογιέφσκι, μέσα σ’ έναν αμαρτωλό υπάρχει ένας άγιος που παρακαλεί να λυτρωθεί – έτσι γίνεται και σ’ αυτούς. Έρχεται η κατάλληλη στιγμή, ο κατάλληλος άνθρωπος, και ξαφνικά… Εγώ, αν δεν είχα συναντήσει τον Ρόμπερτ, θα ήμουν ένας στείρος ακαδημαϊκός, αν μου επιτρέπεις, ένα απίστευτο ον…
Σ.Τ.: Σίγουρα όχι καταστροφικό, όπως ήταν πολλοί απ’ τους γονείς μας. Δεν θα μοίραζες πόνο δεξιά και αριστερά, ε;
Β.Κ.: Όχι. Θα ήμουν επιτυχημένος, αλλά θα ήμουν και αυτοκαταστροφικός. Αυτά τα πράγματα δείχνουν ότι η γενιά των γονιών μας ήταν και μια γενιά που βγήκε απ’ τον πόλεμο, απ’ την ανέχεια. Δεν ήξεραν, δεν μπορούσαν να εμπιστευτούν κανέναν. Η αγάπη και η φιλία είναι ένα άλμα στο χάος ουσιαστικά, στο μηδέν. Πρέπει να εμπιστευτείς. Εμπιστευόμαστε σήμερα;
Σ.Τ.: Επιμένω στο ερώτημά μου γιατί δεν απαντήθηκε: σε σένα, που είσαι παιδί παιδιών, ποιο ήταν το σκαλοπάτι σου για να ανέβεις σε μια άλλη, καλύτερη κατάσταση;
Β.Κ.: Προφανώς ο Ρόμπερτ.
Σ.Τ.: Ναι, αλλά είχες και τα μάτια να τον δεις. Ποιος σου έδωσε τα μάτια να τον δεις;
Β.Κ.: Δεν ξέρω. Έγινε, τον είδα. Και από την ώρα που τον είδα…
Σ.Τ.: Ήταν η παιδεία σου; Από τα Κρέστενα πώς βρέθηκες στον Ελικώνα, βρε παιδί μου;
Β.Κ.: Ίσως τα Κρέστενα να ήταν ο Ελικώνας μου. Νομίζω ότι μου δόθηκε μια σχέση μαγική στην παιδική μου ηλικία. Οι γονείς μας ήταν άσχετοι, άχρηστοι και αχρείαστοι, όλα αυτά μαζί (γελά). Ήταν αφοσιωμένοι στον εαυτό τους, τρώγονταν ο ένας με τον άλλον. Βέβαια, σε τέτοιες περιπτώσεις στα χωριά έχεις τη γιαγιά. Η οποία με μεγάλωσε με όλα αυτά τα παραμύθια, με όλες αυτές τις νεράιδες, τους κοσμικούς θρύλους. Με έβγαζε το βράδυ, ενώ ήταν σχεδόν τυφλή, και μου ονόμαζε τους αστερισμούς έναν-έναν, μου έδειχνε με το δάχτυλο «εκεί είναι αυτό, εκεί είναι το άλλο». Τα ήξερε, ενώ ήταν τυφλή σχεδόν.
Σ.Τ.: Αυτό είναι η απάντηση. Είχες αυτό το μαγικό πρόσωπο.
Β.Κ.: Μαγικότατο. Ήταν η Πότνια θηρών της παιδικής μου ηλικίας ουσιαστικά αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος μου έδωσε τη δυνατότητα να είμαι ανοιχτός στον αιφνιδιασμό, κι αν μου επιτρέπεις μια έκφραση θρησκευτική, στο θαύμα. Το να βλέπεις τον άλλον άνθρωπο, είναι ένα θαύμα, το οποίο σου δίνεται εκεί που δεν το περιμένεις, και ανοίγει μέσα στην καρδιά και στην ψυχή σου τον κόσμο του παραμυθιού, του θρύλου.
Σ.Τ.: Πολλοί λαϊκοί άνθρωποι το έχουν.
Β.Κ.: Ναι. Στη γιαγιά μου αυτό ήταν βασικό, γιατί αυτή μας μεγάλωσε. Οι γονείς μας ήταν ναι μεν αλλά, ήξεις αφήξεις. Η γιαγιά μου ήταν το σταθερό σημείο του περιστρεφόμενου κόσμου μου, ο άνθρωπος που σου ανοίγει ένα άλλο σύμπαν, που δεν είναι το πεζό, το καθημερινό αλλά το σύμπαν των απροσδόκητων συνειρμών, της απροσδόκητης σχέσης με τον φυσικό κόσμο και των αόρατων πραγμάτων που υπάρχουν μέσα στον φυσικό κόσμο. Σου τα δίνει κάποιος εκεί που δεν το περιμένεις.
Σ.Τ.: Ήταν, λοιπόν, αυτά που σου έδωσε η γιαγιά σου και, φαντάζομαι, μετά τα διαβάσματά σου, οι φιλίες σου.
Β.Κ.: Είχα πολλούς φίλους. Επίσης, κάτι που πρέπει να ομολογήσουμε –πρέπει να το έχεις νιώσει κι εσύ– είναι ότι οι φίλοι μου που πέθαναν από AIDS ήταν πολύ μεγάλη μαθητεία για μένα, π.χ. ο φίλος μου ο Αντώνης ο Σταυροπιεράκος, που πέθανε μόνος του στον Καναδά. Μέχρι τώρα δεν έχω ξεπεράσει τον θάνατο αυτού του ανθρώπου. Έμεινε μόνος του γιατί τον είχαν αποκηρύξει οι γονείς του και όλοι οι άλλοι, κι εγώ ήταν αδύνατο να βρω εισιτήριο για να πάω να τον δω.
Σ.Τ.: Αυτή η εμπειρία ως προς τι σε ωρίμασε; Τι σε έκανε να σκεφτείς;
Β.Κ.: Το εύθραυστο της ανθρώπινης ζωής, την τρωτότητα που έχουμε όλοι και ταυτόχρονα τη σκληρότητα του κόσμου, το να εγκαταλείπεις το παιδί σου ή τον φίλο σου μόνο και μόνο γι’ αυτό.
Σ.Τ.: Και σ’ έκανε ίσως και λίγο πιο ατρόμητο απέναντι στα δικά σου αισθήματα.
Β.Κ.: Ένας δεύτερος φίλος μου, για τον οποίο έχω γράψει, ο Άλκης, πέθανε στα χέρια μου την εποχή που όλοι τρόμαζαν να αγγίξουν και, ξέρεις, αυτό ξαφνικά σε λιώνει, όλες οι αντιστάσεις σου πέφτουν, περιμένεις το θαύμα να έρθει. Και ήρθε, και μέσα από αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ήταν μόνο αυτοί, ήταν κι άλλοι και λυπήθηκα πάρα πολύ όταν έφυγαν απ’ τη ζωή. Τουλάχιστον ο θάνατος τούς βρήκε με μένα δίπλα τους, που ήμουν ένα φιλικό πρόσωπο. Του Άλκη ειδικά, που πέθανε στα χέρια μου, του τραγουδούσα δημοτικά τραγούδια.
Σ.Τ.: Από αυτές τις εμπειρίες, αλλά κυρίως από την εμπειρία που περιγράφεις στο βιβλίο σου, τον δικό σου θάνατο πώς τον σκέφτεσαι;
Β.Κ.: Σκέφτομαι ότι πρέπει να προετοιμαστώ γι’ αυτή την εμπειρία. Δεν φοβάμαι πλέον, γιατί νομίζω…
Σ.Τ.: Αλήθεια, βρε Βρασίδα; Δεν φοβάσαι;
Β.Κ.: Όχι. Ερχόμαστε σε αυτήν τη ζωή να κάνουμε ορισμένα πράγματα –το γράφω στο βιβλίο–, εγώ τα έχω κάνει ήδη. Δυστυχώς, η ζωή μου ήταν, αν μου επιτρέπεις, πολύ επιτυχημένη.
Σ.Τ.: Ναι, αλλά η ζωή είναι πάντα γλυκιά.
Β.Κ.: Πάρα πολύ.
Σ.Τ.: Πήρες τώρα το αεροπλάνο και ήρθες από την Αυστραλία εδώ για να μιλήσεις για έναν σκηνοθέτη του σινεμά. Αυτό, όσο λίγη, όσο χλωμή χαρά και αν είναι, είναι χαρά.
Β.Κ.: Και ένας αποχαιρετισμός. Μου αρέσουν πάρα πολύ τα τέσσερα τελευταία τραγούδια τους Στράους. Τα έχεις ακούσει;
Σ.Τ.: Τα έχω ακούσει.
Β.Κ.: Αυτό είναι. Εμένα μ’ αρέσει.
Σ.Τ.: Ακόμα και αυτό έχει μεγάλη γλύκα- στα 84 χρόνια του τα έγραψε!
Β.Κ.: Ίσως και ο θάνατος να είναι κάτι γλυκό, έτσι; Ένας αποχαιρετισμός σ’ αυτά που αγαπάμε. Θυμάσαι τι έλεγαν οι στωικοί, «πόσο άξια ζήσαμε». Την ώρα που κλείνεις τα μάτια η μεγαλύτερη εμπειρία είναι να πεις πόσο ωραία ζήσαμε τελικά – που είναι πολύ σημαντικό.
Σ.Τ.: Αυτό είναι ιδανικό να ακούγεται. Αλλά θέλει κανείς να πεθάνει;
Β.Κ.: Όχι, αλλά μπορώ να φανταστώ αυτόν τον κόσμο χωρίς εμένα.
Σ.Τ.: Εγώ ίσως είμαι αφιλοσόφητος εντελώς, αλλά, παρότι δεν με ενδιαφέρει καθόλου, ούτε ματαιοδοξίες έχω ότι θα αφήσω ίχνη, θέλω να είμαι εδώ, να βλέπω το φως, τον αέρα, τους δρόμους, τα αυτοκίνητα… Δεν έχω χορτάσει τις εικόνες αυτές.
Β.Κ.: Και δεν μπορούμε να τις χορτάσουμε έτσι; Είμαστε φτιαγμένοι γι’ αυτές τις εικόνες.
Σ.Τ.: Γι’ αυτό ρωτάω εσένα.
Β.Κ.: Έχω την εντύπωση ότι έχω ολοκληρώσει τον κύκλο μου. Δηλαδή, κλείνω. Και βλέπω τον ορίζοντα, πλησιάζω προς τον ορίζοντα. Γλυκόπικρο αυτό το πράγμα.
Σ.Τ.: Η δημιουργία;
Β.Κ.: Θα την εγκαταλείψω κάποια στιγμή. Νομίζω ότι έκανα αρκετά. Αυτό το κείμενο, αυτό το γράμμα για τον Ρόμπερτ είναι νομίζω η ακραία μου, πως να το πω, άσκηση και ασκητική. Φτάνει.
PODCAST:
O BΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ «ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΡΟΜΠΕΡΤ»
Ηλιου φαεινότερο λοιπόν ότι τα κείμενα αυτού του ανθρώπου, έχουν το μυστικό μιας ακριβοθώρητης γοητείας που δεν είναι δάνειο, κρυπτομνησία ή συστηματικό αλληθώρισμα, αλλά προσωπικό ένστικτο. Στα ταξιδιωτικά του αυτή η αρετή είναι διάχυτη. Πριν απο όλα εντυπωσιάζει το διαζύγιο με το «πνεύμα της βαρύτητας». Πουθενά ακρογωνιαίος λίθος, αγκονάρι ή φέροντες οργανισμοί. Αυτή η υδάτινη ροϊκότητα που άλλοτε μιμείται τον αέρα και άλλοτε πέφτει απο ψηλά, συνιστά ενα κατασταλαγμένο μάθημα ζωής, ενα είδος φυσιογνωμίας που μεταλλάσσεται ανάλογα με τη διάθεση και το έναυσμα της στιγμής.
– ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, Κωστής Παπαγιώργης
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΚΔΟΣΗ
Διαβάζοντας μετά από χρόνια τα σύντομα αυτά κείμενα, διαπιστώνω πρωτίστως ότι δεν είναι ταξιδιωτικά. Λίγα μαθαίνει κανείς για ξένους τόπους. Οι χώρες και οι πόλεις είναι σκηνικά σε ένα παλιό δράμα: τον μπερδεμένο μου εαυτό. Υπό αυτή την έννοια, μικρή διαφορά κάνει αν όσα αναφέρω συνέβησαν στο Ρίο, τη Δαμασκό ή την Αθήνα. Αυτό που πε- ριγράφεται είναι η πορεία ενός ανθρώπου από την κουζίνα ως το μπαλκόνι του, να πάρει αέρα, να μη σκάσει. Και να μετρήσει τα τετραγωνικά του κόσμου του.
Όντως ταξίδευα πολύ εκείνα τα χρόνια – αν θεωρήσουμε ότι ταξιδεύει πολύ εκείνος που διαρκώς είναι σε ένα αεροπλάνο ή αυτοκίνητο. Δεν ταξίδευα. Έφευγα από τον έναν τόπο στον άλλον. Ήταν μετακινήσεις σε θερμά κλίματα, αποδημητικό ένστικτο – ο μόνος τρόπος που ήξερα για να φτιάξω ένα αεροστεγές σύστημα εκτός κοινωνίας, που να μου δίνει ηδονή και αίσθημα ανωτερότητας, ενώ μου επέτρεπε να μετεωρίζομαι σαν τουρίστας μέσα στην εβδομάδα των άλλων. Αν συνέβαινε μια στραβή, πάντα σκεφτόμουν: «Και τι με νοιάζει, την Πέμπτη θα είμαι αλλού».
Τη Δευτέρα, όμως, ήμουν πίσω.
Δυστυχώς, όταν έγραφα αυτό το βιβλίο δεν είχα την τόλμη να μιλήσω ανοιχτά και να πω ότι το βασικό και κύριο ζητούμενο στα ταξίδια εκείνης της εποχής ήταν τα γούστα μου. Το ποτό και το σεξ. Δεν εννοώ τον σεξοτουρισμό -δεν είμαι φαν του είδους-, εννοώ τη διασκέδαση σε μπαρ και κλαμπ και όσα επακολουθούν όταν είσαι νέος. Διέσχισα εκείνη τη
δεκαετία λιώμα – αυτό που ήθελα μόνο ήταν να τραβιέμαι σε άγνωστα μέρη, να πίνω και να κάνω σεξ. Θα είχε νόημα να έγραφα περισσότερα για τη λάσπη στον πάτο της εικόνας, το πουλάκι όμως πέταξε: απλώς δεν ήμουν έτοιμος.
Παρ’ όλα αυτά, δεν λέω ψέματα. Κι αυτό ίσως είναι το πιο αξιοπερίεργο: πώς τα ρευστά, υπαινικτικά αυτά κείμενα πέφτουν σαν γάτες από τον έκτο και προσγειώνονται όρθια. Μπορεί να μην περιγράφω τις λεπτομέρειες μιας συνουσίας (με αυτήν τη μοντέρνα σαφήνεια που προσωπικώς βαριέμαι), περιγράφω όμως εκείνο που τελικά μέτραγε πιο πολύ: το μελαγχολικό ξενέρωμα της άλλης μέρας. Διότι ο κανονικός τίτλος αυτού του βιβλίου θα έπρεπε να είναι «Κυνηγώντας την ουρά μου: Πώς ο άνθρωπος που δεν έχει αγάπη, είναι βαρέλι δίχως πάτο. Και δεν θα χορτάσει ποτέ».
Στα μεσοδιαστήματα εκείνου του κυνηγητού, ναι, έζησα και μερικές στιγμές αλλόκοτης αγνότητας. Και μαγείας. Είδα αυτό που λένε, τη δρόσο των άστρων. Ζεστές, πράσινες θάλασσες. Χειρονομίες ανείπωτης ευγένειας. Το μονοπάτι της υπερβολής μου πέρναγε μέσα από έναν κήπο. Είμαι ευγνώμων που τον διέσχισα, έστω παραπατώντας.
Υπό αυτή την έννοια, ο Παλιός Καταρράκτης, χρόνια εξαντλημένος, είναι ένα βιβλίο που ήθελα να υπάρχει. Χωρίς να διεκδικεί τίποτα, περιγράφει πώς κάποιος έφτιαξε κόσμο, παραδέρνοντας μεταξύ λαγνείας και ποίησης.
«Οι Άραβες των βάλτων», που εκδόθηκαν το 1964, δεν ήταν το πρώτο βιβλίο του Θέσιγκερ. Προηγήθηκαν οι «Άμμοι της Αραβίας» το 1959, όπου και πάλι περιγράφεται ένα φυσικό και ανθρώπινο τοπίο που απειλείται με καταστροφή, καταστροφή την οποία επέφερε η εκμετάλλευση του πετρελαίου -αγωγοί, εγκαταστάσεις, δρόμοι που χάραξαν με βαθιές ουλές την έρημο, αυτοκίνητα που αντικατέστησαν τις καμήλες, η εξαφάνιση του βεδουίνου, ενός πανάρχαιου ανθρώπινου τύπου σε απόλυτη συμφωνία με το περιβάλλον του. Έτσι, και στα δύο του βιβλία ο Θέσιγκερ καταγράφει παραδείσους που υπήρξαν. Δεν νομίζω ότι ο συγγραφικός του στόχος ήταν αποκλειστικά “οικολογικός” -άλλωστε, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε οικολογικός προβληματισμός, όπως τον εννοούμε σήμερα. Οπωσδήποτε είναι πρωτοπόρος σε μια οικολογική ανησυχία και προβλέπει επερχόμενα δεινά, αλλά πιστεύω ότι οι “Άραβες των βάλτων”, όπως και οι “Άμμοι της Αραβίας”, είναι κάτι περισσότερο από οικολογικές ελεγείες. Έχουν τη δύναμη, την πειστικότητα της λογοτεχνίας. Διαισθάνομαι ότι αυτή ενδεχομένως ήταν η βαθύτερη πρόθεση του Θέσιγκερ: να γράψει ένα βιβλίο που να εκφράζει έναν κόσμο, να μεταφέρει τις οικολογικές του ανησυχίες αλλά ταυτόχρονα να αποτελεί το βιβλίο καθεαυτό κόσμο, πέραν της αναπαράστασης. Ήθελε προφανώς να γράψει ένα ωραίο βιβλίο, ένα “λογοτεχνικό” βιβλίο και το πέτυχε. Αυτό άλλωστε είναι τελικά η λογοτεχνία. Όταν η μορφή είναι κάτι σαν περιεχόμενο, ένα είδος περιεχομένου… […]
―από συνέντευξη του μεταφραστή Άρη Μπερλή στη LIFO
ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ -ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΕΝΗ ΜΕ ΝΕΑ, ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
__________
Το εξαντλημένο αριστούργημα της Μαλβίνας Κάραλη «Σαββατογεννημένη» επανακυκλοφορεί από τα LIFO Bιβλία,δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση. Εκτός από τα κείμενα της πρώτης έκδοσης περιέχει και ένα παράρτημα με νέα, ακυκλοφόρητα κείμενα, ενώ το εξώφυλλο κοσμεί μια φωτογραφία της στην οδό Eυριπίδου από τον Σπύρο Στάβερη.
Στον πρόλογο της νέας έκδοσης, ο εκδότης Στάθης Τσαγκαρουσιάνος αναφέρει χαρακτηριστικά:
Δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από την πρώτη έκδοση του βιβλίου αυτού. Λογικά θα έπρεπε να κοπάσει το ενδιαφέρον γύρω από τη Μαλβίνα. Δεν εμφανίζεται πια στην τηλεόραση, τα γούστα έχουν αλλάξει, η Ελλάδα γνώρισε σεισμικές αλλαγές. Κι όμως. Όλες αυτές οι αλλαγές βοήθησαν ώστε ο μύθος της να ενταθεί. Η ζήτηση του εξαντλημένου βιβλίου της ήταν αυξανόμενη στα γραφεία μας. Υπήρχε λόγος.
Οι πολλαπλές κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας απεμπλούτισαν τα ελληνικά media από κάθε διαφορετικότητα ή τόλμη. Στο νέο ρημαδιό η ανάμνηση της Μαλβίνας φαντάζει σαν επιστημονική φαντασία. Υπήρξε ποτέ μια τέτοια περίπτωση; Τέτοιο αστραφτερό, σβέλτο, ιδιοσυγκρασιακό γράψιμο! Με τέτοιο πλούτο σε συνειρμούς και αναφορές! Με τέτοια τόλμη απέναντι στην εξουσία!
____________
Αυτά είναι τα καλύτερα κείμενα που έγραψε ποτέ η Μαλβίνα. Με διαφορά. Έχουν κάτι ρωμαλέο και αστραφτερό, αν και μιλούν για θέματα της καρδιάς και του θανάτου. Ο χρόνος τα αύξησε. Ανέδειξε το μεταλλικό ύφος τους, την πυκνή ευφυΐα τους. Ειδικά τα κείμενα της Νέας Υόρκης, τους μήνες της αρρώστιας, έχουν κάτι σπάνιο. Είναι μια λοξή συνομιλία με το θάνατο, γεμάτη δέος, οργή και κούραση. Είναι λαμπρά δοκίμια για τις περιπέτειες του έρωτα, την ελληνική κοινωνία με τους εξωφρενικούς χαρακτήρες της, τη σκέψη του θανάτου και τα διλήμματα της συνείδησης. Ταυτοχρόνως είναι το κρυπτικό ημερολόγιο ενός υπέροχου και μαύρου κοριτσιού, που έφυγε νωρίς.
Δέκα Έλληνες συγγραφείς που έχουν ξεχωρίσει τα τελευταία χρόνια εμπνέονται από την Ελληνική Επανάσταση και δημιουργούν ιστορίες ηρώων και αντιηρώων, αληθινές και φανταστικές, βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα αλλά και με μια δόση fiction. Τα δέκα διηγήματα που γράφτηκαν με ανάθεση της LiFΟ είναι εξαιρετικά δείγματα της νέας λογοτεχνίας, με πρωταγωνιστές πρόσωπα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον αγώνα για την ελευθερία αλλά και ανθρώπους «ασήμαντους», με τους οποίους δεν είχε ασχοληθεί κανείς, από τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Νικηταρά, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και την κυρά του Κάστρου της Ακροπόλεως, την Νταλιάνα, μέχρι την Καχριέ, μια νεαρή τουρκοπούλα που έγινε κατάσκοπος των Ελλήνων, αλλά και τους ρομαντικούς στο Μεσολόγγι.
Η Ευτυχία Γιαννάκη γράφει ορμώμενη από τους μύθους και τις φήμες της περιοχής του Ερεχθείου, όπου μεγάλωσε, σχετικά με την Ασήμω Γκούρα ή Νταλιάνα στο διήγημα «Νταλιάνα, τα κουμπούρια σου», ο Βασίλειος Φ. Δρόλιας, στον «Αποχαιρετισμό», γράφει για τις κρυπτογραφημένες ιστορίες που βρήκε στα τετράδια του παππού του, ο Χρίστος Κυθρεώτης στο διήγημα «Η φωνή μας» έχει κεντρικό ήρωα τον εκδότη μιας πατρινής εφημερίδας, ο οποίος την περίοδο των Ιουνιακών του 1863 βρίσκεται στην Αθήνα, ο Μιχάλης Μαλανδράκης γράφει για τον Νικηταρά στο διήγημά του «Μόνο σκιές», ο Μάκης Μαλαφέκας στο «Κάποτε στο Μεσολόγγι» φαντάζεται τον διάλογο δύο ρομαντικών στο Μεσολόγγι για το ’21, ο Βαγγέλης Μπέκας, με τον «Μάρκο», εστιάζει σε ένα περιστατικό που συνέβη το βράδυ πριν από τη σφαγή του λόχου των φιλελλήνων στο Πέτα με πρωταγωνιστή τον Μάρκο Μπότσαρη, η Μαρία Ξυλούρη, στο «Ξετρύπι», μας μεταφέρει στην Κρήτη, γράφοντας για τη σφαγή γυναικόπαιδων σε καταφύγιο, ενώ επίκειται επίθεση σε κοντινό τους μοναστήρι, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος στο «Γρίκα» έχει πρωταγωνιστή έναν ακαδημαϊκό που μελετάει τη Νεότερη Ελληνική Ιστορία και αναμετριέται με τον ιστορικό γρίφο του επιτεύγματος του Οδυσσέα Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς, η Βασιλική Πέτσα ξανακοιτάζει την Επανάσταση υπό την οπτική του παρόντος στο διήγημά της «Ο Γιάννης Πασάς πόσταρε στον τοίχο του Κίτσου Μπότσαρη το τραγούδι “Hide me”» και η Βίβιαν Στεργίου γράφει για την Καχριέ, την κόρη του βοεβόδα των Καλαβρύτων, μια όμορφη τουρκοπούλα που μετέδιδε πληροφόρηση στους επαναστατημένους Έλληνες, στο διήγημα «Για σένα βγάζει το σώμα φύλλα».
θέλω να με πας στα πανηγύρια *
Σ’ αυτά τα τριήμερα που τραγουδάει η Ξανθή Περράκη ακόμη κι όταν δεν τραγουδάει, με χάρτινα τραπεζομάντιλα μες στη λίγδα, να καθίσουμε κάτω απ’ τα ηχεία, να μην ακούς αυτά που σου λέω και να μην καταλαβαίνω αυτά που μου λες. Να είναι της Παναγιάς ανήμερα και να ’χει κλάψει η εικόνα και να ’χουν βγει τα φιδάκια να γλείψουν τα δάκρυα και να ’χουν μοσχοβολήσει τα κρινάκια. Όλα να ’ναι νάι νάι νάι κι εσύ ο πιο Παναγιώτης, γιατί θα σ’ έχω ξεματιάσει αποβραδίς με λάδι και αλάτι και θ’ αστράφτεις σαν πάλκο. Κι όλο θα φέρνεις μπίρες κουτάκια με το εύκολο άνοιγμα και θα με ταΐζεις λουκάνικα με πράσο μέχρι ν’ ανοίξει το στομάχι απ’ την τόση ευτυχία και να πεταχτούν οι λέξεις που έκρυβα πρόχειρα στους πεπτικούς σωλήνες και σ’ άλλες θαλάσσιες σπηλιές. Και μπίρα την μπίρα, ηχείο το ηχείο, γαρίφαλο το γαρίφαλο, τίποτε δεν θα ’ναι ακριβώς το ίδιο. Θα λέμε ότι έχουμε ονομαστική και μας λένε Μαρία Μοντεσσόρι και Γιούλα Παναγιούλα και Παναΐτ Ιστράτι και Ξανθή Περράκη και ό,τι γιορτάζει και δεν γιορτάζει ανήμερα. Θα λέμε, θα τρώμε και θα δεχόμαστε ευχές.
Γιατί έτσι είναι τα πανηγύρια που δεν πήγαμε, αλλά θα πάμε. Τρεις ημέρες μέγα θάμα είναι και μετά μαζεύει η ορχήστρα.
Τα Κλάματα της Γλυκερίας Μπασδέκη είναι μια συλλογή από μικρά κείμενα μεγάλης πρωτοτυπίας και λεπτότητας, που δεν θυμίζουν τίποτα. Δεν κατατάσσονται ούτε στο πεζό ούτε στην ποίηση — μοιάζουν περισσότερο με λαϊκά τραγούδια από πανηγυρτζή, που δεν ξέρεις αν ίδρωσε ή κλαίει με το δεκάευρο κολλημένο στο κούτελο. Συνιστούν ένα καλειδοσκόπιο μαγευτικό, σπαρακτικής ειλικρίνειας, από την πιο μοναχική και ακατάτακτη φωνή της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
Ο Άντυ Γουόρχολ μιλάει ιδιωτικά, στο τηλέφωνο ή στο μαγνητοφωνάκι του, για τον έρωτα, το σεξ, το φαγητό, την ομορφιά, τη φήμη, τη δουλειά, το χρήμα, την επιτυχία. Μιλά επιγραμματικά για τη Νέα Υόρκη και την Αμερική, περιγράφει την παιδική του ηλικία σε μια κωμόπολη της Πενσυλβάνια, τα σκαμπανεβάσματα της ζωής, στο μεγάλο μήλο. Την απογείωση της καριέρας του στη δεκαετία του ’60 και το πικρό γκλάμουρ της σύμφυρσης ανάμεσα στις διασημότητες.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:
Η καλύτερη ερωτική επαφή είναι εκείνη που όσο διαρκεί δε σκέφτεσαι τίποτα. Μερικοί μπορούν να κάνουν σεξ και ν’ αφήνουν πραγματικά το μυαλό τους ν’ αδειάζει και να γεμίζει με σεξ. Άλλοι πάλι δεν μπορούν ποτέ ν’ αφήσουν το μυαλό τους ν’ αδειάσει και να γεμίσει από την ερωτική πράξη, κι έτσι, όσο διαρκεί, σκέφτονται: «Είμαι στ’ αλήθεια εγώ; Στ’ αλήθεια εγώ το κάνω αυτό; Είναι πολύ παράξενο. Πριν από πέντε λεπτά δεν το έκανα. Σε λίγο πάλι δε θα το κάνω. Τι θα έλεγε η μαμά; Πώς πρωτοσκέφτηκαν οι άνθρωποι να το κάνουν;» Λοιπόν, ο πρώτος τύπος ανθρώπου – ο τύπος που μπορεί ν’ αφήσει το μυαλό του ν’ αδειάσει και να το γεμίσει με σεξ χωρίς να σκέφτεται – βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση.
Ο δεύτερος τύπος πρέπει να βρει κάτι άλλο για να χαλαρώσει και να χαθεί μέσα σ’ αυτό. Για μένα, αυτό το κάτι άλλο είναι το χιούμορ.
Οι άνθρωποι με χιούμορ είναι οι μόνοι που πάντα με ενδιέφεραν πραγματικά, γιατί, μόλις κάποιος χάσει το χιούμορ του, με κάνει και τον βαριέμαι. Αν όμως η μεγάλη έλξη για σένα είναι το χιούμορ, αμέσως αντιμετωπίζεις πρόβλημα, γιατί αν ο άλλος είναι αστείος δεν είναι σέξυ. Έτσι, στο τέλος, όταν πλησιάζει η στιγμή της αλήθειας δε νιώθεις πραγματική έλξη, δεν μπορείς να «το κάνεις».
Στο κρεβάτι όμως προτιμώ να γελάω παρά να το κάνω. Το καλύτερο είναι να χώνομαι κάτω απ’ τα σκεπάσματα και να το ρίχνω στα ανέκδοτα. «Πώς τα πάω;» «Ωραία, αυτό ήταν πραγματικά αστείο». «Πω πω, έκανες ωραία αστεία απόψε».
Αν πήγαινα με κάποιο κορίτσι της νύχτας, το πιο πιθανό είναι ότι θα την πλήρωνα για να μου λέει ανέκδοτα.
Μερικές φορές, το σεξ δεν ξεφτίζει. Έχω δει ζευγάρια για τα οποία το σεξ δεν ξέφτισε με τα χρόνια.
Το έργο της Nellys ήταν συνώνυμο ως τώρα με την ασπρόμαυρη φωτογραφία, τις αρχαιότητες, τα ιδανικά τοπία της Κρήτης και τις γυμνές χορεύτριες στην Ακρόπολη. Όποιο θέμα κι αν είχαν, οι διαυγείς μαύροι και γκρίζοι όγκοι τους άφηναν στην εικόνα την ηδύτητα μιας ασημένιας στιλπνότητας.
Για πρώτη φορά με το βιβλίο αυτό γίνονται γνωστές οι έγχρωμες φωτογραφίες της. Τραβηγμένες στην Αμερική την περίοδο 1939-65, για να χρησιμοποιηθούν για διαφημιστικούς λόγους, έμεναν φυλαγμένες στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη, όπου και ανήκουν. Αποκαταστάθηκαν με προσοχή, ώστε να αναδειχθεί ξανά το πλούσιο χρώμα τους, το οποίο σε πολλά σημεία είχε ξεθωριάσει επικίνδυνα.
Εκείνο που εκπλήσσει ευχάριστα στις φωτογραφίες αυτές είναι βεβαίως το χτυπητό, χαρούμενο χρώμα, τα πρόσωπα από πορσελάνη (σε εποχές πριν το photoshop), η αψυμιθίωτη χάρη του σφύζοντος αμερικάνικου ονείρου. Είναι όμως και η ίδια τους η ύπαρξη: Αυτή η εντελώς άγνωστη πτυχή της μεγάλης Ελληνίδας φωτογράφου, η οποία αποδεικνύει ότι εκτός από λεπτή αισθητήστρια υπήρξε και ένας άνθρωπος πρακτικός, που τολμούσε να δοκιμάζει συνεχώς νέα πράγματα, δίχως μεμψιμοιρίες.