site_eshop_book_Banners_fokner_9books_d
site_eshop_book_Banners_fokner_9books_m
site_eshop_book_Banners_falkoner_d
site_eshop_book_Banners_6books_d
site_eshop_book_Banners_6books_m

Νέες Εκδόσεις

Επιλογές από τις πρόσφατες κυκλοφορίες

Ξένη λογοτεχνία

Θα σπείρουμε τον όλεθρο

Κάιλ Ντέκερ

Ο Άλεξ Ντάματζ είναι ένας νεαρός πάνκης με μπλε μοϊκάνα και κουρελιασμένο δερμάτινο μπουφάν, που βγάζει τα προς το ζην παριστάνοντας τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και αναλαμβάνοντας μικροδουλειές για φίλους και ομοϊδεάτες. Όταν ο χαρισματικός Τζέρι Ρας, τραγουδιστής του δημοφιλούς πανκ συγκροτήματος Bad Chemicals, βρίσκεται νεκρός στα καμαρίνια μετά από μια εκρηκτική συναυλία, η αστυνομία σπεύδει να αποδώσει τον θάνατό του σε υπερβολική δόση ναρκωτικών και να κλείσει βιαστικά την υπόθεση. Μια μυστηριώδης γυναίκα, όμως, δεν πείθεται από την επίσημη εκδοχή και ζητά από τον Άλεξ να ανακαλύψει τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ.

Η έρευνα για τα ίχνη του νεκρού μουσικού θα οδηγήσει τον Άλεξ σε μια επικίνδυνη διαδρομή στα σκοτεινά στέκια της πόλης. Ποιος ήταν πραγματικά ο Τζέρι Ρας και γιατί ο θάνατός του φαίνεται να απασχολεί ανθρώπους που δεν θα έπρεπε να έχουν καμία σχέση μαζί του; Καθώς τα ερωτήματα πληθαίνουν, η υπόθεση παίρνει απροσδόκητη τροπή και ο Άλεξ παρασύρεται στη δίνη ενός συστήματος βίας και εξουσίας, όπου νεοναζί σκίνχεντ, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, σκληροί μαφιόζοι και αδίστακτοι πολιτικοί αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας.

Με καταιγιστικό ρυθμό, ευρηματική γραφή, άφθονο μαύρο χιούμορ και συνεχείς ανατροπές, το Θα σπείρουμε τον όλεθρο συνδυάζει στοιχεία του κλασικού νουάρ με το ανατρεπτικό πνεύμα του πανκ. Μέσα από τη μουσική, τις ιδέες, τους μύθους και τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής, ο Κάιλ Ντέκερ συνθέτει ένα καθηλωτικό αστυνομικό μυθιστόρημα που αντλεί την έμπνευσή του από την ιστορία και τα πρόσωπα της πανκ μουσικής σκηνής και της αμερικανικής αντικουλτούρας των αρχών της δεκαετίας του 1980.

19.60

Ξένη λογοτεχνία

Η «συμμορία» των Σάκκο

Αντρέα Καμιλέρι

Βασική συνθήκη σε αυτή την πραγματική ιστορία είναι το τοπίο της αγροτικής Σικελίας: οι πέτρες, τα δύσβατα θαμνώδη και βραχώδη μέρη, τα βοσκοτόπια· η μαγεία της βοτανικής με τις φιστικιές, που είναι θηλυκά και αρσενικά δέντρα, οι υποσχέσεις του σαμπούκου, που στα φύλλα του κρύβονται τα χρυσοπράσινα σκαθάρια, για νύχτες μαγικές, τα εποχικά άσματα. Συναντάμε πρώτα, μετά το 1850, τον πατριάρχη Λουίτζι Σάκκο, έξυπνο, ακούραστο εργάτη που δούλευε με αγάπη τη γη. Μετά έρχονται οι απόγονοι, όλοι σκληρά εργαζόμενοι νεαροί άντρες, και σοσιαλιστές, με υπερατλαντική μετανάστευση και στράτευση κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Οι υπεξαιρέσεις και αχρειότητες των σκαιών αρχηγών της Μαφίας που καλύπτονται πίσω από πολιτικούς «μαριονέτες» μέσα στο τραγικό σκοτάδι του φασισμού. Οι πέντε αδελφοί Σάκκο γνωρίζουν πόσο απελπιστικά δύσκολο είναι να ζεις στο καθεστώς που επιβάλλει η Μαφία. Αναγκάζονται να φύγουν, να κρυφτούν. Νιώθουν ότι ενδύονται έναν ρόλο σωτήρα, στον (ένοπλο) αγώνα κατά των μαφιόζων διωκτών. Γίνονται μοναχικοί δικαστές, στη σκοτεινή σιωπή της ομερτά: πολίτες εκτός νόμου ενός κράτους που δεν μπορούσε να τους εγγυηθεί ασφάλεια, να τους προστατέψει.

9.50

Ξένη λογοτεχνία

Η νύφη φόρεσε μαύρα

Κορνέλ Γούλριτς

Η Τζούλι χάνει τον σύζυγό της λίγες μόλις στιγμές μετά τον γάμο τους και μεταμορφώνεται σε εκδικητική μηχανή, έτοιμη να εξοντώσει έναν προς έναν τους δολοφόνους του, με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένα ατμοσφαιρικό crime novel, μια ζοφερή και συνάμα συναρπαστική ιστορία γεμάτη σασπένς που λειτουργεί πολυεπίπεδα, το “Η νύφη φόρεσε μαύρα” είναι ένα εμβληματικό μυθιστόρημα που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Γάλλο σκηνοθέτη Φρανσουά Τριφό. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

16.50

Ξένη λογοτεχνία

Γκόμες Χόρχε Ροντρίγκες

Γκόμες Χόρχε Ροντρίγκες

Καράκας, δεκαετία του ’90: Η ιστορία αρχίζει με την απαγωγή ενός γκρίνγκο, του Αμερικανού Πολ Γουάιτ, στελέχους φαρμακευτικής εταιρείας. Πρόκειται για μια φαινομενικά απλή και καθαρή δουλειά που εξελίσσεται όμως σε μια δίνη προδοσιών, αντικρουόμενων συμφερόντων, κατασκοπείας, σε ένα περιβάλλον οργής, επιθυμίας και θεσμικής σήψης. Στο φόντο η Βενεζουέλα του παρελθόντος, αληθινή όσο και φανταστική, την οποία κυβερνά ένας δικτάτορας-ανδρείκελο που θα έδινε τα πάντα για να βρεθεί μακριά από τα προβλήματα μιας αχάριστης χώρας.

Αν και έχει τη μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος, Η θάλασσα που μου χάρισες είναι ταυτόχρονα ένα μυθιστόρημα πολιτικό και ερωτικό, που ξεδιπλώνει το χρονικό του αγωνιώδους 20ού αιώνα, όπου πρωταγωνιστούν ο τρόμος και η γελοιότητα. Ο «βρόμικος ρεαλισμός» του Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες αναγνωρίζει ότι το κακό είναι ίδιον του ανθρώπου, όπως η μούργα κάτω απ’ το νύχι, και κατορθώνει να το ξεγυμνώσει και να το φέρει στο προσκήνιο.

Ένα σκοτεινό και ανησυχητικό μυθιστόρημα, λαμπερό και φιλόδοξο, σαν την άγρια θάλασσα που πληγώνει τα μάτια και μόνο που την κοιτάζεις.

14.40

Ξένη λογοτεχνία

Είκοσι χρόνια μετά

Τσάρλι Ντόνλι

Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη αστυνομικό θρίλερ. Κατάφερε να ξεχωρίσει και να γίνει παγκόσμιο μπεστ σέλερ κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο μπλέκει αληθινά γεγονότα με τη μυθοπλασία, δίνοντας μια αίσθηση ρεαλισμού. Οι δύο ιστορίες που τρέχουν παράλληλα, οι ανατροπές που έρχονται εκεί που δεν τις περιμένεις και η κλιμάκωση της αγωνίας έχουν ως αποτέλεσμα ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα.

18.80

Ερβέ Λε Καρέ

Παρίσι, 1870. Μια σειρά άγριων φόνων, που θα έλεγε κανείς ότι υπακούουν σε μια λογική ανελέητη και μυστηριώδη, αφήνει άναυδη την αστυνομία, η οποία δεν διαθέτει τα μέσα για ν’ αντιμετωπίσει αυτά τα εγκλήματα νέου τύπου. Ο δολοφόνος, από τη μεριά του, θεωρεί τον εαυτό του «καλλιτέχνη»: κάνει την ποίηση πράξη, αποτίνει φόρο τιμής σ’ εκείνον που θεωρεί το μεγαλύτερο συγγραφέα του 19ου αιώνα, τον Ιζιντόρ Ντικάς, κόμη του Λοτρεαμόν, θέλοντας να κάνει γνωστή την παραγνωρισμένη μεγαλοφυΐα του. Μέσα στο λαβύρινθο μιας πόλης όπου ξεχειλίζουν η ζωή και η μιζέρια, ανάμεσα στην ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και τη βία ενός καθεστώτος που πνέει τα λοίσθια, ένας επαναστάτης εργάτης, ένας αρχιφύλακας της Ασφάλειας και δυο γυναίκες στις οποίες δεν χαρίστηκε η ζωή θα βρεθούν στην τρελή διαδρομή του δολοφόνου. Κανένας δεν θα βγει αλώβητος απ’ αυτή τη φοβερή συνάντηση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

23.32

Ξένη λογοτεχνία

Γκρινταντράπ

Καρίλ Φερέ

«Ολόκληρος ο κόλπος έχει μαυρίσει από τα κητώδη, ενώ τα δεκάδες πλοία που τα είχαν κυνηγήσει μέχρι εκεί σχηματίζουν συμπαγή κλοιό στην πλάτη τους, αδιαπέραστο, και για τα σόναρ τους τρομακτικό· οι άνθρωποι πάνω στα πλοία χτυπούν τα κήτη μέσα σ’ ένα πανηγυρικό πανδαιμόνιο, κουδουνίζουν καμπάνες και ροκάνες, φυσούν με σφυρίχτρες και μπουρούδες, σπρώχνοντας τα ζώα να φύγουν μπροστά και, σε λίγο, να ξεβραστούν στην ακτή όπου τα περιμένουν οι εκτελεστές». ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΤΩΜΑΤΑ αυτού του πατροπαράδοτου κυνηγιού του γκρινταντράπ επιπλέει το σώμα του ηλικιωμένου οργανωτή της μεγάλης σφαγής των γιγάντιων θηλυκών ζώων, καλυμμένο με παράξενες πληγές. Διαδίδονται οι πιο τρελές φήμες. Τί δουλειά έχουν στο νησί οι δύο στρατευμένοι οικολόγοι της Sea Shepherd, του ορκισμένου εχθρού τους; Όντως τους ξέβρασε εκεί ο τυφώνας; Για τον Σαίρεν Μπαρεντσεν, τον αρχηγό της αστυνομίας, ξεκινάει ένας αγώνας ενάντια στο χρόνο, αν θέλει να προλάβει να μην εξαπλωθεί η μόλυνση της βίας των στοιχείων της φύσης μέχρι τους ανθρώπους. Ένα συγκλονιστικό δράμα «κεκλεισμένων των θυρών» στην καρδιά της μανιασμένης φύσης και των υπέροχων τοπίων των Νήσων Φερόες.

19.00

Τρούμαν Καπότε

Τα βρόμικα σαλόνια της μπουρζουαζίας (πρωτότυπος τίτλος Answered Prayers), το τελευταίο και ανολοκλήρωτο σπονδυλωτό μυθιστόρημα του Τρούμαν Καπότε, αποτυπώνουν την ξέφρενη πορεία τού φέρελπι ηδονοθήρα συγγραφέα Π. Μπ. Τζόουνς (σκοτεινού άλτερ έγκο του ίδιου του συγγραφέα), από λογοτεχνικά σαλόνια και δείπνα διασημοτήτων στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι του ’50 και του ’60 μέχρι άθλιους ξενώνες και την ερημιά των κακόφημων μπαρ της Ταγγέρης. Ανήθικοι τυχοδιώκτες, εκμαυλισμένοι κροίσοι, απεγνωσμένοι καλλιτέχνες και αδίστακτες καλλονές περιδινούνται ακούραστα γύρω από τολμηρές εκμυστηρεύσεις και απαγορευμένες απολαύσεις, συνθέτοντας μια “τοιχογραφία τεράτων” που παρελαύνουν με όλη τους τη γύμνια μπροστά στο παραφθαρμένο μα αλάθητο βλέμμα ενός από τους τελευταίους μεγάλους στυλίστες της γραφής. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

“Πρόζα που κάνει την καρδιά να τραγουδάει και την αφήγηση να πετάει” (The New York Times Book Review)

14.90

Qabel

Η κορδέλα της Ε. ήταν ένα artefact που είχε επιλέξει για να δηλώσει παρούσα στον πόλεμο. Σαν μια φίλη που σου βγάζει τη γλώσσα, ζωντανή, μετά τη μάχη. Ήταν το διακριτικό μιας δύναμης. Της δύναμής μας να γελάμε κλεισμένοι στα μπετά, τις λάμπες φθορίου και τα προβληματικά αμάξια μας. Κουβαλούσε μια indie ειρωνεία που συμβόλιζε τη δύναμη ενός τμήματος των millennials να παραμένουν ψύχραιμοι ανάμεσα σε γονείς θλιμμένους από το άγχος και φίλους αγχωμένους από τη θλίψη. Ήταν ένα σημάδι ζωής σε συνθήκες πολέμου. Μια γραμμή ζωγραφισμένη για να μας θυμίζει ότι υπάρχει ζωή και μέσα σε αυτόν. Ένα σημάδι ότι όλα συνεχίζονται. Η κορδέλα της Ε. ήταν το αναγνωριστικό της δύναμής της να παλεύει το κακό χωρίς να χάνει τα λογικά της. Το διακριτικό μιας γήινης σούπερ ηρωίδας που δεν ζητούσε αναγνώριση αλλά παιχνίδι. Έψαχνε, όπως κι εσύ, να βρει το νόημα στα συντρίμμια του υπαρκτού. Ήταν σκληρή στη μάχη με το κακό αλλά διακριτική στην αλληλεπίδραση με τους γύρω της. Αν εξαιρέσεις τις σούπερ ικανότητές της, ήταν μία από μας. Όπως η Princess από το Battle of the planets. Η κορδέλα της Ε. δεν απαιτούσε την προσοχή σου. Απλά την προκαλούσε. Έστηνε ένα ενδεχόμενο σημείο συνάντησης με το βλέμμα σου. Κι αν τελικά συναντιόσασταν, γινόταν ένα πειστήριο αμοιβαίας φροντίδας. Ένα νεύμα γλυκιάς θλίψης ξεχασμένο πάνω στις μπούκλες της. Έδινε ελπίδα απογυμνωμένη από μεγάλες αφηγήσεις. Δεν υποσχόταν τίποτα. Ήταν απλά ένα κάλεσμα να σηκώσεις το κεφάλι ψηλά. Μια υπενθύμιση να μην ξεχνάς τους ανθρώπους σου. Να μην ξεχνάς τα φιλιά, τις αγκαλιές και τα χαμόγελα. Μια υπενθύμιση να μην ξεχνάς την ομορφιά.

14.00

Ιμπραχίμ Σοναλλάχ

Ένας άντρας βγαίνει από τη φυλακή. Το Κάιρο απλώνεται μπροστά του αδιάφορο, θορυβώδες, ξένο. Υπό κατ’ οίκον περιορισμό, με έναν αστυνομικό να ελέγχει τις νύχτες του, περιπλανιέται σε δρόμους και δωμάτια, παγιδευμένος σε μια ζωή που δεν του ανήκει πια. “Αυτή η Μυρωδιά” δεν είναι το άρωμα της ελευθερίας. Είναι η βαριά μυρωδιά μιας κοινωνίας που σαπίζει αθόρυβα. Είναι ένα ωμό υπαρξιακό χαστούκι. Μια ψυχρή καταγραφή της σεξουαλικής απογοήτευσης, της πολιτικής προδοσίας και της πνιγηρής ατμόσφαιρας μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση.

12.21

Βιβλία που διαβάσαμε πρόσφατα

Ποια βιβλία διάβασαν και προτείνουν οι δημοσιογράφοι της LIFO

Ξένη λογοτεχνία

Θα σπείρουμε τον όλεθρο

Κάιλ Ντέκερ

Ο Άλεξ Ντάματζ είναι ένας νεαρός πάνκης με μπλε μοϊκάνα και κουρελιασμένο δερμάτινο μπουφάν, που βγάζει τα προς το ζην παριστάνοντας τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και αναλαμβάνοντας μικροδουλειές για φίλους και ομοϊδεάτες. Όταν ο χαρισματικός Τζέρι Ρας, τραγουδιστής του δημοφιλούς πανκ συγκροτήματος Bad Chemicals, βρίσκεται νεκρός στα καμαρίνια μετά από μια εκρηκτική συναυλία, η αστυνομία σπεύδει να αποδώσει τον θάνατό του σε υπερβολική δόση ναρκωτικών και να κλείσει βιαστικά την υπόθεση. Μια μυστηριώδης γυναίκα, όμως, δεν πείθεται από την επίσημη εκδοχή και ζητά από τον Άλεξ να ανακαλύψει τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ.

Η έρευνα για τα ίχνη του νεκρού μουσικού θα οδηγήσει τον Άλεξ σε μια επικίνδυνη διαδρομή στα σκοτεινά στέκια της πόλης. Ποιος ήταν πραγματικά ο Τζέρι Ρας και γιατί ο θάνατός του φαίνεται να απασχολεί ανθρώπους που δεν θα έπρεπε να έχουν καμία σχέση μαζί του; Καθώς τα ερωτήματα πληθαίνουν, η υπόθεση παίρνει απροσδόκητη τροπή και ο Άλεξ παρασύρεται στη δίνη ενός συστήματος βίας και εξουσίας, όπου νεοναζί σκίνχεντ, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, σκληροί μαφιόζοι και αδίστακτοι πολιτικοί αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας.

Με καταιγιστικό ρυθμό, ευρηματική γραφή, άφθονο μαύρο χιούμορ και συνεχείς ανατροπές, το Θα σπείρουμε τον όλεθρο συνδυάζει στοιχεία του κλασικού νουάρ με το ανατρεπτικό πνεύμα του πανκ. Μέσα από τη μουσική, τις ιδέες, τους μύθους και τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής, ο Κάιλ Ντέκερ συνθέτει ένα καθηλωτικό αστυνομικό μυθιστόρημα που αντλεί την έμπνευσή του από την ιστορία και τα πρόσωπα της πανκ μουσικής σκηνής και της αμερικανικής αντικουλτούρας των αρχών της δεκαετίας του 1980.

19.60

Ξένη λογοτεχνία

Η «συμμορία» των Σάκκο

Αντρέα Καμιλέρι

Βασική συνθήκη σε αυτή την πραγματική ιστορία είναι το τοπίο της αγροτικής Σικελίας: οι πέτρες, τα δύσβατα θαμνώδη και βραχώδη μέρη, τα βοσκοτόπια· η μαγεία της βοτανικής με τις φιστικιές, που είναι θηλυκά και αρσενικά δέντρα, οι υποσχέσεις του σαμπούκου, που στα φύλλα του κρύβονται τα χρυσοπράσινα σκαθάρια, για νύχτες μαγικές, τα εποχικά άσματα. Συναντάμε πρώτα, μετά το 1850, τον πατριάρχη Λουίτζι Σάκκο, έξυπνο, ακούραστο εργάτη που δούλευε με αγάπη τη γη. Μετά έρχονται οι απόγονοι, όλοι σκληρά εργαζόμενοι νεαροί άντρες, και σοσιαλιστές, με υπερατλαντική μετανάστευση και στράτευση κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Οι υπεξαιρέσεις και αχρειότητες των σκαιών αρχηγών της Μαφίας που καλύπτονται πίσω από πολιτικούς «μαριονέτες» μέσα στο τραγικό σκοτάδι του φασισμού. Οι πέντε αδελφοί Σάκκο γνωρίζουν πόσο απελπιστικά δύσκολο είναι να ζεις στο καθεστώς που επιβάλλει η Μαφία. Αναγκάζονται να φύγουν, να κρυφτούν. Νιώθουν ότι ενδύονται έναν ρόλο σωτήρα, στον (ένοπλο) αγώνα κατά των μαφιόζων διωκτών. Γίνονται μοναχικοί δικαστές, στη σκοτεινή σιωπή της ομερτά: πολίτες εκτός νόμου ενός κράτους που δεν μπορούσε να τους εγγυηθεί ασφάλεια, να τους προστατέψει.

9.50

Ξένη λογοτεχνία

Η νύφη φόρεσε μαύρα

Κορνέλ Γούλριτς

Η Τζούλι χάνει τον σύζυγό της λίγες μόλις στιγμές μετά τον γάμο τους και μεταμορφώνεται σε εκδικητική μηχανή, έτοιμη να εξοντώσει έναν προς έναν τους δολοφόνους του, με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένα ατμοσφαιρικό crime novel, μια ζοφερή και συνάμα συναρπαστική ιστορία γεμάτη σασπένς που λειτουργεί πολυεπίπεδα, το “Η νύφη φόρεσε μαύρα” είναι ένα εμβληματικό μυθιστόρημα που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Γάλλο σκηνοθέτη Φρανσουά Τριφό. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

16.50

Ξένη λογοτεχνία

Γκόμες Χόρχε Ροντρίγκες

Γκόμες Χόρχε Ροντρίγκες

Καράκας, δεκαετία του ’90: Η ιστορία αρχίζει με την απαγωγή ενός γκρίνγκο, του Αμερικανού Πολ Γουάιτ, στελέχους φαρμακευτικής εταιρείας. Πρόκειται για μια φαινομενικά απλή και καθαρή δουλειά που εξελίσσεται όμως σε μια δίνη προδοσιών, αντικρουόμενων συμφερόντων, κατασκοπείας, σε ένα περιβάλλον οργής, επιθυμίας και θεσμικής σήψης. Στο φόντο η Βενεζουέλα του παρελθόντος, αληθινή όσο και φανταστική, την οποία κυβερνά ένας δικτάτορας-ανδρείκελο που θα έδινε τα πάντα για να βρεθεί μακριά από τα προβλήματα μιας αχάριστης χώρας.

Αν και έχει τη μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος, Η θάλασσα που μου χάρισες είναι ταυτόχρονα ένα μυθιστόρημα πολιτικό και ερωτικό, που ξεδιπλώνει το χρονικό του αγωνιώδους 20ού αιώνα, όπου πρωταγωνιστούν ο τρόμος και η γελοιότητα. Ο «βρόμικος ρεαλισμός» του Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες αναγνωρίζει ότι το κακό είναι ίδιον του ανθρώπου, όπως η μούργα κάτω απ’ το νύχι, και κατορθώνει να το ξεγυμνώσει και να το φέρει στο προσκήνιο.

Ένα σκοτεινό και ανησυχητικό μυθιστόρημα, λαμπερό και φιλόδοξο, σαν την άγρια θάλασσα που πληγώνει τα μάτια και μόνο που την κοιτάζεις.

14.40

Ξένη λογοτεχνία

Είκοσι χρόνια μετά

Τσάρλι Ντόνλι

Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη αστυνομικό θρίλερ. Κατάφερε να ξεχωρίσει και να γίνει παγκόσμιο μπεστ σέλερ κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο μπλέκει αληθινά γεγονότα με τη μυθοπλασία, δίνοντας μια αίσθηση ρεαλισμού. Οι δύο ιστορίες που τρέχουν παράλληλα, οι ανατροπές που έρχονται εκεί που δεν τις περιμένεις και η κλιμάκωση της αγωνίας έχουν ως αποτέλεσμα ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα.

18.80

Ερβέ Λε Καρέ

Παρίσι, 1870. Μια σειρά άγριων φόνων, που θα έλεγε κανείς ότι υπακούουν σε μια λογική ανελέητη και μυστηριώδη, αφήνει άναυδη την αστυνομία, η οποία δεν διαθέτει τα μέσα για ν’ αντιμετωπίσει αυτά τα εγκλήματα νέου τύπου. Ο δολοφόνος, από τη μεριά του, θεωρεί τον εαυτό του «καλλιτέχνη»: κάνει την ποίηση πράξη, αποτίνει φόρο τιμής σ’ εκείνον που θεωρεί το μεγαλύτερο συγγραφέα του 19ου αιώνα, τον Ιζιντόρ Ντικάς, κόμη του Λοτρεαμόν, θέλοντας να κάνει γνωστή την παραγνωρισμένη μεγαλοφυΐα του. Μέσα στο λαβύρινθο μιας πόλης όπου ξεχειλίζουν η ζωή και η μιζέρια, ανάμεσα στην ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και τη βία ενός καθεστώτος που πνέει τα λοίσθια, ένας επαναστάτης εργάτης, ένας αρχιφύλακας της Ασφάλειας και δυο γυναίκες στις οποίες δεν χαρίστηκε η ζωή θα βρεθούν στην τρελή διαδρομή του δολοφόνου. Κανένας δεν θα βγει αλώβητος απ’ αυτή τη φοβερή συνάντηση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

23.32

Ξένη λογοτεχνία

Γκρινταντράπ

Καρίλ Φερέ

«Ολόκληρος ο κόλπος έχει μαυρίσει από τα κητώδη, ενώ τα δεκάδες πλοία που τα είχαν κυνηγήσει μέχρι εκεί σχηματίζουν συμπαγή κλοιό στην πλάτη τους, αδιαπέραστο, και για τα σόναρ τους τρομακτικό· οι άνθρωποι πάνω στα πλοία χτυπούν τα κήτη μέσα σ’ ένα πανηγυρικό πανδαιμόνιο, κουδουνίζουν καμπάνες και ροκάνες, φυσούν με σφυρίχτρες και μπουρούδες, σπρώχνοντας τα ζώα να φύγουν μπροστά και, σε λίγο, να ξεβραστούν στην ακτή όπου τα περιμένουν οι εκτελεστές». ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΤΩΜΑΤΑ αυτού του πατροπαράδοτου κυνηγιού του γκρινταντράπ επιπλέει το σώμα του ηλικιωμένου οργανωτή της μεγάλης σφαγής των γιγάντιων θηλυκών ζώων, καλυμμένο με παράξενες πληγές. Διαδίδονται οι πιο τρελές φήμες. Τί δουλειά έχουν στο νησί οι δύο στρατευμένοι οικολόγοι της Sea Shepherd, του ορκισμένου εχθρού τους; Όντως τους ξέβρασε εκεί ο τυφώνας; Για τον Σαίρεν Μπαρεντσεν, τον αρχηγό της αστυνομίας, ξεκινάει ένας αγώνας ενάντια στο χρόνο, αν θέλει να προλάβει να μην εξαπλωθεί η μόλυνση της βίας των στοιχείων της φύσης μέχρι τους ανθρώπους. Ένα συγκλονιστικό δράμα «κεκλεισμένων των θυρών» στην καρδιά της μανιασμένης φύσης και των υπέροχων τοπίων των Νήσων Φερόες.

19.00

Τρούμαν Καπότε

Τα βρόμικα σαλόνια της μπουρζουαζίας (πρωτότυπος τίτλος Answered Prayers), το τελευταίο και ανολοκλήρωτο σπονδυλωτό μυθιστόρημα του Τρούμαν Καπότε, αποτυπώνουν την ξέφρενη πορεία τού φέρελπι ηδονοθήρα συγγραφέα Π. Μπ. Τζόουνς (σκοτεινού άλτερ έγκο του ίδιου του συγγραφέα), από λογοτεχνικά σαλόνια και δείπνα διασημοτήτων στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι του ’50 και του ’60 μέχρι άθλιους ξενώνες και την ερημιά των κακόφημων μπαρ της Ταγγέρης. Ανήθικοι τυχοδιώκτες, εκμαυλισμένοι κροίσοι, απεγνωσμένοι καλλιτέχνες και αδίστακτες καλλονές περιδινούνται ακούραστα γύρω από τολμηρές εκμυστηρεύσεις και απαγορευμένες απολαύσεις, συνθέτοντας μια “τοιχογραφία τεράτων” που παρελαύνουν με όλη τους τη γύμνια μπροστά στο παραφθαρμένο μα αλάθητο βλέμμα ενός από τους τελευταίους μεγάλους στυλίστες της γραφής. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

“Πρόζα που κάνει την καρδιά να τραγουδάει και την αφήγηση να πετάει” (The New York Times Book Review)

14.90

Qabel

Η κορδέλα της Ε. ήταν ένα artefact που είχε επιλέξει για να δηλώσει παρούσα στον πόλεμο. Σαν μια φίλη που σου βγάζει τη γλώσσα, ζωντανή, μετά τη μάχη. Ήταν το διακριτικό μιας δύναμης. Της δύναμής μας να γελάμε κλεισμένοι στα μπετά, τις λάμπες φθορίου και τα προβληματικά αμάξια μας. Κουβαλούσε μια indie ειρωνεία που συμβόλιζε τη δύναμη ενός τμήματος των millennials να παραμένουν ψύχραιμοι ανάμεσα σε γονείς θλιμμένους από το άγχος και φίλους αγχωμένους από τη θλίψη. Ήταν ένα σημάδι ζωής σε συνθήκες πολέμου. Μια γραμμή ζωγραφισμένη για να μας θυμίζει ότι υπάρχει ζωή και μέσα σε αυτόν. Ένα σημάδι ότι όλα συνεχίζονται. Η κορδέλα της Ε. ήταν το αναγνωριστικό της δύναμής της να παλεύει το κακό χωρίς να χάνει τα λογικά της. Το διακριτικό μιας γήινης σούπερ ηρωίδας που δεν ζητούσε αναγνώριση αλλά παιχνίδι. Έψαχνε, όπως κι εσύ, να βρει το νόημα στα συντρίμμια του υπαρκτού. Ήταν σκληρή στη μάχη με το κακό αλλά διακριτική στην αλληλεπίδραση με τους γύρω της. Αν εξαιρέσεις τις σούπερ ικανότητές της, ήταν μία από μας. Όπως η Princess από το Battle of the planets. Η κορδέλα της Ε. δεν απαιτούσε την προσοχή σου. Απλά την προκαλούσε. Έστηνε ένα ενδεχόμενο σημείο συνάντησης με το βλέμμα σου. Κι αν τελικά συναντιόσασταν, γινόταν ένα πειστήριο αμοιβαίας φροντίδας. Ένα νεύμα γλυκιάς θλίψης ξεχασμένο πάνω στις μπούκλες της. Έδινε ελπίδα απογυμνωμένη από μεγάλες αφηγήσεις. Δεν υποσχόταν τίποτα. Ήταν απλά ένα κάλεσμα να σηκώσεις το κεφάλι ψηλά. Μια υπενθύμιση να μην ξεχνάς τους ανθρώπους σου. Να μην ξεχνάς τα φιλιά, τις αγκαλιές και τα χαμόγελα. Μια υπενθύμιση να μην ξεχνάς την ομορφιά.

14.00

Ιμπραχίμ Σοναλλάχ

Ένας άντρας βγαίνει από τη φυλακή. Το Κάιρο απλώνεται μπροστά του αδιάφορο, θορυβώδες, ξένο. Υπό κατ’ οίκον περιορισμό, με έναν αστυνομικό να ελέγχει τις νύχτες του, περιπλανιέται σε δρόμους και δωμάτια, παγιδευμένος σε μια ζωή που δεν του ανήκει πια. “Αυτή η Μυρωδιά” δεν είναι το άρωμα της ελευθερίας. Είναι η βαριά μυρωδιά μιας κοινωνίας που σαπίζει αθόρυβα. Είναι ένα ωμό υπαρξιακό χαστούκι. Μια ψυχρή καταγραφή της σεξουαλικής απογοήτευσης, της πολιτικής προδοσίας και της πνιγηρής ατμόσφαιρας μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση.

12.21

Τα καλύτερα βιβλία των 20 τελευταίων χρόνων

Νίκος Παναγιωτόπουλος

Σκοτείνιαζε. Το ουαί σου το μεγάλο πανί ήταν αφημένο λάσκο
Ορίζοντας απολιθωμάτων. Περίοδος εξαφανίσεων
ή
Στις διαβάσεις όπου δεν υπάρχει πατρίδα
Ανάμεσα στους κόσμους που ενώνω […]

40.24

Ελληνική λογοτεχνία

Δείπνο Αντιβαρύτητας

Γιάννης Ανδριανάτος

Ξυπνάς το πρωί κι ένα ποίημα

σε περιμένει για να γραφτεί

στο κομοδίνο, δίπλα στο μισοάδειο

ποτήρι νερού.

Αν δεν το γράψεις, ζεις συνεχώς, ακατάπαυστα

απαράλλακτα, την ίδια μέρα!

13.00

Μαρσέλ Προυστ

“Η δεσποινίδα Αλμπερτίν έφυγε!” Είναι απίστευτο πως η οδύνη διεισδύει με περισσότερη οξυδέρκεια στα ζητήματα της ψυχής από την ίδια την ψυχολογία! Δεν είχε κυλήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που, αναλύοντας τα συναισθήματά μου, είχα σχηματίσει την πεποίθηση πως ο οριστικός αυτός χωρισμός ήταν ακριβώς εκείνο που επιθυμούσα και, συγκρίνοντας την ένδεια των απολαύσεων πού μου πρόσφερε η Αλμπερτίν με την πληθώρα των απολαύσεων τις οποίες μου στερούσε, είχα καταλήξει στο συμπέρασμα, πιστεύοντας βέβαια πως η σκέψη μου διέθετε την απαραίτητη διεισδυτικότητα, ότι δεν ήθελα πια να τη βλέπω, ότι δεν ήμουν πλέον ερωτευμένος μαζί της. Εντούτοις τα λόγια: “Η δεσποινίδα Αλμπερτίν έφυγε” είχαν σε τέτοιο βαθμό ραγίσει την καρδιά μου που ένιωθα ότι δεν θ’ άντεχα για πολύ. Έτσι εκείνο που θεωρούσα μηδαμινό ήταν τελικά ο πυρήνας της ζωής μου.

23.70

Μαρσέλ Προυστ

Με την κυκλοφορία του Ανακτημένου Χρόνου, της έβδομης και τελευταίας ενότητας του μυθιστορηματικού κύκλου του Μαρσέλ Προυστ, ολοκληρώνεται μια μεταφραστική εργασία που ξεκίνησε το 1969 και διακόπηκε στα μέσα του πέμπτου τόμου, της Φυλακισμένης, με τον αδόκητο θάνατο του Παύλου Ζάννα, το 1989. Στη συνέχεια πήρε το νήμα ο Παναγιώτης Πούλος ο οποίος μετέφρασε το δεύτερο ήμισυ της Φυλακισμένης, την Αλμπερτίν αγνοούμενη, μετάφραση η οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης (2015), και, τέλος, τον Ανακτημένο Χρόνο.

Παράλληλα, ο Παναγιώτης Πούλος προχώρησε σε μια αναθεώρηση των πρώτων τόμων με βάση τις νεότερες εκδόσεις του έργου του Προυστ και τα πορίσματα των πρόσφατων ερευνών και υπομνημάτισε το συνολικό έργο με πλήθος σημειώσεων, πραγματολογικών, ερμηνευτικών και ενδοκειμενικών, οι οποίες συνοδεύουν τον αναγνώστη στην περιήγησή του σ’ αυτό το σύνθετο και πολυσχιδές έργο, το οποίο έχει σημαδέψει αυτό που αποκαλούμε νεοτερικότητα.

Έτσι, η πρώτη ελληνική έκδοση του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, ενός έργου τέχνης που έχει ήδη κατακτήσει μέσα από τιςμεταφράσεις του σε πάνω από σαράντα γλώσσες περίοπτη θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελεί πλέον πραγματικότητα.

Οι πυκνές αναφορές του Ανακτημένου Χρόνου σε πάμπολλες πτυχές και διαστάσεις της εργασίας του Μαρσέλ Προυστ, σε συνδυασμό με τις ανακατατάξεις που επιφέρει ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, αναδιαμορφώνουν το τοπίο του μυθιστορήματος και παράλληλα καλούν τον αναγνώστη να ανατρέξει στις ενότητες που έχουν προηγηθεί. Επιπροσθέτως, ο συγγραφέας διατυπώνει με έμμεσο και άμεσο τρόπο τη στάση του απέναντι στην τέχνη, όπως και τα όρια αυτού του ιδιάζοντος λογοτεχνικού εγχειρήματος, συμπεριλαμβανομένων και των ορίων της αντοχής και της χρονικής διάρκειας της ζωής του ιδίου.

Οι δυνάμεις και οι αδυναμίες της καλλιτεχνικής αλήθειας σταθμίζονται με όχημα ένα «εγκάρσιο» βλέμμα, το οποίο δεν παρέχει απλώς στον αναγνώστη τη δυνατότητα να προσεγγίσει μέσα από μια νέα οπτική γωνία τα όσα έχουν μέχρι τώρα διαμειφθεί, αλλά και τον παροτρύνει να στραφεί προς την κατεύθυνση του μέλλοντος, των κριτικών αποτιμήσεων και των πάσης φύσεως οικειοποιήσεων του προυστικού εγχειρήματος εδώ και έναν αιώνα ― και μάλιστα τον προσκαλεί να γίνει, με τη σειρά του, στο μέτρο των δυνάμεών του, δημιουργός του έργου του και των επιλογών της ίδιας της ζωής του.

Αναδύεται εδώ ένας πρωτότυπος και ιδιαίτερα επίκαιρος στοχασμός για τη σημασία της μαθητείας της Τέχνης στην οικοδόμηση της ατομικής και συλλογικής ζωής, στα συμφραζόμενα μιας ολοένα και πιο γενικευμένης μετάβασης της ανθρωπότητας από τις παραδοσιακές δομές της ύπαρξης στην κατάσταση της νεοτερικότητας.

Οι σημειώσεις, το επίμετρο και η σύνοψη που συνοδεύουν τη μετάφραση στόχο έχουν να υποβοηθήσουν τον αναγνώστη να αποκτήσει επίγνωση τόσο της συνοχής που διέπει το λογοτεχνικό αυτό εγχείρημα όσο και της ποικιλίας των διακυβευμάτων του.

 

24.99

Κλασσική Γραμματεία

Ομήρου Oδύσσεια

Όμηρος

Πρόκειται για την οριστική μορφή της μετάφρασης του ομηρικού έπους από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη. Η πολύχρονη αυτή μεταφραστική περιπλάνηση ξεκίνησε το 1977 με μια πρώιμη, δειγματοληπτική δοκιμή που εμφανίστηκε στο περιοδικό Τέχνη. Έντεκα χρόνια μετά, το 1988, απαγγέλλεται ολόκληρη η πέμπτη ραψωδία στο Φεστιβάλ της Πάτρας. Το ταξίδι θα συνεχιστεί με τη συστηματική μετάφραση του έργου από το 1990 ως το 2001, και καταλήγει σήμερα στον νόστο, στην επιστροφή στη γενέθλια πόλη, τη Θεσσαλονίκη, και στους κόλπους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της, βρίσκοντας φιλόξενη υποδοχή στην καλαίσθητη μονότομη έκδοση του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών.

Το κείμενο της μετάφρασης προσφέρεται αυτονομημένο από το πρωτότυπο και τα Επιλεγόμενα, διορθωμένο, και σε μονοτονικό σύστημα. Όταν αντικείμενο της μετάφρασης είναι ένα θεμελιακό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και υποκείμενό της ένας δάσκαλος με διπλό εξοπλισμό, φιλολογικό και ποιητικό, με μόνιμο προβληματισμό για τα ομηρικά θέματα και με προσφορά θεωρητική και πρακτική στον χώρο της ενδογλωσσικής μετάφρασης, αυτόματα πλαταίνει και βαθαίνει το ενδιαφέρον τόσο για τη μεταφραστική προσπάθεια όσο και για το τελικό της προϊόν. Η μεταφρασιμότητα των αρχαίων κειμένων, ο χαρακτήρας και ο προσανατολισμός των μεταφραστικών δοκιμών, ιδιαίτερα των ενδογλωσσικών, η απόδοση του αφηγηματικού ειρμού και ρυθμού, η αποφόρτιση του κειμένου από την έντονη παρουσία του μεταφραστή, θεωρητικά διλήμματα, άλλα πλαστά και άλλα πραγματικά, αντιμετωπίζονται στην πράξη. Το αρχαίο κείμενο αφυπνίζεται. Όπως σημειώνει στον Πρόλογό του ο μεταφραστής: “Όποιος διαβάζει με προσοχή την Οδύσσεια αισθάνεται τη μεγάλη απόσταση χώρου και χρόνου από το κείμενό της. Παρά ταύτα, σιγά σιγά αναδύεται η συναίσθηση ότι το ποίημα, ταξιδεύοντας, έρχεται και φεύγει, πλησιάζει και απομακρύνεται, χαμογελώντας άλλοτε με συμπάθεια και άλλοτε με ειρωνεία. Κι αυτό το πήγαινε-έλα καταλήγει σε μια παράξενη φιλοξενία.”

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης ήταν ένας από τους κορυφαίους Νεοέλληνες φιλoλόγους, και διετέλεσε καθηγητής στο Α.Π.Θ. και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου.

26.50

Ξένη λογοτεχνία

Τα χρόνια

Ανί Ερνό

Μέσα από φωτογραφίες και σκόρπιες αναμνήσεις από γεγονότα, λέξεις και πράγματα, η Annie Ernaux μας συμπαρασύρει σε μια περιδιάβαση στη ζωή της, από τα πρώτα χρόνια μετά τον Πόλεμο, μέχρι και σήμερα. Βιβλία, τραγούδια, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαφημίσεις και πρωτοσέλιδα δεκαετιών, σε αντίστιξη με προσωπικές συγκρούσεις και σημειώσεις. Τοπική διάλεκτος, λέξεις των καιρών, σλόγκαν, μάρκες και ονόματα για τα αντικείμενα που διαρκώς πληθαίνουν, εδώ αποκτούν φωνή. Η Ernaux κάνει το πέρασμα του χρόνου χειροπιαστό. Ο χρόνος ο ίδιος, ανένδοτος, αφηγείται το πέρασμά του, εξορίζοντας τους άλλους αφηγητές στην ανωνυμία. Ένα νέο είδος αυτοβιογραφίας ξεπροβάλλει, υποκειμενικό κι απρόσωπο, ιδιωτικό και συλλογικό ταυτόχρονα.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός μικρού κοριτσιού με σκουρόχρωμο μπανιερό σε μια παραλία με βότσαλα. Στο βάθος, οι απόκρημνες ακτές. Κάθεται σ’ έναν επίπεδο βράχο, τα σφριγηλά του πόδια είναι τεντωμένα μπροστά, γέρνει πίσω ακουμπώντας στους αγκώνες, έχει τα μάτια κλειστά, το κεφάλι ελαφρώς σκυμμένο, χαμογελάει. Η μια χοντρή καστανή πλεξούδα είναι ριγμένη μπροστά, η άλλη πίσω στην πλάτη. Όλα μαρτυρούν την επιθυμία του κοριτσιού να ποζάρει σαν τις σταρ στο Cinemonde ή τα μοντέλα στη διαφήμιση του αντιηλιακού Ambre Solaire, να ξεφύγει απ’ το ταπεινωτικό και ασήμαντο κοριτσίστικο κορμί του. Οι μηροί, πιο ωχροί, όπως και τα μπράτσα, πάνω ψηλά,δείχνουν το περίγραμμα ενός φουστανιού, μαρτυρώντας έτσι πως, για τούτο το παιδί, οι διακοπές ή ένα απόγεμα στην ακροθαλασσιά είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Η παραλία είναι έρημη. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας: Αύγουστος 1949, Σοτβίλ-σιρ-Μερ.

16.60

Κλασσική Γραμματεία

Αινειάδα

Βιργίλιος

Η Αινειάδα, έργο μεγάλης ποιητικής πνοής, αποτελεί σταθμό, έναν από τους πρώτους, στην ιστορία της δυτικής λογοτεχνίας. Ο Βιργίλιος, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του μια μικρή ποιητική παραγωγή, γράφει την Αινειάδα τα χρόνια που ο Οκταβιανός Αύγουστος εδραιώνει τη θέση του στο πολιτικό στερέωμα της ρωμαϊκής πολιτείας και βάζει τα θεμέλια της αυτοκρατορίας. Υποστηρικτής του οράματός του, ο Βιργίλιος το εξυμνεί μέσω ενός μύθου που ξεκινά από την ομηρική Τροία και οδηγεί στην ίδρυση της μετέπειτα αυτοκρατορικής και κοσμοκράτειρας Ρώμης. Ο Αινείας θα αποτελέσει το κεντρικό πρόσωπο της έμμετρης αφήγησής του: θα γλιτώσει από την άλωση της Τροίας και θα περιπλανηθεί με τους Τρώες που τον έχουν ακολουθήσει στα παράλια της Μεσογείου, συναντώντας επιζήσαντες των ομηρικών επών, άλλοτε έχοντας την εύνοια των θεών και άλλοτε αντιμέτωπος με την οργή τους, μέχρι να καταλήξει στην Ιταλία, επαληθεύοντας τις προφητείες για το μέλλον του και την τύχη των απογόνων του. Στην καρδιά της αφήγησης η συνάντησή του με τη βασίλισσα Διδώ της Καρχηδόνας και η τραγική της κατάληξη εξακολουθούν ύστερα από αιώνες να συγκινούν τους αναγνώστες.
«Η ιστορία του Αινεία, όπως τη βλέπουμε στην Αινειάδα, είναι εν μέρει αποτέλεσμα των επιλογών που κάνει ο ποιητής ανάμεσα σε διάφορες ελληνικές και ρωμαϊκές μυθογραφικές εκδοχές και εν μέρει αποτέλεσμα δικών του επινοήσεων», γράφει στα προλεγόμενα ο Θεόδωρος Παπαγγελής. Ωστόσο το ομηρικό έπος αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς –άλλωστε από τον 3ο αιώνα π.Χ. οι Ρωμαίοι προσπαθούσαν επίμονα να δημιουργήσουν μια γραμματεία προσανατολισμένη στο ελληνικό παράδειγμα. Η Αινειάδα καθιερώθηκε σχεδόν αμέσως ως κλασικό κείμενο και ήδη από τα ρωμαϊκά χρόνια εντασσόταν στη διδακτέα σχολική ύλη. Επηρέασε και ενέπνευσε από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας πλήθος συγγραφείς, ποιητές –με κορυφαίο ίσως τον Δάντη–, μουσικούς και εικαστικούς καλλιτέχνες.
Έργο ζωής ενός βαθύ γνώστη της λατινικής λογοτεχνίας, η μετάφραση αυτή συνιστά την πρώτη ουσιαστική και φιλολογικά έγκυρη προσπάθεια να μεταφερθεί αυτό το θεμελιώδες έργο της κλασικής γραμματείας σε μια γλώσσα χυμώδη και ποιητική, συνάμα όμως καταληπτή και θελκτική για τον σύγχρονο αναγνώστη. Τη μετάφραση συνοδεύουν εκτενή προλεγόμενα και κατατοπιστικά σχόλια του μεταφραστή, που καθιστούν το κείμενο ακόμη πιο προσβάσιμο και συναρπαστικό.

Ο Θεόδωρος Παπαγγελής είναι καθηγητής Λατινικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

19.60

Κλασσική Γραμματεία

Η Θεία Κωμωδία

Γιώργος Σεφέρης

Από τον Δεκέμβριο του 2021 ως τον Ιούνιο του 2022 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Sestina πέντε τεύχη (τα δύο τελευταία διπλά) του υπό τον τίτλο 33 στροφών περιοδικού εγχειρήματος ανάγνωσης των έργων του Δάντη, όπου η μετάφραση του Καθαρτηρίου καταρχάς (μια πρώτη μορφή της) κι έπειτα ποιημάτων από τις δαντικές Ρίμες, καθώς και σχόλια, μικρο-υπομνήματα και δοκίμια -πρωτότυπα είτε μεταφρασμένα-, διαπλέκονταν με ψηφίδες του έργου του Κύριλλου Σαρρή 700 απόπειρες μνημονικής ανάκλησης τον Δάντη από αφορμή και με θέμα τη νεκρική του μάσκα. Στο πρώτο κιόλας τεύχος εξέθεσα τη μέθοδο που υιοθέτησα μεταφράζοντας· περιττεύει να επανέλθω. […] (Από τον πρόλογο της έκδοσης)

18.02

Καρλ Μπαρτ

Αν έχω ένα «σύστημα», τότε αυτό συνίσταται στο ότι διατηρώ κατά το δυνατόν επίμονα προ οφθαλμών αυτό που ο Κίρκεγκωρ αποκάλεσε «άπειρη ποιοτική διαφορά» χρόνου και αιωνιότητας, με τη θετική και την αρνητική της σημασία. «Ο Θεός βρίσκεται στον ουρανό και εσύ στη γη». Η σχέση αυτού του Θεού προς αυτόν τον άνθρωπο, η σχέση αυτού του ανθρώπου προς αυτόν τον Θεό είναι για μένα το θέμα της Βίβλου και η σύνοψη της φιλοσοφίας εν ταυτώ. Στο σταυροδρόμι αυτό η Βίβλος βλέπει τον Ιησού Χριστό.

Προσεγγίζοντας τώρα ένα κείμενο όπως η Προς Ρωμαίους επιστολή, ασχολούμαι με αυτό υπό την προσωρινή προϋπόθεση ότι η εξίσου λιτή όσο και απροσμέτρητη σημασία αυτής της σχέσης θα πρέπει να ήταν για τον Παύλο, καθώς οικοδομούσε τις έννοιές του, προ οφθαλμών, και μάλιστα με την ίδια τουλάχιστον οξύτητα που παρουσιάζεται και μπροστά μου, καθώς τώρα καταπιάνομαι με τον προσεκτικό αναστοχασμό πάνω στις έννοιές του.

Το να προϋποθέτω προσωρινά ότι ο Παύλος στην Προς Ρωμαίους επιστολή μίλησε όντως για τον Ιησού Χριστό και όχι για κάτι άλλο είναι κατ’ αρχήν μια παραδοχή τόσο καλή ή τόσο κακή όσο οποιαδήποτε άλλη από τις προσωρινές παραδοχές των ιστορικών. Αν με ρωτούσε βέβαια κανείς για ποιο λόγο προσεγγίζω την Προς Ρωμαίους επιστολή με αυτήν ακριβώς την παραδοχή, θα απαντούσα αντερωτώντας: θα μπορούσε ένας σοβαρός άνθρωπος να προσεγγίσει ένα κείμενο που εκ των προτέρων δεν είναι ανάξιο κάθε σεβασμού με μια άλλη παραδοχή από το να δεχτεί ότι ο Θεός είναι Θεός; Και αν επέμενε κανείς να παραπονιέται για το πόση βία ασκώ στον Παύλο με αυτή την παραδοχή, τότε θα έπρεπε να διατυπώσω το αντίθετο παράπονο, ότι δηλαδή άσκηση βίας στον Παύλο είναι τούτο: όταν κανείς τον κάνει να μιλάει κατ’ επίφασιν για τον Ιησού Χριστό, αλλά στην πραγματικότητα τον παρουσιάζει να ομιλεί για ένα ανθρωποσοφικό χάος από απόλυτες σχετικότητες και σχετικές απολυτότητες. Για το χάος αυτό ο Παύλος σε όλες του τις Επιστολές επιφυλάσσει μόνο εκφράσεις βαθύτατης απέχθειας.

30.00

Ελληνική λογοτεχνία

Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;

Ιωάννα Μπουραζοπούλου

Σαράντα αιώνες μετά τη βιβλική καταστροφή στα Σόδομα και τα Γόμορρα, η ίδια εκείνη γη στις όχθες της Νεκράς Θάλασσας ανοίγει και ένα μυστηριώδες βιολετί αλάτι αναβλύζει. Η εμφάνισή του αλλάζει τη γεωγραφία τριών ηπείρων και μονοπωλεί το ενδιαφέρον της αγοράς. Η νέα ουσία δεν υπηρετεί, αλλά υπηρετείται. Καταδυναστεύει με τις ιδιοτροπίες της. Εθίζει με τη γεύση της. Υποδουλώνει με την αθόρυβη επιρροή της. Τα σύγχρονα Σόδομα, η «Αποικία», αποδεικνύονται πιο πανούργα και από τη βιβλική ακόμη εκδοχή τους. Μια αποπνικτική ατμόσφαιρα περιβάλλει τα καλά κρυμμένα μυστικά τους, και μόνο ένας άνθρωπος είναι σε θέση να τα ανακαλύψει: ο ανυποψίαστος Φιλέας Μπουκ, που μια νύχτα αλλιώτικη απ` τις άλλες θα κληθεί να λύσει το πιο σημαντικό σταυρόλεξο που επινοήθηκε ποτέ.
«Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» Ένα φαντασμαγορικό μυθιστόρημα, ένα συνεχές διανοητικό παιχνίδι, μια ανεπανάληπτη αλληγορία για το φόβο, την αμαρτία και την ενοχή, που ενεδρεύουν άλλοτε στους υγρούς δρόμους του «παραθαλάσσιου» Παρισιού κι άλλοτε στους σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης συνείδησης.

[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
20.00

Ξένη λογοτεχνία

Οι άγριοι ντετέκτιβ

Ρομπέρτο Μπολάνιο

Μια φυγή και μια εξαφάνιση από τη δεκαετία του `20 και μια αναζήτηση που ξεκινάει τη δεκαετία του `70 και συνεχίζεται μέχρι το τέλος του αιώνα, στην άγρια Πόλη του Μεξικού, στις ερήμους του βόρειου Μεξικού, στη σαντινιστική Νικαράγουα, στις ΗΠA, στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Αυστρία, στο Ισραήλ, ακόμα και στη σπαρασσόμενη από εμφύλιους πολέμους Αφρική – αυτό είναι το θέμα των “Άγριων ντετέκτιβ”.
Ποιοι όμως είναι αυτοί οι “Άγριοι ντετέκτιβ” και γιατί αναζητούν τη Σεσάρεα Τιναχέρο; Και γιατί η γυναίκα αυτή εξαφανίστηκε στο ταραγμένο Μεξικό της δεκαετίας του `20; Και, τελικά, υπήρξε στ` αλήθεια αυτή η παράξενη γυναίκα; Στην πορεία των ερευνών τους, ο Αρτούρο Μπελάνο και ο Ουλίσες Λίμα συναντιούνται με Αυστριακούς νεοναζί, με συνταξιούχους ταυρομάχους, με κυνηγημένες πόρνες, με Λατινοαμερικάνους ποιητές και κατεστραμμένους εκδότες. Ένα παράξενο μυθιστόρημα, από τα κορυφαία του Μπολάνιο που γνωρίζει εξαιρετική επιτυχία σε όλο τον κόσμο. 16ο Βραβείο Εράλδε καλύτερου μυθιστορήματος και Διεθνές Βραβείο Ρόμουλο Γαλιέγος 1999.

26.50

Ελληνική λογοτεχνία

Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ

Κωνσταντία Σωτηρίου

Έβρεξε πολύ ο Θεός φέτος και αν δεν έβρεχε πολύ δεν θα κατέβαιναν τα ποτάµια, δεν θα ποτίζονταν τα δέντρα, δεν θα φύτρωναν τα λουλούδια, δεν θα γεµίζανε τα πηγάδια, δεν θα πληµµύριζαν οι δρόµοι, δεν θα ξεχείλιζαν τα φρεάτια του µεταλλείου, δεν θα ανέβαιναν πάνω τα νερά, δεν θα κουβαλούσαν σκοινιά, ξύλα και σαπισµένες λαµαρίνες, δεν θα κουβαλούσαν παλιά ρούχα, δεν θα έφερναν στην επιφάνεια τούβλα και µπάζα, δεν θα έσπρωχνε πάνω το νερό πεθαµένες γάτες και σκοτωµένες γυναίκες…
Τον Απρίλιο του 2019, µετά από παρατεταµένες βροχές στην άνυδρη Κύπρο, ανακαλύπτεται το πτώµα µιας εργάτριας από τις Φιλιππίνες. Αρχίζει τότε ένα φρικτό κουβάρι να ξετυλίγεται, που θα οδηγήσει στα επτά θύµατα του πρώτου κατά συρροήν δολοφόνου της χώρας, πέντε µετανάστριες και δύο παιδιά. Οι σοροί θα βρεθούν σε διάφορες περιοχές, ανάµεσα στις οποίες και η Κόκκινη Λίµνη, ο κρατήρας του µεταλλείου της Κοκκινοπεζούλας, όπου στο παρελθόν άφησαν την τελευταία τους πνοή δεκάδες µεταλλωρύχοι χτυπηµένοι από πνευµονοκονίαση.
Μια γυναίκα, που έχασε νέα τον άντρα της στο φονικό µεταλλείο, αφηγείται σήµερα, µε αφορµή τη σταδιακή ανεύρεση των δολοφονηµένων γυναικών, τη δική της σκληρή ζωή. Δίπλα της ηχεί η αρχαία φωνή του τόπου, µύθοι και δοξασίες που ξεκινούν από τα οµηρικά έπη και καταλήγουν στην κεφαλή του Τσάτσ­γουερθ, ό,τι απέµεινε από ένα χάλκινο άγαλµα του Απόλλωνα, που στοιχειώνει τη ζωή και τα όνειρα των ανθρώπων ακόµη και τώρα.
Μια ιστορία ανάµεσα στο παρελθόν και στο µέλλον: οι Εγγλέζοι αποικιοκράτες, οι µετανάστες, ο Δράκος του Νερού, ένας τόπος που ανακαλύπτει συνεχώς, ζωντανά και πνιγµένα, µυστικά.

9.90

Ξένη λογοτεχνία

2666

Ρομπέρτο Μπολάνιο

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ της γερμανικής φιλολογίας αναζητούν τα ίχνη του Γερμανού συγγραφέα Μπένο Φον Αρτσιμπόλντι. Την τελευταία φορά που έδωσε σημεία ζωής βρισκόταν στη Σάντα Τερέσα, μια πόλη της ερήμου στα σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ όπου εκατοντάδες γυναίκες έχουν βρεθεί άγρια κακοποιημένες και δολοφονημένες. Από την κατεστραμμένη Ευρώπη μέχρι την έρημο της Σονόρα, που τη στοιχειώνουν οι ανεξιχνίαστοι φόνοι γυναικών, ο Μπολάνιο αφηγείται την ιστορία της ζωής του Χανς Ράιτερ, γεννημένου το 1920, που εξελίσσεται σε μεγάλο Γερμανό συγγραφέα με το ψευδώνυμο Αρτσιμπόλντι, και ταυτόχρονα καταγράφει με την ανατριχιαστική νηφαλιότητα αστυνομικής αναφοράς την αλυσίδα των φόνων (απομίμηση των δολοφονιών που στοιχειώνουν την πραγματική Σιουδάδ Χουάρες στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού). Μέσα από πολυάριθμα γκροτέσκα πορτρέτα και φλερτάροντας με όλα τα λογοτεχνικά είδη, δημιουργεί μια εικόνα του 20ου αιώνα με πινελιές από την Αποκάλυψη. Το λογοτεχνικό κληροδότημα του πρόωρα χαμένου Χιλιανού συγγραφέα είναι φιλόδοξο. Συνδέει το γκανγκστερικό μυθιστόρημα με το Bildungsroman, το βωντβίλ με την πολεμική μαρτυρία, την επιστημονική φαντασία με το ρεπορτάζ και ενσαρκώνει ό,τι πιο ουσιαστικό έχει η λογοτεχνία: την τόλμη να μιλά για τη φρίκη, το θάνατο, την απουσία νοήματος μα και τον έρωτα. Χαιρετίστηκε από τους κριτικούς διεθνώς ως έργο του αιώνα. Με εκπληκτική επίδειξη τόλμης και αφηγηματικής δύναμης, το 2666 υποδεικνύει ένα νέο και ριζοσπαστικό τρόπο για το ολοκληρωτικό μυθιστόρημα. Και επιβεβαιώνει κατηγορηματικά την ετυμηγορία της ΣΟΥΖΑΝ ΣΟΝΤΑΓΚ: “Ο ισπανόφωνος συγγραφέας που άσκησε μεγάλη επιρροή και θαυμάστηκε περισσότερο από κάθε άλλον στη γενιά του. Ο θάνατός του, στην ηλικία των πενήντα ετών, είναι μεγάλη απώλεια για τη λογοτεχνία”.

29.90

Φλάννερυ Ο'Κόννορ

Στην πιο διάσημη συλλογή διηγημάτων της, η Ο’Κόννορ, με το γκροτέσκο χιούμορ και το αδυσώπητο βλέμμα της, διερευνά τις ηθικές, πνευματικές και ψυχικές ανισορροπίες της μεταπολεμικής Αμερικής: μια οικογενειακή εκδρομή με απρόβλεπτα βίαιη κατάληξη, ένας φαινομενικά αθώος πωλητής Βίβλων, μια απροσδόκητη εγκυμοσύνη, ένας βετεράνος που βυθίζεται στην άνοια, ένας πρόσφυγας που ανατρέπει τις ταξικές και φυλετικές ισορροπίες σε ένα αγρόκτημα. Η ρευστότητα των ανθρώπινων σχέσεων, η ύπουλη εισβολή της τεχνολογίας, η μάταιη αναζήτηση της πίστης, η διάρρηξη των ταυτοτήτων και της οικογένειας, οι έμφυλες και φυλετικές εντάσεις, η συνύπαρξη του ειρωνικού με το τραγικό, κάνουν τη βαθιά Αμερική της Ο’Κόννορ έναν τόπο που μοιάζει πολύ με τον δικό μας.

15.50

Ξένη λογοτεχνία

Γουλφ Χολ

Χίλαρι Μαντέλ

Δεκαετία του 1520. Η Αγγλία βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Αν ο βασιλιάς πεθάνει χωρίς άρρενα διάδοχο, η χώρα κινδυνεύει να βυθιστεί σε εμφύλιο πόλεμο. Ο Ερρίκος Η΄ θέλει να ακυρώσει τον εικοσαετή γάμο του με την Αικατερίνη της Αραγονίας και να παντρευτεί την Ανν Μπολίν. Ο πάπας και σχεδόν σύσσωμη η Ευρώπη είναι αντίθετοι. Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο, αναλαμβάνει ο Τόμας Κρόμγουελ, Πρώτος Γραμματέας, ιδεαλιστής και ταυτόχρονα καιροσκόπος, γοητευτικός και δολοπλόκος, πολιτική ιδιοφυΐα και απελπιστικά φιλόδοξος. Ωστόσο ο Ερρίκος είναι απρόβλεπτος, άλλοτε τρυφερός και άλλοτε μοχθηρός. Ο Κρόμγουελ τον βοηθά να ξεπεράσει τα εμπόδια, αλλά ποιο τίμημα θα κληθεί να πληρώσει για τον θρίαμβό του;

Η Χίλαρι Μαντέλ μάς οδηγεί στα παρασκήνια μιας από τις πιο σημαντικές περιόδους στην ιστορία της Αγγλίας: τη βασιλεία του Ερρίκου Η΄. Μια εποχή που διαμορφώθηκε με πάθος και θάρρος, ένας κόσμος όπου η ιδέα της κοινωνικής προόδου ήταν καινοτόμα και ταυτόχρονα ξένη και απειλητική, και όπου οι άνθρωποι δεν ήταν σαν εμάς αλλά μας δημιουργούσαν.

• Man Booker Prize 2009 • Υποψήφιο για το Orange Prize 2010 • Υποψήφιο για το James Tait Black Memorial Prize 2010 • Υποψήφιο για το Costa Novel Award 2009 • National Book Critics Circle Award 2010 • Walter Scott Prize For Historical Fiction 2010

24.40

Ξένη λογοτεχνία

Ο δρόμος

Κόρμακ ΜακΚάρθι

Ένας άνδρας κι ο μικρός γιος του διασχίζουν μια Αμερική που θυμίζει καμένη γη. Τίποτα δεν κινείται στο κατεστραμμένο τοπίο· μόνο στάχτη στην ατμόσφαιρα. Το κρύο κάνει ακόμα και τις πέτρες να σπάνε, και το χιόνι πέφτει γκρίζο από έναν σκοτεινό ουρανό. Έχουν ένα πιστόλι για άμυνα και σέρνουν ένα καρότσι με τρόφιμα που σύντομα αδειάζει. Προορισμός τους είναι η ακτή, αν και δεν γνωρίζουν τι τους περιμένει εκεί. Πατέρας και γιος, «ο καθένας τους ολόκληρος ο κόσμος του άλλου», προσπαθούν να επιβιώσουν αντλώντας δύναμη από την αγάπη τους.

Ο Κόρμακ Μακάρθι (1993-2023) αποτυπώνει ένα μέλλον χωρίς ελπίδα για το ανθρώπινο είδος. Βραβευμένο με Πούλιτζερ το μυθιστόρημα είναι ένας βαθύς στοχασμός για το καλύτερο και το χειρότερο που είμαστε ικανοί να κάνουμε.

17.00

Λουί-Φερντινάν Σελίν

«Αριστούργημα!»… «Ανοσιούργημα!» … «Μνημειώδες!»… «Ελεεινό!»… «Υψηλό!»… «Χυδαίο!»… «Κωμικό!»… «Τραγικό!»… «Κωμικοτραγικό!»… «Φιλάνθρωπο!»… «Απάνθρωπο!»… «Υπεράνθρωπο!»…

Μυριάδες λέξεις γράφτηκαν ήδη το 1932, όταν οι εμβρόντητοι αναγνώστες σαλπάρισαν γι’ αυτό το αναπάντεχο “Ταξίδι”, που άλλαξε τα τοπία της γλώσσας, της τέχνης, της ζωής! Μυριάδες γράφονται ακόμη, γιατί το ασύγκριτο μυθιστόρημα του Σελίν εξακολουθεί να μας συγκλονίζει, να μας μεταμορφώνει, να μας μετουσιώνει. Κανείς δεν επέστρεψε, κανείς δεν θα επιστρέψει αλώβητος από την «άκρη της νύχτας».

24.19

Έλενα Φερράντε

Η Τετραλογία της Νάπολης αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εκδοτικό φαινόμενο, έχοντας δημιουργήσει ένα πραγματικά φανατικό κοινό που από τόμο σε τόμο όχι μόνο δεν έχανε το ενδιαφέρον του, αλλά περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας πριν ακόμα τελειώσει το βιβλίο που είχε ανά χείρας. Περισσότερο και από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πραγματική ταυτότητα της Φεράντε, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις από τη μια το ενοχικό ύφος διαφόρων βιβλιόφιλων όταν εκμυστηρεύονταν το «κόλλημά» τους με την Τετραλογία και από την άλλη αρκετούς «διαβασμένους» να παραδέχονται ότι τελικά δεν πρόκειται για μια ελαφριά, πιασάρικη ιστοριούλα, αλλά για ένα μυθιστόρημα με λογοτεχνικές αξιώσεις, που ουδεμία σχέση έχει με «ροζ λογοτεχνία».

Προς τι, λοιπόν, όλο αυτός ο ντόρος; Πρόκειται για την ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν στην ίδια φτωχική γειτονιά τη δεκαετία του ’50 και η πορεία τους τούς φέρνει μέχρι τις μέρες μας, διατρέχοντας παράλληλα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που βιώνει η Ιταλία στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών. Και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα βιβλίο με πρωταγωνίστριες δυο φίλες, η συγγραφέας πετυχαίνει να φέρει στο επίκεντρο το γενικότερα παραγνωρισμένο στη λογοτεχνία θέμα της γυναικείας φιλίας, μιλώντας για τον τρόπο που σχετίζονται οι γυναίκες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητά της ψυχοσύνθεσής τους μέσα από τη δυναμική της σχέσης των δύο ηρωίδων και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά τους όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο βίο.

Σίγουρα η σχέση τους είναι πολυκύμαντη, μεγαλώνουν, στην προσπάθειά τους να ανεξαρτητοποιηθούν και να αποκτήσουν δική τους φωνή ακολουθούν διαφορετικές πορείες, ξαναβρίσκονται, τα συναισθήματα τις ενώνουν και τις χωρίζουν, τα θεμέλια της σχέσης τους όμως είναι γερά. Η ίδια η Φεράντε είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της: «Ο γυναικείος ανταγωνισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν δεν επικρατεί∙ δηλαδή αν συνυπάρχει με την εγγύτητα, την οικειότητα, την επίγνωση του πόσο απαραίτητη είναι η μία στην άλλη, με ξαφνικές εξάρσεις αλληλεγγύης, παρά τη ζήλια, τον φθόνο και όλη την κακοδαιμονία που μπορεί να προκύψει».

Η Τετραλογία της Νάπολης καταφέρνει να καταρρίψει την άποψη που θέλει τις γυναίκες ανίκανες να δημιουργήσουν μια φιλία βασισμένη στη διαφάνεια, στην πίστη. Ίσως, μάλιστα, να μπορούσαμε να πούμε πως βλέπει πέρα από το στερεότυπο της ατελούς γυναικείας φιλίας, αποδεχόμενη τη μειονεκτική της πλευρά της ως συστατικό και όχι ως καθοριστικό της γνώρισμα. Η λέξη για τη φιλία στα ιταλικά είναι «amicizia» και προέρχεται από το ρήμα «amare», που σημαίνει «αγαπώ». Και η Φεράντε, με τον λιτό και ρεαλιστικό της λόγο, περιγράφει την πορεία των δύο γυναικών προς αυτήν.

Μαρία Δρουκοπούλου

12.39

Δίπλα στη θάλασσα με έξι σπουδαία μυθιστορήματα

Πέτερ Χάντκε

Μα τι χαρά, να προλάβουμε να σε δούμε τουλάχιστον σήμερα και μ’ αυτή την ευκαιρία! πριν φύγεις, και να σε δούμε μάλιστα γερό. Αχ, τι χαρά! – Υπήρχε βέβαια κι ένας που δεν χαιρόταν καθόλου μα καθόλου, ιδίως μ’ αυτόν εκεί που προοριζόταν να γίνει νονός του. Κι αυτός ήταν ο κοντορεβιθούλης, το βαφτιστήρι, φασκιωμένο μέσα σε ολόλευκα πανιά, απ’ όπου πρόβαλλε μόνο το πρόσωπό του. Αλλά τι φοβερό βλέμμα που έριχνε, με τα μεγάλα απλανή μάτια του προσηλωμένα μόνο στον νονό, και τις αρτηρίες της οργής φουσκωμένες στους κροτάφους, και στους δυο παιδικούς κροτάφους του, αρτηρίες που δεν ήταν ή δεν ήταν απλώς κληρονομικές, πράγμα που μάλλον δεν έλεγε τίποτα, ή τίποτα σημαντικό: όχι, ήταν οι αρτηρίες μιας οργής που κατευθυνόταν σ’ αυτόν, στον Γκρέγκορ, μιας οργής εν δράσει, αρτηρίες που άφριζαν από θυμό εναντίον του, εδώ και τώρα.

Ο Γκρέγκορ Βέρφερ επιστρέφει από το εξωτερικό για λίγες μέρες στο χωριό του, που έχει ενσωματωθεί στο μεταξύ στη μεγαλούπολη. Ξαναβρίσκει ό,τι άφησε ανεπανόρθωτα παραλλαγμένο. Εκεί είναι πάντα και ο πατέρας, η μητέρα, η αδερφή με το νεογέννητο μωρό της. Αυτός όμως κουβαλάει μια είδηση που δεν θέλει με τίποτα να τους αποκαλύψει. Ο μικρός αδερφός, ο Χανς, μέλος της Λεγεώνας των Ξένων, έχει σκοτωθεί σε κάποιο άγνωστο πεδίο μάχης. Οι σύντομες διακοπές του Γκρέγκορ μετατρέπονται σε μια αδυσώπητη αναδρομή ζωής. Το παρόν καθρεφτίζεται στο παρελθόν και το αντίστροφο, εσωτερικές φωνές αναδύονται από τις κρύπτες της ψυχής του, έχει έρθει η ώρα ενός διακανονισμού. Ο Γκρέγκορ καταφεύγει τα βράδια στις ταβέρνες του πρώην χωριού και μένει εκεί μέχρι να κλείσουν. Γίνεται ο τελευταίος θαμώνας δοκιμάζοντας μέσα στην ανωνυμία μιαν αναπάντεχη θαλπωρή.

Η περιπέτεια ενός νόστου, με τη διεισδυτική ματιά του Πέτερ Χάντκε.

18.00

Ξένη λογοτεχνία

Σάτρι

Κόρμακ ΜακΚάρθι

Στις όχθες του ποταμού Τενεσί, ο Κορνίλιους Σάτρι ζει αποκομμένος από τον κόσμο: ψαράς, περιπλανώμενος, απόκληρος, μάρτυρας μιας Αμερικής που σαπίζει και τραγουδά. Ανάμεσα σε μεθυσμένους, απατεώνες, αγίους της λάσπης και φίλους που χάνονται, δεν αναζητά τη λύτρωση αλλά μια αλήθεια αρκετά σκληρή για να την αντέξει.

Το πιο πληθωρικό, αλλά και βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα του Κόρμακ Μακάρθι: ένας γλωσσικός ποταμός με λεπτό, σκοτεινό χιούμορ, όπου η φτώχεια γίνεται έπος, ενώ η μοναξιά, η ενοχή αλλά και μια παράξενη τρυφερότητα αποκτούν πρόσωπο. Ένα συγκλονιστικό ταξίδι στην άγρια καρδιά της απώλειας και της ζωής. Ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται απλώς: σε στοιχειώνει.

Στη σειρά ALDINA κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματα του Μακάρθι Επιβάτης, Stella Maris, Αιματοβαμμένος Μεσημβρινός, Τέκνο του Θεού, Ο Δρόμος.

27.00

Ζοζέ Σαραμάγκου

Το βιβλίο αυτό του Ζοζέ Σαραμάγκου, που δημοσιεύτηκε το 1980 και εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, εξεικονίζει τον αγώνα ενός λαού να ξεπεράσει αιώνες καταπίεσης, εκμετάλλευσης και κοινωνικής ανισότητας. Η περίτεχνη αφήγηση, προσωπική και αυτοβιογραφική, παρακολουθεί την πορεία της οικογένειας Μάου-Τέμπο. Πρόκειται για φτωχούς αγρότες που μοιάζουν αρκετά με τους προγόνους του ίδιου του συγγραφέα. Η ζωή αυτών των ανθρώπων, γεμάτη κόπο και ιδρώτα, εκτυλίσσεται σε μια μαρτυρική περιοχή της νότιας Πορτογαλίας. Στο φόντο εξελίσσονται σημαντικά γεγονότα, εθνικά και διεθνή, όπως η έλευση της δημοκρατίας στη χώρα, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, καθώς επίσης η απόπειρα δολοφονίας κατά του δικτάτορα Σαλαζάρ. Όμως τίποτα δεν επηρεάζει πιο πολύ τους χαρακτήρες από την προοπτική να υπάρξουν αλλιώς, τίποτα δεν ανακινεί μέσα τους την ελπίδα περισσότερο από την ανατρεπτική ιδέα της δικαιοσύνης. Το μυθιστόρημα Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη είναι ένας σημαντικός σταθμός στη δημιουργική πορεία του μετέπειτα νομπελίστα. Βιβλίο οδύνης αλλά και μεγάλης αγάπης, ένας συγκινητικός φόρος τιμής στους άντρες και στις γυναίκες που τον διαμόρφωσαν.

«Το βιβλίο τιτλοφορείται Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη. Γιατί, κατά βάθος, οι άνθρωποι σηκώνονται απ’ τη γη, σηκώνονται τα σταροχώραφα, στη γη είναι που σπέρνουμε, στη γη είναι που γεννιούνται τα δέντρα, και απ’ τη γη, εντέλει, μπορεί να σηκωθεί ένα βιβλίο».

Ζοζέ Σαραμάγκου

22.01

Ίαν Μακ Γιούαν

2014: Ένα σπουδαίο ποίημα απαγγέλλεται σ’ ένα πάρτι γενεθλίων και δεν ξανακούγεται ποτέ. Επί δεκαετίες, φίλοι της ποίησης, ερευνητές και μελετητές κάνουν εικασίες για το μήνυμά του, ωστόσο, εκατό χρόνια αργότερα, κανένα αντίγραφό του δεν έχει ακόμη εντοπιστεί.

2119: Οι πεδινές περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου έχουν βυθιστεί εξαιτίας της ανόδου της στάθμης της θάλασσας. Η χώρα έχει μετατραπεί σε ένα αρχιπέλαγος με πολλά διάσπαρτα νησιά. Όσοι κατάφεραν να επιζήσουν κατατρύχονται από τη νοσταλγία για την ποικιλία και τον πλούτο του καταποντισμένου αυτού πολιτισμού.

Ο Τομ Μέτκαλφ, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Σάουθ Ντάουνς με έδρα ένα από τα νησιά του βρετανικού αρχιπελάγους, μελετά τα αρχεία των πρώτων δεκαετιών του εικοστού πρώτου αιώνα, γοητευμένος από τις ελευθερίες και τις δυνατότητες της ανθρώπινης ζωής πριν από την καταστροφή.

Η τυχαία ανακάλυψη, ωστόσο, από τον Τομ, ενός ίχνους που ελπίζει να τον οδηγήσει στο μεγάλο χαμένο ποίημα, φέρνει στο φως περίπλοκες ερωτικές σχέσεις, λογοτεχνικές αντιζηλίες κι ένα βίαιο έγκλημα, ανατρέποντας τις βεβαιότητές του για μια ιστορία που πίστευε ότι γνώριζε σε βάθος.

Περιπέτεια, λογοτεχνικό θρίλερ και ταυτόχρονα ερωτική ιστορία, το Τι μπορούμε να γνωρίζουμε είναι ένα αριστούργημα που αποσπά το παρόν από την αίσθηση της επικείμενης καταστροφής και φαντάζεται έναν μελλοντικό κόσμο στον οποίο δεν έχει χαθεί ακόμη το παν.

 

19.90

Τζ.Μ.Κούτσι

Οκτώ ιστορίες γραμμένες με τη μαεστρία του νομπελίστα J.M. Coetzee.

Οκτώ ιστορίες για την αγάπη, τον θάνατο, τα γηρατειά, τη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους, τα ζώα, τον κόσμο.

Τα διηγήματα, σε κάποια από τα οποία οι αφοσιωμένοι αναγνώστες του J. M. Coetzee θα αναγνωρίσουν μια αγαπημένη ηρωίδα του, την Ελίζαμπεθ Κοστέλο, εκπλήσσουν με την ικανότητά τους να μας αναστατώνουν και να μας κάνουν να συλλογιστούμε τις προκλήσεις που μοιραζόμαστε και οι οποίες υπερβαίνουν το ατομικό.

Ένα σκυλί που γαβγίζει σε μια καγκελόπορτα, μια ερωτική απιστία, μια γυναίκα που θέλει να γεράσει με τον δικό της τρόπο – καθένα από τα οκτώ διηγήματα μας ανατοποθετεί μπροστά στη δική μας πραγματικότητα. Κι όλα μαζί μας προτείνουν να ξανασκεφτούμε τις συνέπειες των καθημερινών μας αποφάσεων, την ηθική της σχέσης μας με τον κόσμο, την ικανότητά μας να κατανοούμε άλλα πλάσματα και να συνυπάρχουμε μαζί τους με υπευθυνότητα.

12.20

Ξένη λογοτεχνία

Τόνιο Κραίγκερ

Τόμας Μαν

Από παιδί ο Τόνιο Κραίγκερ ξέρει ότι είναι διαφορετικός. Ξέρει πως, όσο και να το θέλει, δεν ανήκει στον νοικοκυρεμένο και ευπρεπή κόσμο του αξιοσέβαστου πατέρα του, ούτε στον χαρούμενο και φωτεινό κόσμο των συμμαθητών του που αγαπούν τις χοροεσπερίδες και τα εικονογραφημένα βιβλία με τα άλογα. Μεγαλώνοντας, θα υπακούσει στο σκοτεινό κάλεσμα της τέχνης και της απομόνωσης που αυτή απαιτεί. Ωστόσο, η μελαγχολική λαχτάρα του για την απλή, τίμια κι αβασάνιστη ζωή του αστού θα συνεχίσει να καίει μέσα του. Και κάπου εκεί, στο χάσμα ανάμεσα στους δύο κόσμους, θα γεννηθεί η δημιουργία.

Θαυμάζω τους περήφανους και τους ψυχρούς, αυτούς που τολμούν να πλανηθούν στα μονοπάτια της μεγάλης, της δαιμονικής ομορφιάς, περιφρονώντας τον «άνθρωπο», αλλά δεν τους ζηλεύω. Γιατί αν υπάρχει κάτι ικανό να μεταμορφώσει έναν λόγιο σε ποιητή, είναι ακριβώς αυτή η τόσο αστική αγάπη μου για καθετί ανθρώπινο, ζωντανό και συνηθισμένο. Η ζεστασιά, η καλοσύνη, το χιούμορ απ’ αυτήν την αγάπη πηγάζουν, και μου φαίνεται μάλιστα πως ίσως αυτή είναι η αγάπη που, κατά τας Γραφάς, ακόμα κι αν μιλάς όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, χωρίς αυτήν δεν είσαι παρά χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον.

14.00
Banner_lifo_shop_katarraktis
Banner_lifo_shop_katarraktis_mob

Best Sellers

Aυτά είναι τα βιβλία που αγαπήσατε περισσότερο στο LifO Shop το τελευταίο διάστημα

Ξένη λογοτεχνία

Θα σπείρουμε τον όλεθρο

Κάιλ Ντέκερ

Ο Άλεξ Ντάματζ είναι ένας νεαρός πάνκης με μπλε μοϊκάνα και κουρελιασμένο δερμάτινο μπουφάν, που βγάζει τα προς το ζην παριστάνοντας τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και αναλαμβάνοντας μικροδουλειές για φίλους και ομοϊδεάτες. Όταν ο χαρισματικός Τζέρι Ρας, τραγουδιστής του δημοφιλούς πανκ συγκροτήματος Bad Chemicals, βρίσκεται νεκρός στα καμαρίνια μετά από μια εκρηκτική συναυλία, η αστυνομία σπεύδει να αποδώσει τον θάνατό του σε υπερβολική δόση ναρκωτικών και να κλείσει βιαστικά την υπόθεση. Μια μυστηριώδης γυναίκα, όμως, δεν πείθεται από την επίσημη εκδοχή και ζητά από τον Άλεξ να ανακαλύψει τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ.

Η έρευνα για τα ίχνη του νεκρού μουσικού θα οδηγήσει τον Άλεξ σε μια επικίνδυνη διαδρομή στα σκοτεινά στέκια της πόλης. Ποιος ήταν πραγματικά ο Τζέρι Ρας και γιατί ο θάνατός του φαίνεται να απασχολεί ανθρώπους που δεν θα έπρεπε να έχουν καμία σχέση μαζί του; Καθώς τα ερωτήματα πληθαίνουν, η υπόθεση παίρνει απροσδόκητη τροπή και ο Άλεξ παρασύρεται στη δίνη ενός συστήματος βίας και εξουσίας, όπου νεοναζί σκίνχεντ, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, σκληροί μαφιόζοι και αδίστακτοι πολιτικοί αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας.

Με καταιγιστικό ρυθμό, ευρηματική γραφή, άφθονο μαύρο χιούμορ και συνεχείς ανατροπές, το Θα σπείρουμε τον όλεθρο συνδυάζει στοιχεία του κλασικού νουάρ με το ανατρεπτικό πνεύμα του πανκ. Μέσα από τη μουσική, τις ιδέες, τους μύθους και τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής, ο Κάιλ Ντέκερ συνθέτει ένα καθηλωτικό αστυνομικό μυθιστόρημα που αντλεί την έμπνευσή του από την ιστορία και τα πρόσωπα της πανκ μουσικής σκηνής και της αμερικανικής αντικουλτούρας των αρχών της δεκαετίας του 1980.

19.60

Ξένη λογοτεχνία

Η «συμμορία» των Σάκκο

Αντρέα Καμιλέρι

Βασική συνθήκη σε αυτή την πραγματική ιστορία είναι το τοπίο της αγροτικής Σικελίας: οι πέτρες, τα δύσβατα θαμνώδη και βραχώδη μέρη, τα βοσκοτόπια· η μαγεία της βοτανικής με τις φιστικιές, που είναι θηλυκά και αρσενικά δέντρα, οι υποσχέσεις του σαμπούκου, που στα φύλλα του κρύβονται τα χρυσοπράσινα σκαθάρια, για νύχτες μαγικές, τα εποχικά άσματα. Συναντάμε πρώτα, μετά το 1850, τον πατριάρχη Λουίτζι Σάκκο, έξυπνο, ακούραστο εργάτη που δούλευε με αγάπη τη γη. Μετά έρχονται οι απόγονοι, όλοι σκληρά εργαζόμενοι νεαροί άντρες, και σοσιαλιστές, με υπερατλαντική μετανάστευση και στράτευση κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Οι υπεξαιρέσεις και αχρειότητες των σκαιών αρχηγών της Μαφίας που καλύπτονται πίσω από πολιτικούς «μαριονέτες» μέσα στο τραγικό σκοτάδι του φασισμού. Οι πέντε αδελφοί Σάκκο γνωρίζουν πόσο απελπιστικά δύσκολο είναι να ζεις στο καθεστώς που επιβάλλει η Μαφία. Αναγκάζονται να φύγουν, να κρυφτούν. Νιώθουν ότι ενδύονται έναν ρόλο σωτήρα, στον (ένοπλο) αγώνα κατά των μαφιόζων διωκτών. Γίνονται μοναχικοί δικαστές, στη σκοτεινή σιωπή της ομερτά: πολίτες εκτός νόμου ενός κράτους που δεν μπορούσε να τους εγγυηθεί ασφάλεια, να τους προστατέψει.

9.50

Ξένη λογοτεχνία

Η νύφη φόρεσε μαύρα

Κορνέλ Γούλριτς

Η Τζούλι χάνει τον σύζυγό της λίγες μόλις στιγμές μετά τον γάμο τους και μεταμορφώνεται σε εκδικητική μηχανή, έτοιμη να εξοντώσει έναν προς έναν τους δολοφόνους του, με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένα ατμοσφαιρικό crime novel, μια ζοφερή και συνάμα συναρπαστική ιστορία γεμάτη σασπένς που λειτουργεί πολυεπίπεδα, το “Η νύφη φόρεσε μαύρα” είναι ένα εμβληματικό μυθιστόρημα που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Γάλλο σκηνοθέτη Φρανσουά Τριφό. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

16.50

Ξένη λογοτεχνία

Γκόμες Χόρχε Ροντρίγκες

Γκόμες Χόρχε Ροντρίγκες

Καράκας, δεκαετία του ’90: Η ιστορία αρχίζει με την απαγωγή ενός γκρίνγκο, του Αμερικανού Πολ Γουάιτ, στελέχους φαρμακευτικής εταιρείας. Πρόκειται για μια φαινομενικά απλή και καθαρή δουλειά που εξελίσσεται όμως σε μια δίνη προδοσιών, αντικρουόμενων συμφερόντων, κατασκοπείας, σε ένα περιβάλλον οργής, επιθυμίας και θεσμικής σήψης. Στο φόντο η Βενεζουέλα του παρελθόντος, αληθινή όσο και φανταστική, την οποία κυβερνά ένας δικτάτορας-ανδρείκελο που θα έδινε τα πάντα για να βρεθεί μακριά από τα προβλήματα μιας αχάριστης χώρας.

Αν και έχει τη μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος, Η θάλασσα που μου χάρισες είναι ταυτόχρονα ένα μυθιστόρημα πολιτικό και ερωτικό, που ξεδιπλώνει το χρονικό του αγωνιώδους 20ού αιώνα, όπου πρωταγωνιστούν ο τρόμος και η γελοιότητα. Ο «βρόμικος ρεαλισμός» του Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες αναγνωρίζει ότι το κακό είναι ίδιον του ανθρώπου, όπως η μούργα κάτω απ’ το νύχι, και κατορθώνει να το ξεγυμνώσει και να το φέρει στο προσκήνιο.

Ένα σκοτεινό και ανησυχητικό μυθιστόρημα, λαμπερό και φιλόδοξο, σαν την άγρια θάλασσα που πληγώνει τα μάτια και μόνο που την κοιτάζεις.

14.40

Ξένη λογοτεχνία

Είκοσι χρόνια μετά

Τσάρλι Ντόνλι

Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη αστυνομικό θρίλερ. Κατάφερε να ξεχωρίσει και να γίνει παγκόσμιο μπεστ σέλερ κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο μπλέκει αληθινά γεγονότα με τη μυθοπλασία, δίνοντας μια αίσθηση ρεαλισμού. Οι δύο ιστορίες που τρέχουν παράλληλα, οι ανατροπές που έρχονται εκεί που δεν τις περιμένεις και η κλιμάκωση της αγωνίας έχουν ως αποτέλεσμα ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα.

18.80

Ερβέ Λε Καρέ

Παρίσι, 1870. Μια σειρά άγριων φόνων, που θα έλεγε κανείς ότι υπακούουν σε μια λογική ανελέητη και μυστηριώδη, αφήνει άναυδη την αστυνομία, η οποία δεν διαθέτει τα μέσα για ν’ αντιμετωπίσει αυτά τα εγκλήματα νέου τύπου. Ο δολοφόνος, από τη μεριά του, θεωρεί τον εαυτό του «καλλιτέχνη»: κάνει την ποίηση πράξη, αποτίνει φόρο τιμής σ’ εκείνον που θεωρεί το μεγαλύτερο συγγραφέα του 19ου αιώνα, τον Ιζιντόρ Ντικάς, κόμη του Λοτρεαμόν, θέλοντας να κάνει γνωστή την παραγνωρισμένη μεγαλοφυΐα του. Μέσα στο λαβύρινθο μιας πόλης όπου ξεχειλίζουν η ζωή και η μιζέρια, ανάμεσα στην ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και τη βία ενός καθεστώτος που πνέει τα λοίσθια, ένας επαναστάτης εργάτης, ένας αρχιφύλακας της Ασφάλειας και δυο γυναίκες στις οποίες δεν χαρίστηκε η ζωή θα βρεθούν στην τρελή διαδρομή του δολοφόνου. Κανένας δεν θα βγει αλώβητος απ’ αυτή τη φοβερή συνάντηση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

23.32

Ξένη λογοτεχνία

Γκρινταντράπ

Καρίλ Φερέ

«Ολόκληρος ο κόλπος έχει μαυρίσει από τα κητώδη, ενώ τα δεκάδες πλοία που τα είχαν κυνηγήσει μέχρι εκεί σχηματίζουν συμπαγή κλοιό στην πλάτη τους, αδιαπέραστο, και για τα σόναρ τους τρομακτικό· οι άνθρωποι πάνω στα πλοία χτυπούν τα κήτη μέσα σ’ ένα πανηγυρικό πανδαιμόνιο, κουδουνίζουν καμπάνες και ροκάνες, φυσούν με σφυρίχτρες και μπουρούδες, σπρώχνοντας τα ζώα να φύγουν μπροστά και, σε λίγο, να ξεβραστούν στην ακτή όπου τα περιμένουν οι εκτελεστές». ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΤΩΜΑΤΑ αυτού του πατροπαράδοτου κυνηγιού του γκρινταντράπ επιπλέει το σώμα του ηλικιωμένου οργανωτή της μεγάλης σφαγής των γιγάντιων θηλυκών ζώων, καλυμμένο με παράξενες πληγές. Διαδίδονται οι πιο τρελές φήμες. Τί δουλειά έχουν στο νησί οι δύο στρατευμένοι οικολόγοι της Sea Shepherd, του ορκισμένου εχθρού τους; Όντως τους ξέβρασε εκεί ο τυφώνας; Για τον Σαίρεν Μπαρεντσεν, τον αρχηγό της αστυνομίας, ξεκινάει ένας αγώνας ενάντια στο χρόνο, αν θέλει να προλάβει να μην εξαπλωθεί η μόλυνση της βίας των στοιχείων της φύσης μέχρι τους ανθρώπους. Ένα συγκλονιστικό δράμα «κεκλεισμένων των θυρών» στην καρδιά της μανιασμένης φύσης και των υπέροχων τοπίων των Νήσων Φερόες.

19.00

Τρούμαν Καπότε

Τα βρόμικα σαλόνια της μπουρζουαζίας (πρωτότυπος τίτλος Answered Prayers), το τελευταίο και ανολοκλήρωτο σπονδυλωτό μυθιστόρημα του Τρούμαν Καπότε, αποτυπώνουν την ξέφρενη πορεία τού φέρελπι ηδονοθήρα συγγραφέα Π. Μπ. Τζόουνς (σκοτεινού άλτερ έγκο του ίδιου του συγγραφέα), από λογοτεχνικά σαλόνια και δείπνα διασημοτήτων στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι του ’50 και του ’60 μέχρι άθλιους ξενώνες και την ερημιά των κακόφημων μπαρ της Ταγγέρης. Ανήθικοι τυχοδιώκτες, εκμαυλισμένοι κροίσοι, απεγνωσμένοι καλλιτέχνες και αδίστακτες καλλονές περιδινούνται ακούραστα γύρω από τολμηρές εκμυστηρεύσεις και απαγορευμένες απολαύσεις, συνθέτοντας μια “τοιχογραφία τεράτων” που παρελαύνουν με όλη τους τη γύμνια μπροστά στο παραφθαρμένο μα αλάθητο βλέμμα ενός από τους τελευταίους μεγάλους στυλίστες της γραφής. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

“Πρόζα που κάνει την καρδιά να τραγουδάει και την αφήγηση να πετάει” (The New York Times Book Review)

14.90

Qabel

Η κορδέλα της Ε. ήταν ένα artefact που είχε επιλέξει για να δηλώσει παρούσα στον πόλεμο. Σαν μια φίλη που σου βγάζει τη γλώσσα, ζωντανή, μετά τη μάχη. Ήταν το διακριτικό μιας δύναμης. Της δύναμής μας να γελάμε κλεισμένοι στα μπετά, τις λάμπες φθορίου και τα προβληματικά αμάξια μας. Κουβαλούσε μια indie ειρωνεία που συμβόλιζε τη δύναμη ενός τμήματος των millennials να παραμένουν ψύχραιμοι ανάμεσα σε γονείς θλιμμένους από το άγχος και φίλους αγχωμένους από τη θλίψη. Ήταν ένα σημάδι ζωής σε συνθήκες πολέμου. Μια γραμμή ζωγραφισμένη για να μας θυμίζει ότι υπάρχει ζωή και μέσα σε αυτόν. Ένα σημάδι ότι όλα συνεχίζονται. Η κορδέλα της Ε. ήταν το αναγνωριστικό της δύναμής της να παλεύει το κακό χωρίς να χάνει τα λογικά της. Το διακριτικό μιας γήινης σούπερ ηρωίδας που δεν ζητούσε αναγνώριση αλλά παιχνίδι. Έψαχνε, όπως κι εσύ, να βρει το νόημα στα συντρίμμια του υπαρκτού. Ήταν σκληρή στη μάχη με το κακό αλλά διακριτική στην αλληλεπίδραση με τους γύρω της. Αν εξαιρέσεις τις σούπερ ικανότητές της, ήταν μία από μας. Όπως η Princess από το Battle of the planets. Η κορδέλα της Ε. δεν απαιτούσε την προσοχή σου. Απλά την προκαλούσε. Έστηνε ένα ενδεχόμενο σημείο συνάντησης με το βλέμμα σου. Κι αν τελικά συναντιόσασταν, γινόταν ένα πειστήριο αμοιβαίας φροντίδας. Ένα νεύμα γλυκιάς θλίψης ξεχασμένο πάνω στις μπούκλες της. Έδινε ελπίδα απογυμνωμένη από μεγάλες αφηγήσεις. Δεν υποσχόταν τίποτα. Ήταν απλά ένα κάλεσμα να σηκώσεις το κεφάλι ψηλά. Μια υπενθύμιση να μην ξεχνάς τους ανθρώπους σου. Να μην ξεχνάς τα φιλιά, τις αγκαλιές και τα χαμόγελα. Μια υπενθύμιση να μην ξεχνάς την ομορφιά.

14.00

Ιμπραχίμ Σοναλλάχ

Ένας άντρας βγαίνει από τη φυλακή. Το Κάιρο απλώνεται μπροστά του αδιάφορο, θορυβώδες, ξένο. Υπό κατ’ οίκον περιορισμό, με έναν αστυνομικό να ελέγχει τις νύχτες του, περιπλανιέται σε δρόμους και δωμάτια, παγιδευμένος σε μια ζωή που δεν του ανήκει πια. “Αυτή η Μυρωδιά” δεν είναι το άρωμα της ελευθερίας. Είναι η βαριά μυρωδιά μιας κοινωνίας που σαπίζει αθόρυβα. Είναι ένα ωμό υπαρξιακό χαστούκι. Μια ψυχρή καταγραφή της σεξουαλικής απογοήτευσης, της πολιτικής προδοσίας και της πνιγηρής ατμόσφαιρας μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση.

12.21
Banner_lifo_shop_klamata
Banner_lifo_shop_klamata_mob

LiFO Βιβλία

Οι εκδόσεις μας στο LifO Shop

Φώντας Τρούσας

Κείμενα για ουκ ολίγες βαθιά υποτιμημένες ταινίες, κυρίως από τη δεκαετία του ’70, που απελευθέρωσαν τη ματιά του θεατή από την οικογενειακή τηλεοπτική εικόνα, απενοχοποιώντας περαιτέρω το γυμνό (γυναικείο και αντρικό), την ερωτική περίπτυξη ή και την ερωτική πράξη καθαυτή, τοποθετώντας τα όλα τούτα εντός του ελληνικού τοπίου (φυσικού ή αστικού). Σε μια εποχή συντηρητική, όπως και να το κάνουμε, είναι η λογοκρισία εκείνη που χαλαρώνει –και επί δικτατορίας και επί μεταπολίτευσης–, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει ο ελληνικός κινηματογράφος και οι άνθρωποι που στήριζαν σε αυτόν την επιβίωσή τους (τεχνικοί, αιθουσάρχες κ.λπ.) μετά το βαρύ χτύπημα που του επέφερε η τηλεόραση, δείχνοντας εν ολίγοις όσα δεν μπορούσε να δείξει η TV. Αναδείχθηκαν έτσι νέες ερωτικές περσόνες, σαν εκείνες που υποδύθηκαν η Άννα Φόνσου, η Γκιζέλα Ντάλι, η Δώρα Σιτζάνη, η Ρίτα Μπενσουσάν, η Τίνα Σπάθη, η Ajita Wilson κ.ά., μαζί βεβαίως με τους παρτενέρ τους, τον Θεόδωρο Ρουμπάνη, τον Λευτέρη Γυφτόπουλο, τον Udo Kier, τον Γιώργο Στρατηγάκη, τον Χρήστο Νομικό κ.ά.

Από το βιβλίο δεν απουσιάζουν τα κείμενα και οι πληροφορίες ακόμα και για τον underground ή πειραματικό κινηματογράφο μας, δεν απουσιάζουν οι πρωτοποριακές μουσικές ταινίες, δεν απουσιάζουν και άλλα πολλά, που θα τα ανακαλύψετε σιγά-σιγά.

Από τον πρόλογο του βιβλίου

17.00

LiFO Βιβλία

Ας φυσά τώρα

Στάθης Τσαγκαρουσιάνος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Eίχα έναν φίλο που πέθανε η μάνα του απότομα, από καρδιά. Ήταν περίεργο παιδί και δεν έκλαψε καθόλου, ούτε με το πρώτο σοκ ούτε μετά – στις εκκλησίες και στους τάφους. Ήταν κλειστός σαν πέτρα, γιατί την αγαπούσε πολύ.

Το βράδυ που έφυγαν οι επισκέπτες από το σπίτι (σχεδόν τους έδιωξε), εξαντλημένος άνοιξε το ψυγείο. Σε ένα τάπερ βρήκε γεμιστά. Τα είχε μαγειρέψει η μάνα του μια μέρα πριν πεθάνει.

Έκατσε στο τραπέζι, μόνος, και άρχισε να τρώει. Ένιωσε κάτι υπόκωφο να του χτυπάει τα σωθικά: η οικειότητα αυτής της γεύσης. Το ρύζι, η ντομάτα, το συγκεκριμένο λάδι, ο συγκεκριμένος άνηθος – αυτό το μείγμα που ανήκε αποκλειστικά στη μάνα του.

Τότε μόνο τον πήραν τα κλάματα. Έκλαιγε κι έτρωγε, σιγά-σιγά, για να μην τελειώσουν γρήγορα τα γεμιστά του. Μέχρι που τέλειωσαν.

________________

Η επώδυνη ενηλικίωση ενός αγοριού στην επαρχία της δεκαετίας του ’60 και του ’70, η παράξενη άνθηση της σεξουαλικότητας, το μπούλινγκ, οι μαγικοί κόσμοι που αναγκάστηκε να εξυφάνει στη μοναξιά του, η ειδυλλιακή εικόνα ενός νησιού που από πίσω κρύβει καταπίεση και φοβο.

Η δειλή του επανάσταση στην εφηβεία και η μεγάλη του απόδραση στην Αθήνα. Ο τρόπος που προσπάθησε να φτιάξει τη ζωή του, δίχως τις ετοιμες λύσεις της πολιτικής ή της θρησκείας – ακολουθώντας το ένστικτό του και παρατηρώντας σχεδόν με ωμότητα το παίγνιο μιάς κοινωνίας υπό διάλυση.

________________

Το νέο βιβλίο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο – δίχως αναστολές και δίχως απολογίες. Με σχεδόν εργαστηριακό βλέμμα καταγράφει την αγριότητα και την ομορφιά που ενυπάρχουν σε κάθε ζωή ·  τα τεχνάσματα και τα κατά συνθήκην ψεύδη που χύνονται σαν μέλι στην παντόφλα της δημοσιογραφίας και των social media.

Κυρίως όμως το βιβλίο αυτό είναι ένα tour de force ως προς το ύφος του ― με μια γλώσα μεστή και δωρική, αστραφτερή σαν λάμα και γεμάτη ποιητικές αντηχήσεις.

Είναι μια απόλαυση να το διαβάζεις: τόσο το πρώτο μέρος που συγκεφαλαιώνει τις αφηγήσεις του Νησιού· όσο και το δεύτερο μέρος που μιλά για τον ερχομό στην μεγάλη πόλη.

______________

 

 

13.00

Βρασίδας Καραλής

Στο μεταξύ τα λουλούδια σου έχουν αρχίσει να πεθαίνουν το ένα μετά το άλλο. Ο μυστικός κήπος όπου μπορούσες να κρυφτείς, να σκεφτείς και να κλάψεις σιωπηλά, μέρα τη μέρα αφανίζεται. Προσπαθώ να τα φροντίζω, να τα ποτίζω, να τα κλαδεύω και να τα τρέφω, κι όμως αυτά γνωρίζουν πως κάτι έχει αλλάξει, δεν είσαι εσύ μα ένας ξένος, κάποιος που προσποιείται ότι τα φροντίζει. νιώθουν ότι το κάνει για σένα και όχι γι’ αυτά. Η αζαλέα μαράθηκε πρώτη. ύστερα οι τριανταφυλλιές και η πλουμέρια, οι γαριφαλιές, η τελοπέα, οι κάκτοι, οι ανιγόζανθοι, οι μικροί ευκάλυπτοι, το δεντρολίβανο, η μπάνξια, οι βασιλικοί, τα πάντα. Οι πολύχρωμες μικρές πετούνιες σου ξεράθηκαν, μια καφετιά νεκρή μάζα στη θέση της παλιάς φαντασμαγορίας. Η υπόσχεση που αντιπροσώπευε κάθε λουλούδι βρίσκεται τώρα μουδιασμένη και σφραγισμένη στα μαραμένα τους μπουμπούκια. Ένα πράσινο κυπαρίσσι απομένει, το σπαρτιάτικό σου, που μας θύμιζε τα χρώματα γύρω από την Ολυμπία, και η μικρή ελιά που χάιδευες τόσο τρυφερά, η υπέρτατη λαχτάρα μας για ρίζες. Τα κοιτάζω και με αποδοκιμάζουν. «Μας άφησε,» μουρμουρίζουν θροΐζοντας «άσε μας τώρα κι εσύ, φύγε. Αναζητούμε τα μάτια του Ρόμπερτ, το άγγιγμά του, τη ζεστασιά του. Δεν είσαι εσύ». Αυτό λένε κάθε φορά που προσπαθώ να τα φροντίσω. Με αγνοούν. Νιώθω αβοήθητος, απελπισμένος.

Στην καρδιά κάθε σχέσης υπάρχει ένας κήπος. Κάνω ό,τι μπορώ για να τον κρατήσω ζωντανό, όμως τα λουλούδια ρωτούν συνέχεια για σένα – και δεν ξέρω πώς να τους εξηγήσω το θάνατο, τη μοναξιά, την εκδημία, το πένθος. «Δεν θα υπάρξει καινούρια άνοιξη για μας» λένε το ένα στο άλλο. «Είμαστε εδώ για ν’ ακούσουμε τα λόγια του Ρόμπερτ Τζόζεφ Μήντερ, που μας καλεί στη ζωή. Μας πότιζε ένα ένα, υπομονετικά, στοργικά. Μας έλεγε ιστορίες. Ήταν φίλος μας. Αλλά πού είναι τώρα; Καλύτερα να μην ξαναγεννηθούμε, αφού δεν είναι αυτός εδώ. Τα χέρια του μας κρατούσαν ζωντανά. Η φωνή του συνέθετε τη σαγηνευτική μελαγχολία μας.» Κι ενώ εγώ προσπαθώ να εξηγήσω, παραμένουν απόμακρα, αγνοώντας με – είμαι ο ξένος τώρα, ο παρείσακτος, η περιττή παρουσία.

____________________________________________________________

Ένα από τα πιο σπαρακτικά κείμενα που έχουν γραφτεί για την απώλεια είναι το βιβλίο του Βρασίδα Καραλή για την εκδημία του συντρόφου του Ρόμπερτ Τζόζεφ Μήντερ.

«Το αποχαιρετιστήριο αυτό γράμμα είναι κάπως σαν την καρδιά μου ξεγυμνωμένη, σαν μια προσπάθεια να καταγράψω τι πραγματικά μας κάνει να ζούμε – το μυστήριο της αγάπης και της παρουσίας μας στον κόσμο.» – B.K.

___________

Ο Βρασίδας Καραλής συνομιλεί με τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο για το βιβλίο του «Αποχαιρετισμός στον Ρόμπερτ»​

 ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ: Ο Βρασίδας Καραλής είναι απέναντί μου, αλλά εγώ τώρα πια, που ήρθε η ώρα να μιλήσουμε, δεν ξέρω τι να του πω. Την περασμένη άνοιξη έχασε τον σύντροφό του μετά από τριάντα χρόνια κοινής ζωής. Στα κύματα πένθους, οργής και απορίας που τον διακατέχουν έκατσε και έγραψε ένα μικρό βιβλίο στα αγγλικά ‒γιατί ο Βρασίδας ζει στην Αυστραλία πολλά χρόνια τώρα, είναι καθηγητής πανεπιστημίου εκεί‒, ένα γράμμα αγάπης, ουσιαστικά, στον νεκρό του σύντροφο. Πρόκειται για ένα αριστουργηματικό κείμενο μεγάλου πένθους και αξίας, όχι μόνο λογοτεχνικής αλλά και πολιτικής, γιατί για πρώτη φορά εκφράζεται έτσι η αγάπη ανάμεσα σε δύο άντρες, δίχως ίχνος απολογητικής διάθεσης αλλά ούτε και πολεμικής, πικρίας ή επιθετικότητας. Σαν να έχει περάσει το ζήτημα σ’ ένα επόμενο στάδιο που κάποιος δεν μπαίνει καν στη δικαιωματική συζήτηση επειδή δεν του περνάει από το μυαλό ότι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο οποιαδήποτε ανθρώπινα πλάσματα πρέπει να δώσει λογαριασμό για το υψηλό του αίσθημα. Επειδή ο έρωτας ανάμεσα σε δύο οποιαδήποτε ανθρώπινα πλάσματα είναι αυτοδίκαιος και μεγαλειώδης ούτως ή άλλως… Οπότε, Βρασίδα, είμαι τυχερός που το αριστούργημα αυτό κυκλοφορεί στα ελληνικά μεταφρασμένο από την Κατερίνα Σχινά για τις εκδόσεις της LiFO·  είμαι τυχερός που σ’ έχω εδώ, απέναντί μου, στο πέρασμά σου από την Αθήνα·  αλλά, ειλικρινά, δεν ξέρω αν πρέπει να σου δείξω ξανά τον απέραντο θαυμασμό που νιώθω για το βιβλίο σου ή να σε χτυπήσω στην πλάτη και να σε ρωτήσω: «Και τώρα τι γίνεται; Πώς μπορεί να συνεχιστεί η ζωή;».

ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ: Όπως λέμε στα αγγλικά, η ζωή τώρα είναι at a standstill. Υπάρχει μια περίοδος στασιμότητας μετά από έναν θάνατο, και μάλιστα τον θάνατο ενός ανθρώπου που στάθηκε δίπλα σου τόσο πολλά χρόνια. Το μόνο που νιώθεις είναι ότι η φωνή του άλλου έρχεται από πολύ μακριά, βρίσκεσαι σε μια έρημο και δεν ξέρεις πώς να επικοινωνήσεις με τον άλλο κόσμο, έχεις χάσει το αίσθημα προσανατολισμού και ταυτόχρονα έχεις ένα αίσθημα ματαιότητας. Τι κάνω τώρα εδώ, για ποιον λόγο και προς τι; Η ζωή μου δεν ήταν ποτέ τιμές και μεγαλεία, καθηγητική έδρα και φήμη πανεπιστημιακή, αλλά αυτό που ο Heidegger ονομάζει «Gelassenheit», ηρεμία, ένα είδος γαλήνης. Τη βρίσκεις την ώρα που συγχρονίζεσαι με τον κόσμο μέσω ενός άλλου προσώπου… Αυτή η λογοτεχνία του πένθους, όπως ονομάζεται, μιλάει συνήθως για τον άνθρωπο που γράφει, τι νιώθει και πώς είναι. Αυτά δεν με αφορούν, γιατί, όπως είδες, στο βιβλίο ουσιαστικά προσπάθησα να δω πώς σχετιστήκαμε με τον Ρόμπερτ και ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος.

Σ.Τ.: Διακρίνω ένα είδος υπερβολικής προσοχής για να μη φανεί ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε για σένα αλλά για τον Ρόμπερτ. Γιατί;

Β.Κ: Γιατί δεν γράφτηκε για μένα. Αυτό το βιβλιαράκι, αυτή η επιστολή, είναι μια πρόσκληση, μια χειρονομία προς τον Ρόμπερτ: «Πες μου πού είσαι αυτήν τη στιγμή».

Σ.Τ.: Χειρονομία προς την άβυσσο.

Β.Κ.: Προς την άβυσσο. Και τη σιωπή βέβαια, γιατί δεν πρόκειται να μου απαντήσει ποτέ.

Σ.Τ.: Η στάση σου απέναντι στα άλλα βιβλία που ξεκινούν από μια εκδημία, από μια απώλεια, αλλά οι συγγραφείς μιλούν για τον εαυτό τους, ποια είναι; Γιατί βλέπω ένα είδος περιφρονητικής αναφοράς στο βιβλίο της Joan Didion.

Β.Κ.: Ναι, δεν μου άρεσε καθόλου. Το διάβασα πάρα πολύ προσεκτικά, πριν συμβεί αυτό με τον Ρόμπερτ, και στην αρχή, ξέρεις, συγκινήθηκα, γιατί το γεγονός το ίδιο είναι συγκινητικό. Και ο άντρας της πεθαίνει και η κόρη τους μετά, στο «Blue Nights». Αλλά μιλάει συνέχεια για τον εαυτό της, για το ότι αισθάνεται οίκτο για τον ίδιο της τον εαυτό που έμεινε πίσω. Δεν αισθάνθηκα πότε οίκτο για μένα.

Σ.Τ.: Αλλά;

Β.Κ.: Οργή. Για τον τρόπο που έφυγε. Μετά, όταν βλέπεις ότι το αμετάκλητο της αναχώρησης είναι εκεί, θα μείνει εδραίο, στέκει όπως ένας βράχος μπροστά σου, έκλαψα.

Σ.Τ.: Οπότε ένα από τα στάδια του πένθους είναι η οργή. Αυτή ήρθε πρώτα;

Β.Κ.: Πρώτα η οργή. Μετά, ένα είδος numbness, ένα μούδιασμα. Έψαχνες παντού να τον βρεις και δεν ήταν πουθενά. Αυτό έγινε τη μέρα που τον πήγαμε στο νεκροτομείο και έπρεπε να του φορέσω τα ρούχα. Νομίζω ότι για όσους έχουν ζήσει τον θάνατο αυτή είναι απλώς η πιο τραγική, συγκλονιστική στιγμή. Μου θύμισε αυτό που λέει ο Χριστός στον Ιωάννη, στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη: «Άνοιξε τα χέρια σου τώρα που μπορείς γιατί μια μέρα κάποιοι άλλοι θα τα ανοίξουν, όταν δεν θα μπορείς να τα ανοίξεις». Μου ήρθε αυτό το πράγμα στον νου. Εν τω μεταξύ, την ώρα που προσπάθησα να του βάλω τις κάλτσες, λιποθύμησα. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα ήμουν τόσο αδύναμος.

Σ.Τ.: Είναι κανείς δυνατός μπροστά σε αυτά τα πράγματα;

Β.Κ.: Όχι.

Σ.Τ.: Μόνο από αναισθησία ίσως.

Β.Κ.: Να πω την αλήθεια, δεν κατάλαβα πώς έγινε η ταφή. Πήγαμε στην εκκλησία, στο νεκροταφείο. Είχα διαβάσει όσα έπρεπε να κάνω και έκανα τα πάντα, παρήγγειλα φέρετρο…

Σ.Τ.: Τα έκανες εσύ όλα αυτά;

Β.Κ.: Ναι. Έπρεπε να αγοράσω τον τάφο, να σκεφτώ τι θα μπει πάνω στον τάφο.

Σ.Τ.: Οι φίλοι; Δεν βοήθησαν στα πρακτικά;

Β.Κ.: Δεν μπορούσαν νομίζω.

Σ.Τ.: Αυτό είχε να κάνει και με την, ας το πούμε, κοινωνική μοναξιά του gay ζευγαριού;

Β.Κ.: Α, όχι, ήμασταν πολύ αυτάρκεις μαζί,  δεν ήμασταν ποτέ μοναχικοί. Είχαμε πολλούς φίλους,  ήθελαν να βοηθήσουν, αλλά είναι μερικά πράγματα που πρέπει…

Σ.Τ.: … να τα κάνεις εσύ.

Β.Κ.: Ναι. Και πρέπει να αντιμετωπίσεις όλο αυτό ως μια τελετή περάσματος. Γιατί αυτό βοηθάει πάρα πολύ εσένα τον ίδιο να πεις «αντίο». Λιποθύμησα ξανά όταν τον κατέβασαν στον τάφο.

Σ.Τ.: Είχες συνείδηση των στιγμών εκείνων;

Β.Κ.: Όχι, όχι.  Τον έψαχνα παντού γύρω μου. Έρχονταν οι φίλοι, με αγκάλιαζαν, με φιλούσαν, με χτυπούσαν στην πλάτη και μου έλεγαν: «Είμαστε μαζί σου, έλα να μιλήσουμε». Μου είπε κάποιος, «πρέπει να αποκτήσεις χόμπι τώρα και να ασχοληθείς με τη γιόγκα για να τα ξεχάσεις όλα αυτά». Εγώ δεν καταλάβαινα τι μου έλεγαν και ρωτούσα συνεχώς την ξαδέλφη του, που ήταν δίπλα μας: «Πού είναι ο Ρόμπερτ; Γιατί δεν τον βλέπω εδώ τον Ρόμπερτ; Γιατί με έχει αφήσει μόνο μου εδώ μέσα;». Το μόνο που θυμάμαι είναι οι φωνές των kookaburra, των πουλιών, και τους ανθρώπους που θα έκλειναν τον τάφο, που μου είπαν ξαφνικά: «Πρέπει να ρίξεις αυτά τα ροδοπέταλα πάνω στον τάφο».

Σ.Τ.: Ένα επόμενο στάδιο μετά το μούδιασμα ποιο είναι;

Β.Κ.: Η νεκροφάνεια, νομίζω, η δική μου. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς πέρασε ο Ιούλιος, ο Αύγουστος, ο Σεπτέμβριος. Πέρασαν μήνες που δεν έβγαινα έξω. Είχα αποκοπεί εντελώς απ’ όλο τον κόσμο. Έβγαινα το βράδυ μόνο για να βγάλω βόλτα τα δυο σκυλάκια που είχαμε. Το μόνο που έκανα ήταν να επιστρέφω στο σπίτι, να κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση, να την ανοίγω, αλλά να μη βλέπω καν τι έπαιζε.

Σ.Τ.: Αφέθηκες σε πλήρη παρακμή δηλαδή;

Β.Κ.: Απόλυτη, ναι. Κατατονία απόλυτη.

Σ.Τ.: Έτρωγες, πλενόσουν;

Β.Κ.: Τα έκανα αυτά, ναι, γιατί ήταν ο μόνος τρόπος για να αντιδράσω. Δηλαδή κατάλαβα ότι δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτό. Με έναν περίεργο τρόπο προσπαθούσα να νιώσω αυτό που ένιωθε ο Ρόμπερτ εκείνη τη στιγμή. Γι’ αυτό λέω στο βιβλίο ότι ήταν σαν να μπήκα στον κόσμο του Edgar Allan Poe. Ακούγεται γλυκανάλατο ή ηλίθιο, αλλά έβλεπα οράματα. Έβλεπα πράγματα να εμφανίζονται μπροστά μου. Δεν κοιμόμουν γιατί φοβόμουν ότι από το ταβάνι του δωματίου θα έβγαιναν περίεργες φιγούρες.

Σ.Τ.: Μέσα στο σκοτάδι αυτό τι σε βοηθούσε; Έπαιρνες φάρμακα; Έπινες;

Β.Κ.: Όχι, όχι.

Σ.Τ.: Υπήρχε κάτι που σου έδινε μια μικρή έστω παρηγοριά;

Β.Κ.: Κατάλαβα πώς πολλοί άνθρωποι παίρνουν ναρκωτικά, πίνουν ή πέφτουν σε άλλου είδους καταχρήσεις μετά από ένα τέτοιο γεγονός.

Σ.Τ.: Εσύ πού όρμησες για να βρεις λίγη παρηγοριά;

Β.Κ.: Αρχικά, αφιερώθηκα στα δύο σκυλάκια που είχαμε. Ξαφνικά κατάλαβα ότι εξαρτώνται από μένα. Ήταν πολύ μικρά και αισθάνθηκα υπεύθυνος γι’ αυτά. Έπειτα, γύρω στον Σεπτέμβριο, αποφάσισα να γράψω αυτή την επιστολή.

Σ.Τ.: Υπήρξε κάποια στιγμή που ενεργοποίησε αυτή την επιθυμία; Κάτι ξαφνικό; Ή γεννήθηκε σιγά-σιγά;

Β.Κ.: Υπήρξε μια στιγμή. Άνοιξα την ντουλάπα για να δω τι θα κάνω με τα ρούχα του και όλη αυτή η μυρωδιά, η αίσθηση του αρώματός του –έβαζε πάντα Miyake–, όλο αυτό, με χτύπησε σαν κάποιος να με χαστούκιζε για ώρες, αλλά και σαν να μου έλεγε «πρέπει να επιζήσεις, να το ξεπεράσεις, να ζήσεις και να μιλήσεις γι’ αυτό». Βρήκα τις κάλτσες που του είχα αγοράσει από εδώ, από το Κολωνάκι, μπλε και άσπρες, με την ελληνική σημαία. Του άρεσαν πάρα πολύ, τις φορούσε. Όταν ακούμπησα το παλτό του, ήρθε μια μυρωδιά που έφερε αναμνήσεις με τον τρόπο του Proust. Για να πω την αλήθεια, μου έδωσε ελπίδα όλο αυτό, ώστε να μην παραιτηθώ.

Σ.Τ.: Τα ρούχα αυτά τα έχεις ακόμα;

Β.Κ.: Ναι, ναι.

Σ.Τ.: Τι σκοπεύεις να τα κάνεις;

Β.Κ.: Δεν ξέρω. Θα μείνουν εκεί για πολλά χρόνια νομίζω. Προσπάθησα, λίγο πριν φύγω από την Αυστραλία, να τα δώσω. Στην Αυστραλία υπάρχει η παράδοση μόλις κάποιος πεθαίνει να δίνεις τα ρούχα στους άπορους και στους αστέγους. Ενώ είχα κανονίσει μια συνάντηση με τους Saint Vincent de Paul, μια σχετική οργάνωση, μετά κατάλαβα ότι δεν μπορούσα καν να τα ξεκρεμάσω.

Σ.Τ.: Δικό του ρούχο έχεις φορέσει εσύ;

Β.Κ.: Τις κάλτσες του.

Σ.Τ.: Και νιώθεις κάτι;

Β.Κ.: Δεν μπορώ να πω. Αισθάνομαι ότι ανασυγκροτώ κάποιες στιγμές που ζούσε.

Σ.Τ.: Είναι τρελό, αλλά εμένα, όπως σου έχω ξαναπεί, η μάνα μου μού έδωσε ένα μπουφάν του πατέρα μου είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, και όταν το φόρεσα ήταν σα να με έκαιγε.

Β.Κ.: Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Γιατί κι εγώ με τις κάλτσες του Ρόμπερτ που φορούσα ένιωθα ότι περπατούσα σαν και κείνον. Ότι ήμουν σε μέρη που πήγαινε εκείνος. Είναι περίεργο πράγμα η μνήμη, το τι μπορεί να κάνει, και το πώς προσπαθούμε τόσο απελπισμένα να επικοινωνήσουμε μέσα απ’ αυτά τα μικρά πράγματα.

Σ.Τ.: Ένα από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου είναι εκεί που λες πως, επιστρέφοντας από κάποιο μάθημά του (σ.σ. ήταν δάσκαλος μουσικής), του είπες ότι ήξερες τι μουσική έπαιζε λίγο πριν από τον ρυθμό που περπάταγε- ότι έπαιζε τα «Crisantemi» του Puccini.

Β.Κ.: Ναι, ναι. Υπάρχει και μια άλλη στιγμή. Ο Ρόμπερτ είχε ασφαλώς μουσική παιδεία, αλλά κι εγώ ήξερα μουσική, επειδή είχα ταξιδέψει. Του υπέδειξα να ακούσει το γερμανικό ρέκβιεμ του Brahms, κι ο Ρόμπερτ τρελάθηκε μετά από αυτό, επειδή ήταν και πολύ γερμανόφιλος. Και ξαφνικά, δύο εβδομάδες μετά, του ζήτησαν να το παίξει στο Opera House του Σίδνεϊ. Εγώ ήμουν στη μία πλευρά της αίθουσας, ενώ ο Ρόμπερτ έπαιζε πάνω στη σκηνή. Δεν ξέρω αν έχεις αισθανθεί την καρδιά σου να χτυπάει δύο φορές. Αν και μάς χώριζαν 500 μέτρα, ήμασταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο. Η μουσική του Brahms, ειδικά το δεύτερο μέρος, εκεί που λέει ότι η σάρκα είναι σαν χορτάρι που πεθαίνει και δεν ξανάρχεται… Επικοινωνούσαμε από απόσταση και αισθανόμουν ότι η καρδιά του χτυπούσε δίπλα μου ή μέσα μου ακόμα. Όταν γυρίσαμε στο σπίτι μού είπε το ίδιο και κείνος. «Κάποια στιγμή δεν μπορούσα να παίξω γιατί νόμιζα ότι κάποιος άλλος είναι μέσα μου». Όλα αυτά προέκυψαν μέσα από τη μουσική, όπως καταλαβαίνεις. Γι’ αυτό, όταν φόρεσα τις κάλτσες του, αισθάνθηκα ότι περπατούσα σαν και κείνον, ότι ήμουν σαν και κείνον… Ακούγομαι ευγενής, αλλά είμαι λίγο χωριάτης, άξεστος άνθρωπος.

Σ.Τ.: Ως προς τι; Ως προς την ορμή των συναισθημάτων;

Β.Κ.: Ως προς τη συμπεριφορά μου.

Σ.Τ.: Μα το να έχεις ορμητικά αισθήματα δεν είναι χαρακτηριστικό του χωριάτη. Το αντίθετο. Η μεγάλη μάζα είναι που ζει σ’ ένα συναισθηματικό flatline.

Β.Κ.: Σωστά. Αλλά ο Ρόμπερτ είχε αυτή την εξευγενισμένη αντίληψη των αισθημάτων· μια απλή κίνηση, μια απλή χειρονομία, ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών. Ήταν σαν να έβλεπες έναν αναγεννησιακό πίνακα όταν μιλούσε ο Ρόμπερτ.

#img#

Σ.Τ.: Δηλαδή εσύ δίπλα του ήσουν ο ζωηρός Μεσόγειος ας πούμε;

Β.Κ.: Ναι, ναι, πάντα.

Σ.Τ.: Και έτσι σε αντιμετώπιζε κι αυτός;

Β.Κ.: Αυτός συγκλονιζόταν από τους ζωηρούς Μεσόγειους. Έτσι γίνεται, ό ένας ζητάει από τον άλλον αυτό που ουσιαστικά θα ήθελε να είναι.

Σ.Τ.: Πάντως, το physique σου δεν είναι του κλασικού Έλληνα. Είσαι ξανθός, γαλανομάτης.

Β.Κ.: Ναι, αλλά η συμπεριφορά μου είναι ανθρώπου από τα Κρέστενα νομού Ηλείας. Δεν έχω, ούτε είχα πρόβλημα με αυτό. Δεν προσπάθησα ποτέ να κρύψω τη συμπεριφορά μου. Αν και στην Αυστραλία η συμπεριφορά των ανθρώπων είναι πολύ ελεγχόμενη, εγώ δεν ήθελα να αλλάξω. Ήθελα να μιλάω.

Σ.Τ.: Σαν τυπικός wog;

Β.Κ.: Aκριβώς, με ευθύτητα καταρχάς, με ειλικρίνεια. Δεν μου άρεσαν οι περιφράσεις που πολλές φορές χρησιμοποιούν οι Εγγλέζοι, που μιλούν για τα πιο προφανή πράγματα χωρίς να τα ονομάζουν.

Σ.Τ.: Οπότε, Βρασίδα, τον Σεπτέμβρη αρχίζεις να γράφεις και σιγά-σιγά τα αισθήματά σου μετασχηματίζονται ― μεταβολίζεις τον θάνατο, για να χρησιμοποιήσω μια άσχημη λέξη…

Β.Κ.: Όχι, όχι. Μου πήρε πολύ καιρό, ακόμα και τώρα νομίζω ότι πολεμάω με αυτό το φάντασμα, με την παρουσία του, με το διάνεμα, όπως θα έλεγαν στη δημοτική γλώσσα. Φαντάσου ότι στην Αυστραλία πολλές φορές περπατάω στον δρόμο και μου έρχονται στίχοι του Παλαμά από τον «Τάφο»: «Γίνε αεροφύσημα και γλυκοφίλησέ μας». Άκου κουβέντα τώρα! Ξαφνικά οι συνθήκες τα φέρνουν έτσι ώστε μιλάς με την ποίηση. «Γίνε αεροφύσημα και γλυκοφίλησε μας». Δηλαδή όταν φύσαγε ο άνεμος εγώ περίμενα να έρθει να με φιλήσει ο Ρόμπερτ, να με αγγίξει. Η γραφή με βοήθησε λίγο να το ελέγξω όλον αυτό τον συναισθηματικό στρόβιλο στον οποίο βρισκόμουν για πάρα πολύ καιρό. Μετά έπρεπε να πάω στο πανεπιστήμιο ξανά, να δουλέψω, το πρώτο εξάμηνο μετά τον θάνατο του, αλλά συνέχισα να γράφω μανιωδώς. Δεν κοιμόμουν το βράδυ, υπήρξαν εβδομάδες που δεν κοιμήθηκα καθόλου. Προσπαθούσα να βρω τα ίχνη του παντού, τι είχε αφήσει πίσω, τι έκανε. Κάποια στιγμή, εκεί που έψαχνα τα χαρτιά μου, βρίσκω έναν φάκελο που έλεγε «η διαθήκη μου». Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα υπήρχε διαθήκη. Και ήθελα τα περισσότερα να τα δώσω στον αδελφό του, στην οικογένειά του, παρόλο που είχαν απομακρυνθεί λίγο. Αλλά το βιολί και τη βιόλα που έπαιζε, τα προσωπικά του αντικείμενα, τα κράτησα εγώ.

Σ.Τ.: Δεν σε πονάει που τα βλέπεις;

Β.Κ.: Πολύ, πάρα πολύ.

Σ.Τ.: Δεν σου έχει έρθει η επιθυμία να τα κρύψεις, να τα δώσεις; Να τραβήξεις ένα Χ και να κρατήσεις μεν την υψηλή μνήμη του αλλά να μη βασανίζεσαι από τη θέα και τη μνήμη αυτών των πραγμάτων;

Β.Κ.: Περίεργο! Δεν θέλω να χαθεί από δίπλα μου η παρουσία του όσο ζω. Θα τα κρατήσω μέχρι το τέλος. Δηλαδή θα ήθελα να πεθάνω περιστοιχισμένος από τα δικά του πράγματα. Δεν θα ήθελα να αποχωριστώ όσα μας έδεσαν και μας έφεραν μαζί. Και αυτά είναι μικρά πράγματα. Του Ρόμπερτ του άρεσε πάντα να αγοράζει αυτά τα μικρά κόκκινα λεωφορεία όταν πηγαίναμε στο Λονδίνο. Κάθε φορά που τα πιάνω στα χέρια μου αισθάνομαι γαλήνη. Ταυτόχρονα, μου έρχονται λυγμοί, σκεπτόμενος αυτόν που έφυγε. Λες και βρίσκω τα δάχτυλά του, τα χέρια του πάνω τους, τα αποτυπώματά του. Βλέπεις, πολλές φορές μέσα στην τρέλα μου μιλάω σε αυτά τα άψυχα αντικείμενα. Μη με ρωτήσεις αν μου απαντάνε. Εγώ τους μιλάω.

Σ.Τ.: Εσύ, βέβαια, τώρα είσαι σε κατάσταση έντονου πένθους ακόμα, αλλά, απ’ ό,τι ξέρουμε, η ζωή έχει πολλές πανουργίες για να τραβάει τους ζωντανούς πίσω στους ζωντανούς.

Β.Κ.: Ναι, το ξέρω. Ίσως συμβεί κάποια στιγμή, αλλά θέλω να περάσω μέσα από αυτήν τη χώρα του πένθους και να δω πώς θα με αλλάξει. Και νομίζω με έχει αλλάξει πάρα πολύ.

Σ.Τ.: Οπότε, ως προς τις πανουργίες;

Β.Κ.: Έρχονται κάποιες τετοιες στιγμές, αλλά μετά από λίγο ανοίγεις την πόρτα, μπαίνεις στο σπίτι και ξαναγυρνάς εκεί όπου ήσουνα.

Σ.Τ.: Στο σπίτι.

Β.Κ.: Ναι.

Σ.Τ.: Το λες και το ξαναλές. Καταρχάς, λες μια υπέροχη φράση, ότι τη στιγμή που εκφράστηκε ο έρωτας σας, όταν εκείνος σου είπε «μη με αφήσεις ποτέ», εσύ γύρισες και του απάντησες «μα πού να πάω; Εσύ είσαι το σπίτι μου».

Β.Κ.: Μα ήταν το σπίτι μου. Το πρώτο κείμενο που έγραψα στα αγγλικά, που ήταν οι αναμνήσεις του Μανώλη Λάσκαρη, είχαν αυτή την περίεργη αφιέρωση: To Robert, home.

Σ.Τ.: Α, τέλειο!

Β.Κ.: Ήταν το σπίτι μου. Επειδή στα νιάτα μου περιπλανήθηκα πάρα πολύ, πήγαινα από δω και από κει, έκανα όλες αυτές τις αλλοκοτιές που κάνουν οι νέοι, ψάχνονται, ψάχνουν.

Σ.Τ.: Ψάχνουν τα όριά τους.

Β.Κ.: Και τα ξεπερνούν πολλές φορές.

Σ.Τ.: Μα άμα δεν τα ξεπεράσεις, πώς θα ξέρεις ότι είναι όρια;

Β.Κ.: Σωστά. Και ξαφνικά, όταν συνάντησα τον Ρόμπερτ, όλα αυτά τελείωσαν. Έναν χρόνο μετά τη συνάντησή μας ήμασταν σε ένα gay bar στο Σίδνεϊ, κοιτάξαμε γύρω μας και αυτόματα, χωρίς να έχουμε μιλήσει καν, μου είπε: «Δεν νομίζεις ότι είναι η ώρα να πάμε σπίτι και να μείνουμε εκεί;». Κοίταξα γύρω και του απάντησα «ναι, ναι αυτό ήθελα να σου πω κι εγώ». Ο Ρόμπερτ για μένα είναι το σημείο αναφοράς και το κέντρο ύπαρξης. Δηλαδή, όλο αυτό το πένθος αφορά και το ότι έχασα το κέντρο μου.

Σ.Τ.: Έχασες το σπίτι σου.

Β.Κ.: Ναι. Και ξαφνικά μένεις σε αυτό το σπίτι, αλλά δεν είναι το σπίτι σου πια.

Σ.Τ.: Γι’ αυτό και μερικές απ’ τις πιο σπαρακτικές σελίδες είναι αυτές που λες ότι ο κήπος σας μαραίνεται ερήμην του Ρόμπερτ.

Β.Κ.: Ναι. Τα λουλούδια με μισούν! Γιατί περίμεναν τον Ρόμπερτ, που τα πρόσεχε συνέχεια. Και έναν μήνα αφού έφυγε κατάλαβα ότι τα λουλούδια δεν με θέλουν. Μου φώναζαν «φύγε από δω, δεν θέλουμε να μας πιάνεις, να μας αγγίζεις», παρόλο που τα πότιζα, τα περιποιόμουν, τα κλάδευα. Τώρα αυτά, θα μου πεις, είναι παραισθήσεις και παράκρουση.

Σ.Τ.: Δεν είναι. Για το σπίτι χρειάζονται δύο.

Β.Κ.: Ναι. Ο Ρόμπερτ είχε μια απίστευτη αίσθηση της τάξης.

Σ.Τ.: Δεν είναι μόνο η τάξη, είναι και αυτό που λες επανειλημμένως: η ολοκλήρωση. Ότι μέσα από τον έρωτα βλέπεις για πρώτη φορά τον εαυτό σου και αισθάνεσαι ότι αυτό το σπασμένο πράγμα που είσαι, κυκλοφορώντας στον κόσμο, γίνεται ένα όταν συναντάς τον έρωτά σου.

Β.Κ.: Ξέρεις, πολλές φορές με πιάνει απόγνωση με αυτό που λένε οι άνθρωποι, ειδικά οι θρησκευόμενοι, «σημασία έχει η αγάπη». Δεν υπάρχει η αγάπη γενικά, υπάρχει η αγάπη ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, αγαπάς κάτι συγκεκριμένο και βάσει αυτής της έντασης, της αφοσίωσης και της αυτοθυσίας πιστεύω ότι πρέπει να κριθούμε. Μόνο έτσι μπορούμε να σταθούμε μπροστά σε μια μεταφυσική κρίση που θα έρχεται από τον Θεό, αν υπάρχει βέβαια θεός, και δεν είναι μία από τις προβολές του Εγώ μας. Εγώ νομίζω ότι το μεγαλύτερο πράγμα που μου έδωσε ο Ρόμπερτ είναι ότι ξαφνικά άρχισα να σκέφτομαι και για κάποιον άλλο, όχι μόνο για τον εαυτό μου.

Σ.Τ.: Στα χρόνια της αλητείας, ας τα πούμε έτσι, γράφεις ότι ήσουν ευτυχισμένος, σχεδόν αυτάρκης. Ωστόσο, θεωρείς ότι ο άνθρωπος ολοκληρώνεται και βρίσκει τα υψηλότερα σημεία του όταν ερωτεύεται.

Β.Κ.: Και γίνεται δέντρο. Με τον άλλο βγάζεις ρίζες, κάνεις καρπούς.

Σ.Τ.: Στις ρίζες βάζεις και τα παιδιά ή…

Β.Κ.:… οτιδήποτε διαλέγει κάθε άνθρωπος να κάνει. Δεν μου αρέσει να γενικεύω.

Σ.Τ.: Σας ήρθε ποτέ η επιθυμία να έχετε παιδιά;

Β.Κ.: Όχι. Νομίζω ότι ήμασταν και οι δύο πολύ αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον, δεν θα ήθελα να κάνω παιδιά ούτε να τα βλέπω ως αντίγραφο του εαυτού μου, όπως ακούσαμε πρόσφατα. Αυτό, νομίζω, ότι είναι το μεγάλο πρόβλημα με τα ανδρικά ζευγάρια πολλές φορές, και η μεγάλη έλλειψη. Ότι ενώ θα ήθελες να έχεις, επιλέγεις να μην το έχεις, να μην το κάνεις. Νομίζω ότι ο Ρόμπερτ ξαναζούσε διαρκώς την παιδική του ηλικία, ήταν ένα παιδί.

Σ.Τ.: Εσύ αυτό το αποδίδεις και σε μια ολόκληρη γενιά, τη γενιά σου, τη γενιά μας. Λες ότι είναι εφηβενήλικες.

Β.Κ.: Ναι. Kidults.

Σ.Τ.: Δηλαδή νοσταλγούν συνέχεια την εφηβεία τους, αρνούνται να μεγαλώσουν.

Β.Κ.: Δεν είναι φανερό;

Σ.Τ.: Ασφαλώς. Το διακρίνεις περισσότερο στους Έλληνες ή μιλάς γενικά;

Β.Κ.: Το διακρίνω παντού. Και στην Αυστραλία το ίδιο είναι, και στον αγγλοσαξονικό κόσμο.

Σ.Τ.: Αναφέρεσαι στους boomers;

Β.Κ.: Στη γενιά μετά τους boomers. Οι boomers έχουν γεράσει.

Σ.Τ.: Μα κι εμείς έχουμε γεράσει.

Β.Κ.: Εννοώ ότι έχουν γεράσει ψυχικά, διότι βασανίστηκαν περισσότερο απ’ ό,τι νομίζουμε. Η γενιά μας έχει αποφασίσει να μείνει στη δεκαετία του ’70. Να μη μεγαλώσουμε, να μην ξεπεράσουμε αυτήν τη δεκαετία, να είμαστε πάντα σε μια διαρκή επαναστατική ή οργασμική διέγερση.

Σ.Τ.: Πάντως δεν ήταν κι άσχημα, Βρασίδα.

Β.Κ.: Ήταν πολύ ωραία.

Σ.Τ.: Το γλεντήσαμε.

Β.Κ.: Το γλεντήσαμε, το απολαύσαμε. Γνωριστήκαμε με ανθρώπους, κάναμε πράξεις άσκοπες, που είναι πολύ σημαντικό.

Σ.Τ.: Αυτή η ανευθυνότητα είχε και την πλάκα της.

Β.Κ.: Είχε και τη σημασία της, από ψυχολογικής πλευράς.

Σ.Τ.: Είχε βέβαια και τις ζημίες της.

Β.Κ.: Ναι, γιατί μερικοί άνθρωποι δεν μπορούν να ξεκολλήσουν. Μπορεί κάποιος να εθιστεί, να χρειάζεται κάθε βράδυ να βγαίνει και να κάνει σεξ με αγνώστους, χωρίς να καταλαβαίνει για ποιον λόγο και στο τέλος, όσο πιο πολύ το κάνεις, τόσο πιο ανικανοποίητος μένεις.

Σ.Τ.: Ισχύει. Εσύ το ένιωθες αυτό;

Β.Κ.: Πάρα πολύ. Γι’ αυτό, κάποια στιγμή, ήμουν λίγο μαζεμένος, μετά τα 26-27.

Σ.Τ.: Ο Ρόμπερτ, όμως, κάποια στιγμή γυρίζει και σου λέει ότι νιώθει βρόμικος λόγω αυτής της σεξουαλικής υπερβολής. Ένιωθες κι εσύ βρόμικος;

Β.Κ.: Ποτέ.

Σ.Τ.: Πώς κι έτσι;

Β.Κ.: Δεν ξέρω.

Σ.Τ.: Και αυτή η διαφορά πού οφείλεται;

Β.Κ.: Είναι η διαφορά μεταξύ Προτεσταντισμού και Ορθοδοξίας νομίζω.

Σ.Τ.: Αυτό λες; Μα και η Ορθοδοξία προκαλεί τόσες ενοχές.

Β.Κ.: Μπα, εγώ την Ορθοδοξία τη βλέπω ως ένα «θεολογικό χορευτικό». Η Ορθοδοξία δεν έχει βάθος, δεν βλέπει τον άνθρωπο ως ψυχολογική σχάση, μια ψυχή η οποία βρίσκεται σε διάλυση. Δεν έχουμε την αυγουστίνεια ανθρωπολογία στην Ορθοδοξία.

Σ.Τ.: Ναι, αλλά δεν ενοχοποιεί τη σεξουαλικότητα;

Β.Κ.: Η Ορθοδοξία ενοχοποιεί τη σεξουαλικότητα, αλλά δεν την κάνει δαιμονική. Ο Προτεσταντισμός την βλέπει ως κάτι δαιμονικό για το οποίο πρέπει να τιμωρηθείς. Εμείς δεν το αισθανόμαστε ποτέ αυτό.

Σ.Τ.: Οπότε το κενό, ας πούμε, που ένιωθες μετά τη σεξουαλική υπερβολή των ’70s ήταν περισσότερο από κόπωση παρά από ενοχή;

Β.Κ.: Κοίταξε, κάποια στιγμή νομίζω ότι πρέπει να λέμε «I had enough», ό,τι ήταν να κάνουμε το κάναμε.

Σ.Τ.: Μου θυμίζεις τον Χριστιανόπουλο που έλεγε ότι «απαραιτήτως ο άνθρωπος πρέπει να σταματάει να πηγαίνει στο ψωνιστήρι στα 57 του χρόνια». Το είχε μετρήσει.

Β.Κ.: (γέλια) Ναι, το είχε μετρήσει. Θα μου πεις ότι υπάρχει η απληστία της επιθυμίας, η επιθυμία είναι απέραντη και απαιτητική πάντα. Αλλά από ένα σημείο και πέρα λες ότι εντάξει, πρέπει να κοιτάξω και τον εαυτό μου τώρα.

Σ.Τ.: Νομίζω ότι ο Απόστολος Παύλος έλεγε: «ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί…»

Β. Κ.: «… ίνα μη υπεραίρωμαι».

Σ.Τ.: Ακριβώς.

Β. Κ.: Δεν μου δόθηκε σκόλοπας, τον δημιούργησα. Δηλαδή κάποια στιγμή είπα ότι εντάξει, έκανες ό,τι έκανες, τώρα πρέπει να βρεις κάποιον και να είσαι μαζί του.

Σ.Τ.: Οπότε συναντηθήκατε εσείς οι δύο άνθρωποι μετά από αυτή την περιπλάνηση που για σένα δεν ήταν μόνο σεξουαλική, είχε κι άλλα, πολύ ωραία πράγματα, μεγάλα ταξίδια, εμπειρίες ― είχες γίνει μέχρι και μοναχός.

Β. Κ.: Καλόγερος. Ναι. Αποτυχημένος βέβαια.

Σ.Τ.: Αποτυχημένος. Αλλά το δοκίμασες. Ως ηθοποιός ίσως- πνευματικός ηθοποιός. Έφτασες μέχρι και τη Μόσχα;

Β. Κ.: Μέχρι τη Μόσχα, το μοναστήρι του Αλεξάνδρου Νιέφσκι.

Σ.Τ.: Πόσο έμεινες εκεί;

Β. Κ.: Περίπου τέσσερις μήνες, δεν άντεξα άλλο. Αν οι ορθόδοξοι καλόγεροι είναι τυπολάτρες και δεν έχουν καμιά αίσθηση πνευματικότητας, οι Ρώσοι πίνουν συνέχεια. Από το πνεύμα στο οινόπνευμα!

Σ.Τ.: Πόσων ετών ήσουν τότε;

Β. Κ.: Είκοσι τρία-είκοσι τέσσερα.

Σ.Τ.: Θα ήσουν και όμορφος.

Β. Κ.: Πολύ.

Σ.Τ.: Ήσουν ένας ξανθός άγγελος, είκοσι τριών ετών, ανάμεσα στους Ρώσους πότες!

Β. Κ.: Όχι απλώς πότες, έπρεπε να τους τραβάω το βράδυ. Θυμάμαι τον ηγούμενο του μοναστηριού που καθόταν κάτω από μια κάνουλα.

Σ.Τ.: Τι πλάκα!

Β. Κ.: Άνοιγε την κάνουλα και έπινε βότκα. Μου θύμιζε Buñuel όλη αυτή η κατάσταση.

Σ.Τ.: Αυτό δεν κατέρριψε κάθε θρησκευτικό σου αίσθημα;

Β. Κ.: Ναι. Τότε αποφάσισα ότι δεν υπάρχει Θεός. Αν αυτοί πιστεύουν, δεν υπάρχει Θεός, αυτό είπα στον εαυτό μου. Μετά πήρα τον Υπερσιβηρικό και ταξίδεψα μέσα από τη Σιβηρία όλη τη Ρωσία, έφτασα μέχρι το Βλαδιβοστόκ. Και εκεί βλέπεις τη φυσική αποκάλυψη του Θεού. Τα δάση, τα χρώματα των δέντρων, τα ζώα, τις αποχρώσεις του χιονιού που νομίζουμε ότι είναι άσπρο, αλλά δεν είναι άσπρο πουθενά, αν το προσέξεις. Ξαφνικά ανακαλύπτεις την ωραιότητα του κόσμου, που όπως λένε οι Ψαλμοί αναγγέλλει τη δόξα του Θεού.

Σ.Τ.: Οπότε έχασες τον Θεό απ’ τη μια μεριά αλλά τον βρήκες απ’ την άλλη.

Β.Κ.: Δεν ξέρω αν λέγεται Θεός. Όπως θα έλεγε ο Spinoza, είναι ο Θεός ή η Φύση; Εγώ πιστεύω σε μια φυσική θεολογία, των προσωκρατικών, ότι τα πάντα είναι πλήρη θεών. Γι’ αυτό δεν είχα ποτέ, αν μου επιτρέπεις, ενοχή. Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει να έχεις ενοχές γι’ αυτό που είσαι. Δεν μπορείς να είσαι ένοχος γι’ αυτό που είσαι! Είσαι αυτό που είσαι.

Σ.Τ.: Αυτό είναι θαυμάσιο όταν συμβαίνει, αλλά, μεγαλώνοντας στην ελληνική επαρχία τη δεκαετία του ’60 ή του ’70, δεν είναι και τόσο εύκολο, μέχρι να σταθείς στα πόδια σου πνευματικά.

Β.Κ.: Ναι.

Σ.Τ.: Ωστόσο εσύ μου λες ότι ποτέ δεν είχες ενοχή.

Β.Κ.: Ποτέ. Αντίθετα, πάντα ήξεραν ότι κάτι ήταν στραβό με αυτό το παιδί.

Σ.Τ.: Αυτή η λέξη, το «στραβό», είναι το θέμα.

Β.Κ.: Μου άρεσε όμως εμένα να είμαι στραβός. Δεν ήθελα να είμαι σαν τους άλλους. Δηλαδή οι άλλοι ήταν, πώς να το πούμε, ένα είδος…

Σ.Τ.: … βαρετής ορθοκανονικότητας.

Β.Κ.: Ναι, και ομοιομορφίας, που έλεγε ότι πρέπει να συμπεριφέρεσαι έτσι, ενώ ο Βρασίδας…

Σ.Τ.: Οπότε, Βρασίδα, συναντηθήκατε με τον Ρόμπερτ, έκλεισε η περίοδος των περιπλανήσεων και ήρθε το αποκαλυπτικό φως του έρωτα. Το οποίο, επίσης, είχε στάδια, φαντάζομαι.

Β.Κ.: Ε, στην αρχή, ξέρεις, είναι ο πόθος. Ο πόθος και το σεξ. Δηλαδή συναντάς κάποιον άνθρωπο και ξαφνικά κολλάτε σωματικά.

Σ.Τ.: Από κει ξεκινούν όλα.

Β.Κ.: Δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε. Για μήνες, για τον πρώτο χρόνο. Ήταν αυτό που έλεγε ο Ερωτόκριτος, «για σένα εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου». Το ένιωσα αυτό. Βρε, διάολε, έκανες σεξ παντού, στον Καναδά, στη Φινλανδία, στη Ρωσία. Και ξαφνικά, βρίσκεις έναν άνθρωπο…

Σ.Τ.: Μάλιστα τον πόθο σού τον δημιούργησε ένα σώμα που ήταν, ας το πούμε, στραβό επίσης, γεμάτο ουλές. Ενός ανθρώπου ο οποίος ντρεπόταν για το σώμα και τη γύμνια του. Ωστόσο αυτή η ευθραυστότητα εσένα σε ερέθισε ακόμα πιο πολύ.

Β.Κ.: Σου είπα, μετά από λίγο δεν θέλαμε να ξεκολλήσουμε. Αυτό το σώμα για μένα ήταν η επαφή με κάτι άλλο πέρα από το σώμα, αν μου επιτρέπεις, το αγκάλιασμα των σωμάτων, ο οργασμός, ο έρωτας, η εκσπερμάτωση, όλα αυτά ήταν μια απάντηση στον Πλάτωνα, στον Χριστό. Αν θυμάσαι, στον Πλάτωνα, στο Συμπόσιο δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που ενώνονται. Λέει η Διοτίμα, «τι είναι αυτό που ζητάτε εσείς οι θνητοί ο ένας από τον άλλον;». Αυτό είναι η απάντηση του έρωτα, σε αυτό το ερώτημα. Και τελικά ήθελα αυτόν. Δεν ήταν μια αφηρημένη ιδέα, μια επικύρωση κοινωνική, μια αναγνώριση.

Σ.Τ.: Αν είναι έτσι όπως τα λες, η θρησκεία θα φοβάται λίγο και τον έρωτα.

Β.Κ.: Κοίταξε, υπερβάλλουμε με τη θρησκεία. Είναι άλλο το θρησκευτικό αίσθημα, ας το πούμε η θρησκευτικότητα, και άλλο η θρησκεία η οργανωμένη. Δεν μιλάω για την Εκκλησία την ορθόδοξη, την οποία θεωρώ έναν αντιπνευματικό οργανισμό και επομένως άφιλο. Δεν μπορείς να κάνεις θεολογία αν δεν έχεις φίλους. Η φιλία, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, είναι αυτή που χτίζει πολιτείες. Αυτή που χτίζει σχέσεις, πολιτεύματα και, τέλος, σχέσεις ερωτικές μεταξύ των ανθρώπων. Λοιπόν, εγώ νομίζω ότι με τον Ρόμπερτ περάσαμε τις τέσσερις λέξεις που έχει η ελληνική γλώσσα γι’ αυτή την πορεία: από τον πόθο, στον έρωτα, στη στοργή και στο τέλος, στην αγάπη. Έγινε αυτή η καταπληκτική μετάβαση.

Σ.Τ.: Από το «σε θέλω» στο «τι θέλεις;».

Β.Κ.: Επομένως, η στοργή σήμαινε ότι έπρεπε να πάρω ευθύνη για τη ζωή του Ρόμπερτ- και την πήρα. Ο Ρόμπερτ μου έλεγε «φύγε, καταστρέφω την καριέρα σου» και του απαντούσα «let it go, δεν με ενδιαφέρει η καριέρα μου, δεν θα ζήσω με την καριέρα μου».

Σ.Τ.: Όταν φτάσατε στα επόμενα στάδια του πόθου, όταν ο πόθος γίνεται στοργή και «τι θές να σου μαγειρέψω σήμερα;», αισθάνθηκες ποτέ ότι αυτό ήταν κάτι πιο χαμηλό, πιο συμβατικό από τα πρώτα στάδια;

Β.Κ.: Εγώ τρελαίνομαι για ρουτίνες. Δεν τις φοβάμαι. Οι ρουτίνες υποδηλώνουν μια σχέση αδιάρρηκτη. Θα κάνεις αυτό, θα κάνω εκείνο, και έχουμε μια πολύ όμορφη σχέση. Όλοι οι άνθρωποι ζουν με αυτές τις ρουτίνες. Ο Καζαντζάκης την ονομάζει «η άγια ρουτίνα της καθημερινότητας». Η ωραιότερη στιγμή είναι να πηγαίνεις στο σπίτι και βλέπεις ένα πιάτο φαγητό να σε περιμένει. Αυτό το έχεις γράψει εσύ για τη μητέρα σου. Ένα καταπληκτικό κομμάτι. Έτρεχα να γυρίσω στο σπίτι πριν έρθει ο Ρόμπερτ για να του φτιάξω μια μπολονέζ ή ένα άλλο φαγητό που του άρεσε. Για μένα ήταν ευτυχία αυτό. Ήταν το απόλυτο, αν μου επιτρέπεις, ήταν έρωτας.

Σ.Τ.: Και για μένα είναι ευτυχία αυτό.

Β.Κ.: Μεγάλη ευτυχία, απόλυτη. Συντονισμός στον κοσμικό ρυθμό πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Ο ήλιος, το ημίφως και το σκοτάδι: αυτά τα ζούσαμε μαζί εκεί πέρα. Βγαίναμε έξω το βράδυ να κάνουμε βόλτες, καθόμασταν δίπλα στα λουλούδια και μιλούσαμε.

Σ.Τ.: Η σεξουαλική απιστία που μπορεί να έρθει σε τέτοιες περιόδους, είναι κάτι που σε πλήγωσε;

Β.Κ.: Στην αρχή, ναι, με πλήγωσε. Ακόμα με πληγώνει…  Το έκανα κι εγώ μια φορά. Το ομολογώ.

Σ.Τ.: Γιατί το σώμα εξακολουθεί να έχει τις ανάγκες του.

Β.Κ.: Να πω την αλήθεια, μετά από λίγο το κάνεις μόνο και μόνο γιατί θες να αποδείξεις στον εαυτό σου ότι μπορείς να το κάνεις.

Σ.Τ.: Α! Λες;

Β.Κ.: Ναι. Εγώ έτσι νόμιζα, έτσι το έκανα. Ήθελα να δω αν μπορώ να το κάνω, αν είμαι σε θέση να λειτουργήσω.

Σ.Τ.: Σε πλήγωσε ωστόσο.

Β.Κ.: Πολύ, πάρα πολύ. Πέρασαν μέρες που σχεδόν καθόμασταν δίπλα χωρίς να κάνουμε έρωτα ή οτιδήποτε άλλο, απλώς κρατώντας το χέρι ο ένας του άλλου. Αλλά όπως λέμε στα αγγλικά: «You have to move on». Και προχωρήσαμε.

Σ.Τ.: Εσύ ήσουν τυχερός που δεν ένιωσες τύψεις, ενοχές, μεγαλώνοντας μέσα στη σεξουαλικότητα που έχεις, και έζησες αυτόν τον ανεπίληπτο, ρομαντικό έρωτα. Ωστόσο, η κοινωνία συσχετίζει κουτά πάντα, φαντάζομαι ακόμη και στις δύσκολες στιγμές. Νομίζω ότι αναφέρεις πως στο νοσοκομείο αντιμετωπίσατε εκρήξεις ομοφοβίας ή βλέμματα ομοφοβικά.

Β.Κ.: Πάρα πολλά. Ειδικά στο νοσοκομείο, και από νοσοκόμες κυρίως που προέρχονταν από διαφορετικά πολιτισμικά υπόβαθρα. Αλλά τα ξεπερνούσα. Δεν με ενδιέφερε καθόλου. Κάποτε τους αποκρινόμουν με την ίδια περιφρόνηση.

Σ.Τ.: Ναι, αλλά στη δύσκολη ώρα, αυτό είναι ένας βαθμός δυσκολίας μεγάλος.

Β.Κ.: Ναι. Έκανα το παν να μην το δει ο Ρόμπερτ. Το εισέπραξα μόνος μου, τον προστάτευα από τέτοιου είδους αισθήματα. Δεν ήθελα να νιώσει κάτι τέτοιο σε μια στιγμή αδυναμίας, αρρώστιας, ασθένειας. Εγώ μπορούσα να το αντιμετωπίσω και να απαντήσω, έκανα πολλαπλές αναφορές. Φαντάσου να μπαίνεις σ’ ένα νοσοκομείο που «φωνάζει» ότι είναι εναντίον της ομοφοβίας με τεράστιες αφίσες και μετά να αντιμετωπίζεις αυτό.

Σ.Τ.: Είναι τρομερό, αλλά τη στιγμή που μιλάμε για έναν τέτοιον έρωτα, βλέπεις ότι η κοινωνία, παρότι προσποιείται τη μοντέρνα, είναι σε μεγάλο βαθμό ομοφοβική ακόμα. Ακόμα και η φράση «α, οι ομοφυλόφιλοι μπορούν να ερωτεύονται τόσο βαθιά, τόσο ρομαντικά, τόσο απόλυτα;» ενέχει ομοφοβία.

Β.Κ.: Αν υπάρχει κάτι σημαντικό στο βιβλίο είναι αυτό. Δείχνει πώς ερωτεύονται, αγαπάνε και αφοσιώνονται ο ένας στον άλλο δυο άντρες. Γιατί πολλοί νομίζουν ότι οι gay το μόνο που κάνουν είναι να πηγαίνουν από δω και από κει και να κάνουν ανώνυμο και πολλαπλό σεξ. Ότι είναι «μηχανές του σεξ», όπως λέγαμε παλιά.

Σ.Τ.: Συμφωνώ ότι αυτή είναι η κορυφαία αξία αυτού του βιβλίου.

Β.Κ.: Δεν έχει αποδεικτική αξία, αλλά χωρίς να το καταλάβουμε, δείξαμε και αποδείξαμε ότι η αφοσίωση περνάει μέσα από το σεξ, τον έρωτα, τον πόθο και τελικά γίνεται κάτι πολύ σημαντικότερο, κάτι ευρύτερο, που μας αγκαλιάζει ως ανθρώπους. Ο Freud έχει μιλήσει για τον άγνωστο ωκεανό της γυναικείας ψυχολογίας. Εγώ νομίζω ότι πρέπει να μιλήσουμε κάποια στιγμή για τον απύθμενο ωκεανό της ανδρικής ψυχολογίας, για το πώς σχετίζονται οι άντρες μεταξύ τους.

Σ.Τ.: Οι αρχαίοι Έλληνες λίγο το είχαν οσμιστεί.

Β.Κ.: Ναι, με την έννοια της φιλίας. Γι’ αυτό τον Ρόμπερτ τον ονομάζω Αχιλλέα και Άμλετ μαζί.

Σ.Τ.: Απλώς τώρα πρέπει να ξεπεράσουμε όλες αυτές τις στρώσεις των άλλων πολιτισμών που ακολούθησαν.

Β.Κ.: Κοίταξε, αυτό είναι προσωπική ευθύνη του καθενός. Δεν νομίζω ότι είναι νομοθετικό ζήτημα πλέον. Γιατί η νομοθεσία υπάρχει, αλλά είναι ζήτημα νοοτροπίας, ανθρώπων οι οποίοι είναι φοβισμένοι και οι ίδιοι, τρομοκρατημένοι από τη διαφορά. Όπως είπα, όταν ο Ρόμπερτ ήταν άρρωστος, προσπάθησα να τον προφυλάξω απ’ όλα αυτά. Για μένα το πώς δυο άντρες αγαπιούνται είναι ένα βασικό θέμα που αναδεικνύει αυτό το βιβλίο. Πώς περνάνε απ’ όλες αυτές τις φάσεις, τα στάδια.

Σ.Τ.: Η αρετή αυτού του βιβλίου είναι ότι δεν το χαρακτηρίζει καμία ενοχή, καμία τύψη αλλά και ότι δεν έχει και καμία επιθετικότητα. Είναι unapologetic, αλλά όχι με τον τρόπο που η gay, ας το πούμε, λογοτεχνία μιλά για τον έρωτα. Είναι σαν να μην υφίσταται πια το θέμα, να έχει αυτοδικαίως ξεπεραστεί. Ο έρωτας είναι γυμνός, ασχέτως φύλων, θρησκειών.

Β.Κ.: Είναι ο Ρόμπερτ και ο Βρας.

Σ.Τ.: Και αυτό είναι πραγματικά αποκαλυπτικό. Το βιβλίο σου είναι από τα συγκλονιστικότερα πράγματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια και ελπίζω να βρει το ακροατήριο που του αξίζει.

Β.Κ.: Το έγραψα για να διασώσω τη μνήμη του Ρόμπερτ και της σχέσης μας. Να πω την αλήθεια, εγώ δεν παίζω κανέναν ρόλο σ’ αυτό το βιβλίο. Δεν θέλω να έχω κανένα κέρδος ή αναγνώριση, θέλω ο κόσμος να γνωρίσει τη σχέση μας και να κλάψει λίγο στη μνήμη του Ρόμπερτ, αν μου επιτρέπεις. Ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος, η επαφή του με την Ελλάδα ήταν πολύ ωραία. Είχαμε μια φοβερή εμπειρία στη Σαντορίνη, όπου σχεδόν τον είδα να αιωρείται μπροστά μου – είχα τρελαθεί. Δεν μπορείς να φανταστείς ότι η αγάπη σε φέρνει σε τέτοιες οριακές συγκινήσεις που νόμιζες ότι ανήκουν στη ρομαντική λογοτεχνία ή ότι είναι ψευδαίσθηση. Ξαφνικά τα νιώθεις αυτά, τα ζεις. Στην αρχή δεν μπορείς να το πιστέψεις και λες «μα πώς είναι δυνατό;». Αυτό το εύθραυστο και ευάλωτο σώμα μού δείχνει αυτές τις εμπειρίες που σε άλλες περιπτώσεις θα τις θεωρούσαμε μυστικές, σαν του Μπέμε, του Συμεών του Νέου Θεολόγου ή όλων αυτών των μεγάλων μυστικών. Ξαφνικά, βλέπεις ότι η μυστική εμπειρία κρύβεται σε αυτή την επαφή, σε αυτά τα χέρια, στο φιλί δύο ανθρώπων -αντρών εν προκειμένω-, στο άγγιγμα των σωμάτων, στο αγκάλιασμα, στον αποχαιρετισμό,  στο «Θα σε δω το βράδυ. Τι ώρα θα είσαι σπίτι;» «Θα έρθω 7, ίσως και νωρίτερα». Κι εγώ έπρεπε να είμαι εκεί στις 6. Για μένα αυτή η εμπειρία ήταν πολύ σημαντική γιατί όλη αυτή η απλότητα της καθημερινής ζωής είναι τελικά το μεγάλο μυστήριο της ύπαρξης. Απλουστεύεις όσο περνάν τα χρόνια. Βλέπεις τι είναι απολύτως αναγκαίο για τη ζωή σου και, αν μου επιτρέπεις, για την ψυχή σου την ίδια. Έχουμε ξεχάσει ότι έχουμε και ψυχή στις μέρες μας. Και πώς το είδα ότι έχουμε ψυχή; Όταν έφυγε ο Ρόμπερτ το σώμα μου έκανε άλλα πράγματα απ’ αυτά που του έλεγε η ψυχή. Δηλαδή κατάλαβα ότι υπάρχει μέσα μας μια δεύτερη ύπαρξη, αυτό που έλεγε ο Παύλος ο έσω άνθρωπος, που ξαφνικά, όταν χαθεί ο καταλυτής που τον κάνει ζωντανό, δηλαδή η αγάπη, το βλέμμα, το άγγιγμα, η μυρωδιά ενός ανθρώπου, τον ψάχνει.

Σ.Τ.: Καθένας βέβαια αισθάνεται ότι αυτό που έζησε είναι ξεχωριστό. Ωστόσο αισθάνεσαι ότι με αντίστοιχη ένταση ζουν και οι απλοί άνθρωποι τον έρωτα; Το ρωτάω αυτό γιατί στο βιβλίο σου πολύ ορθά λες ότι εμείς είμαστε «παιδιά παιδιών», ότι μεγαλώσαμε στην ελληνική επαρχία με τις γνωστές κακοδαιμονίες και από ανθρώπους που εν πολλοίς ήταν ανέτοιμοι να γίνουν γονείς. Πολλοί από αυτούς ήταν σκληροί, μέθυσοι, μας παράταγαν και, κυρίως, δεν ήξεραν καν πώς να αγαπάνε. Εσύ λοιπόν γεννήθηκες σε μια τέτοια επαρχία που δεν ήξερε να αγαπά. Όμως αγάπησες μ’ έναν βαθύ τρόπο. Πώς έγινε;

Β.Κ.: Κοίταξε, είναι ζήτημα ατομικό και προσωπικό σ’ αυτή την περίπτωση. Δεν θα έλεγα ότι η προηγούμενη γενιά δεν μπορούσε να αγαπήσει, απλώς δεν μπορούσε να εκδηλώσει την αγάπη της και δεν μπορούσε να μιλήσει ποτέ γι’ αυτήν.

Σ.Τ.: Αν δεν το πεις όμως, δεν υπάρχει.

Β.Κ.: Δεν υπάρχει, σωστά. Ήταν ένα ζήτημα αμίλητου πόνου που δημιουργούσε όλη αυτήν τη σύγχυση μέσα τους, που προσπαθούσαν να μας αγαπήσουν, αλλά δεν ήξεραν πώς να το δείξουν και ξαφνικά στρέφονταν εναντίον του εαυτού τους και μετά εναντίον μας. Αυτή είναι η σχέση που είχαμε με τους γονείς μας.

Σ.Τ.: Ισχύει.

Β.Κ.: Αλλά νομίζω ότι, όπως έλεγε ο Ντοστογιέφσκι, μέσα σ’ έναν αμαρτωλό υπάρχει ένας άγιος που παρακαλεί να λυτρωθεί – έτσι γίνεται και σ’ αυτούς. Έρχεται η κατάλληλη στιγμή, ο κατάλληλος άνθρωπος, και ξαφνικά… Εγώ, αν δεν είχα συναντήσει τον Ρόμπερτ, θα ήμουν ένας στείρος ακαδημαϊκός, αν μου επιτρέπεις, ένα απίστευτο ον…

Σ.Τ.: Σίγουρα όχι καταστροφικό, όπως ήταν πολλοί απ’ τους γονείς μας. Δεν θα μοίραζες πόνο δεξιά και αριστερά, ε;

Β.Κ.: Όχι. Θα ήμουν επιτυχημένος, αλλά θα ήμουν και αυτοκαταστροφικός. Αυτά τα πράγματα δείχνουν ότι η γενιά των γονιών μας ήταν και μια γενιά που βγήκε απ’ τον πόλεμο, απ’ την ανέχεια. Δεν ήξεραν, δεν μπορούσαν να εμπιστευτούν κανέναν. Η αγάπη και η φιλία είναι ένα άλμα στο χάος ουσιαστικά, στο μηδέν. Πρέπει να εμπιστευτείς. Εμπιστευόμαστε σήμερα;

Σ.Τ.: Επιμένω στο ερώτημά μου γιατί δεν απαντήθηκε: σε σένα, που είσαι παιδί παιδιών, ποιο ήταν το σκαλοπάτι σου για να ανέβεις σε μια άλλη, καλύτερη κατάσταση;

Β.Κ.: Προφανώς ο Ρόμπερτ.

Σ.Τ.: Ναι, αλλά είχες και τα μάτια να τον δεις. Ποιος σου έδωσε τα μάτια να τον δεις;

Β.Κ.: Δεν ξέρω. Έγινε, τον είδα. Και από την ώρα που τον είδα…

Σ.Τ.: Ήταν η παιδεία σου; Από τα Κρέστενα πώς βρέθηκες στον Ελικώνα, βρε παιδί μου;

Β.Κ.: Ίσως τα Κρέστενα να ήταν ο Ελικώνας μου. Νομίζω ότι μου δόθηκε μια σχέση μαγική στην παιδική μου ηλικία. Οι γονείς μας ήταν άσχετοι, άχρηστοι και αχρείαστοι, όλα αυτά μαζί (γελά). Ήταν αφοσιωμένοι στον εαυτό τους, τρώγονταν ο ένας με τον άλλον. Βέβαια, σε τέτοιες περιπτώσεις στα χωριά έχεις τη γιαγιά. Η οποία με μεγάλωσε με όλα αυτά τα παραμύθια, με όλες αυτές τις νεράιδες, τους κοσμικούς θρύλους. Με έβγαζε το βράδυ, ενώ ήταν σχεδόν τυφλή, και μου ονόμαζε τους αστερισμούς έναν-έναν, μου έδειχνε με το δάχτυλο «εκεί είναι αυτό, εκεί είναι το άλλο». Τα ήξερε, ενώ ήταν τυφλή σχεδόν.

Σ.Τ.: Αυτό είναι η απάντηση. Είχες αυτό το μαγικό πρόσωπο.

Β.Κ.: Μαγικότατο. Ήταν η Πότνια θηρών της παιδικής μου ηλικίας ουσιαστικά αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος μου έδωσε τη δυνατότητα να είμαι ανοιχτός στον αιφνιδιασμό, κι αν μου επιτρέπεις μια έκφραση θρησκευτική, στο θαύμα. Το να βλέπεις τον άλλον άνθρωπο, είναι ένα θαύμα, το οποίο σου δίνεται εκεί που δεν το περιμένεις, και ανοίγει μέσα στην καρδιά και στην ψυχή σου τον κόσμο του παραμυθιού, του θρύλου.

Σ.Τ.: Πολλοί λαϊκοί άνθρωποι το έχουν.

Β.Κ.: Ναι. Στη γιαγιά μου αυτό ήταν βασικό, γιατί αυτή μας μεγάλωσε. Οι γονείς μας ήταν ναι μεν αλλά, ήξεις αφήξεις. Η γιαγιά μου ήταν το σταθερό σημείο του περιστρεφόμενου κόσμου μου, ο άνθρωπος που σου ανοίγει ένα άλλο σύμπαν, που δεν είναι το πεζό, το καθημερινό αλλά το σύμπαν των απροσδόκητων συνειρμών, της απροσδόκητης σχέσης με τον φυσικό κόσμο και των αόρατων πραγμάτων που υπάρχουν μέσα στον φυσικό κόσμο. Σου τα δίνει κάποιος εκεί που δεν το περιμένεις.

Σ.Τ.: Ήταν, λοιπόν, αυτά που σου έδωσε η γιαγιά σου και, φαντάζομαι, μετά τα διαβάσματά σου, οι φιλίες σου.

Β.Κ.: Είχα πολλούς φίλους. Επίσης, κάτι που πρέπει να ομολογήσουμε –πρέπει να το έχεις νιώσει κι εσύ– είναι ότι οι φίλοι μου που πέθαναν από AIDS ήταν πολύ μεγάλη μαθητεία για μένα, π.χ. ο φίλος μου ο Αντώνης ο Σταυροπιεράκος, που πέθανε μόνος του στον Καναδά. Μέχρι τώρα δεν έχω ξεπεράσει τον θάνατο αυτού του ανθρώπου. Έμεινε μόνος του γιατί τον είχαν αποκηρύξει οι γονείς του και όλοι οι άλλοι, κι εγώ ήταν αδύνατο να βρω εισιτήριο για να πάω να τον δω.

Σ.Τ.: Αυτή η εμπειρία ως προς τι σε ωρίμασε; Τι σε έκανε να σκεφτείς;

Β.Κ.: Το εύθραυστο της ανθρώπινης ζωής, την τρωτότητα που έχουμε όλοι και ταυτόχρονα τη σκληρότητα του κόσμου, το να εγκαταλείπεις το παιδί σου ή τον φίλο σου μόνο και μόνο γι’ αυτό.

Σ.Τ.: Και σ’ έκανε ίσως και λίγο πιο ατρόμητο απέναντι στα δικά σου αισθήματα.

Β.Κ.: Ένας δεύτερος φίλος μου, για τον οποίο έχω γράψει, ο Άλκης, πέθανε στα χέρια μου την εποχή που όλοι τρόμαζαν να αγγίξουν και, ξέρεις, αυτό ξαφνικά σε λιώνει, όλες οι αντιστάσεις σου πέφτουν, περιμένεις το θαύμα να έρθει. Και ήρθε, και μέσα από αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ήταν μόνο αυτοί, ήταν κι άλλοι και λυπήθηκα πάρα πολύ όταν έφυγαν απ’ τη ζωή. Τουλάχιστον ο θάνατος τούς βρήκε με μένα δίπλα τους, που ήμουν ένα φιλικό πρόσωπο. Του Άλκη ειδικά, που πέθανε στα χέρια μου, του τραγουδούσα δημοτικά τραγούδια.

Σ.Τ.: Από αυτές τις εμπειρίες, αλλά κυρίως από την εμπειρία που περιγράφεις στο βιβλίο σου, τον δικό σου θάνατο πώς τον σκέφτεσαι;

Β.Κ.: Σκέφτομαι ότι πρέπει να προετοιμαστώ γι’ αυτή την εμπειρία. Δεν φοβάμαι πλέον, γιατί νομίζω…

Σ.Τ.: Αλήθεια, βρε Βρασίδα; Δεν φοβάσαι;

Β.Κ.: Όχι. Ερχόμαστε σε αυτήν τη ζωή να κάνουμε ορισμένα πράγματα –το γράφω στο βιβλίο–, εγώ τα έχω κάνει ήδη. Δυστυχώς, η ζωή μου ήταν, αν μου επιτρέπεις, πολύ επιτυχημένη.

Σ.Τ.: Ναι, αλλά η ζωή είναι πάντα γλυκιά.

Β.Κ.: Πάρα πολύ.

Σ.Τ.: Πήρες τώρα το αεροπλάνο και ήρθες από την Αυστραλία εδώ για να μιλήσεις για έναν σκηνοθέτη του σινεμά. Αυτό, όσο λίγη, όσο χλωμή χαρά και αν είναι, είναι χαρά.

Β.Κ.: Και ένας αποχαιρετισμός. Μου αρέσουν πάρα πολύ τα τέσσερα τελευταία τραγούδια τους Στράους. Τα έχεις ακούσει;

Σ.Τ.: Τα έχω ακούσει.

Β.Κ.: Αυτό είναι. Εμένα μ’ αρέσει.

Σ.Τ.: Ακόμα και αυτό έχει μεγάλη γλύκα- στα 84 χρόνια του τα έγραψε!

Β.Κ.: Ίσως και ο θάνατος να είναι κάτι γλυκό, έτσι; Ένας αποχαιρετισμός σ’ αυτά που αγαπάμε. Θυμάσαι τι έλεγαν οι στωικοί, «πόσο άξια ζήσαμε». Την ώρα που κλείνεις τα μάτια η μεγαλύτερη εμπειρία είναι να πεις πόσο ωραία ζήσαμε τελικά – που είναι πολύ σημαντικό.

Σ.Τ.: Αυτό είναι ιδανικό να ακούγεται. Αλλά θέλει κανείς να πεθάνει;

Β.Κ.: Όχι, αλλά μπορώ να φανταστώ αυτόν τον κόσμο χωρίς εμένα.

Σ.Τ.: Εγώ ίσως είμαι αφιλοσόφητος εντελώς, αλλά, παρότι δεν με ενδιαφέρει καθόλου, ούτε ματαιοδοξίες έχω ότι θα αφήσω ίχνη, θέλω να είμαι εδώ, να βλέπω το φως, τον αέρα, τους δρόμους, τα αυτοκίνητα… Δεν έχω χορτάσει τις εικόνες αυτές.

Β.Κ.: Και δεν μπορούμε να τις χορτάσουμε έτσι; Είμαστε φτιαγμένοι γι’ αυτές τις εικόνες.

Σ.Τ.: Γι’ αυτό ρωτάω εσένα.

Β.Κ.: Έχω την εντύπωση ότι έχω ολοκληρώσει τον κύκλο μου. Δηλαδή, κλείνω. Και βλέπω τον ορίζοντα, πλησιάζω προς τον ορίζοντα. Γλυκόπικρο αυτό το πράγμα.

Σ.Τ.: Η δημιουργία;

Β.Κ.: Θα την εγκαταλείψω κάποια στιγμή. Νομίζω ότι έκανα αρκετά. Αυτό το κείμενο, αυτό το γράμμα για τον Ρόμπερτ είναι νομίζω η ακραία μου, πως να το πω, άσκηση και ασκητική. Φτάνει.

 

PODCAST:

O BΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ «ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΡΟΜΠΕΡΤ»

16.00
Προσφορά!

Στάθης Τσαγκαρουσιάνος

Έγραψαν για το βιβλίο:

Ηλιου φαεινότερο λοιπόν ότι τα κείμενα αυτού του ανθρώπου, έχουν το μυστικό μιας ακριβοθώρητης γοητείας που δεν είναι δάνειο, κρυπτομνησία ή συστηματικό αλληθώρισμα, αλλά προσωπικό ένστικτο. Στα ταξιδιωτικά του αυτή η αρετή είναι διάχυτη. Πριν απο όλα εντυπωσιάζει το διαζύγιο με το «πνεύμα της βαρύτητας». Πουθενά ακρογωνιαίος λίθος, αγκονάρι ή φέροντες οργανισμοί. Αυτή η υδάτινη ροϊκότητα που άλλοτε μιμείται τον αέρα και άλλοτε πέφτει απο ψηλά, συνιστά ενα κατασταλαγμένο μάθημα ζωής, ενα είδος φυσιογνωμίας που μεταλλάσσεται ανάλογα με τη διάθεση και το έναυσμα της στιγμής.

– ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, Κωστής Παπαγιώργης

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΚΔΟΣΗ

Διαβάζοντας μετά από χρόνια τα σύντομα αυτά κείμενα, διαπιστώνω πρωτίστως ότι δεν είναι ταξιδιωτικά. Λίγα μαθαίνει κανείς για ξένους τόπους. Οι χώρες και οι πόλεις είναι σκηνικά σε ένα παλιό δράμα: τον μπερδεμένο μου εαυτό. Υπό αυτή την έννοια, μικρή διαφορά κάνει αν όσα αναφέρω συνέβησαν στο Ρίο, τη Δαμασκό ή την Αθήνα. Αυτό που πε- ριγράφεται είναι η πορεία ενός ανθρώπου από την κουζίνα ως το μπαλκόνι του, να πάρει αέρα, να μη σκάσει. Και να μετρήσει τα τετραγωνικά του κόσμου του.

Όντως ταξίδευα πολύ εκείνα τα χρόνια – αν θεωρήσουμε ότι ταξιδεύει πολύ εκείνος που διαρκώς είναι σε ένα αεροπλάνο ή αυτοκίνητο. Δεν ταξίδευα. Έφευγα από τον έναν τόπο στον άλλον. Ήταν μετακινήσεις σε θερμά κλίματα, αποδημητικό ένστικτο – ο μόνος τρόπος που ήξερα για να φτιάξω ένα αεροστεγές σύστημα εκτός κοινωνίας, που να μου δίνει ηδονή και αίσθημα ανωτερότητας, ενώ μου επέτρεπε να μετεωρίζομαι σαν τουρίστας μέσα στην εβδομάδα των άλλων. Αν συνέβαινε μια στραβή, πάντα σκεφτόμουν: «Και τι με νοιάζει, την Πέμπτη θα είμαι αλλού».

Τη Δευτέρα, όμως, ήμουν πίσω.

Δυστυχώς, όταν έγραφα αυτό το βιβλίο δεν είχα την τόλμη να μιλήσω ανοιχτά και να πω ότι το βασικό και κύριο ζητούμενο στα ταξίδια εκείνης της εποχής ήταν τα γούστα μου. Το ποτό και το σεξ. Δεν εννοώ τον σεξοτουρισμό -δεν είμαι φαν του είδους-, εννοώ τη διασκέδαση σε μπαρ και κλαμπ και όσα επακολουθούν όταν είσαι νέος. Διέσχισα εκείνη τη

δεκαετία λιώμα – αυτό που ήθελα μόνο ήταν να τραβιέμαι σε άγνωστα μέρη, να πίνω και να κάνω σεξ. Θα είχε νόημα να έγραφα περισσότερα για τη λάσπη στον πάτο της εικόνας, το πουλάκι όμως πέταξε: απλώς δεν ήμουν έτοιμος.

Παρ’ όλα αυτά, δεν λέω ψέματα. Κι αυτό ίσως είναι το πιο αξιοπερίεργο: πώς τα ρευστά, υπαινικτικά αυτά κείμενα πέφτουν σαν γάτες από τον έκτο και προσγειώνονται όρθια. Μπορεί να μην περιγράφω τις λεπτομέρειες μιας συνουσίας (με αυτήν τη μοντέρνα σαφήνεια που προσωπικώς βαριέμαι), περιγράφω όμως εκείνο που τελικά μέτραγε πιο πολύ: το μελαγχολικό ξενέρωμα της άλλης μέρας. Διότι ο κανονικός τίτλος αυτού του βιβλίου θα έπρεπε να είναι «Κυνηγώντας την ουρά μου: Πώς ο άνθρωπος που δεν έχει αγάπη, είναι βαρέλι δίχως πάτο. Και δεν θα χορτάσει ποτέ».

Στα μεσοδιαστήματα εκείνου του κυνηγητού, ναι, έζησα και μερικές στιγμές αλλόκοτης αγνότητας. Και μαγείας. Είδα αυτό που λένε, τη δρόσο των άστρων. Ζεστές, πράσινες θάλασσες. Χειρονομίες ανείπωτης ευγένειας. Το μονοπάτι της υπερβολής μου πέρναγε μέσα από έναν κήπο. Είμαι ευγνώμων που τον διέσχισα, έστω παραπατώντας.

Υπό αυτή την έννοια, ο Παλιός Καταρράκτης, χρόνια εξαντλημένος, είναι ένα βιβλίο που ήθελα να υπάρχει. Χωρίς να διεκδικεί τίποτα, περιγράφει πώς κάποιος έφτιαξε κόσμο, παραδέρνοντας μεταξύ λαγνείας και ποίησης.

Στάθης Τσαγκαρουσιάνος

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

 

Original price was: €15.00.Η τρέχουσα τιμή είναι: €13.00.

Γουίλφρεντ Θέσιγκερ

«Οι Άραβες των βάλτων», που εκδόθηκαν το 1964, δεν ήταν το πρώτο βιβλίο του Θέσιγκερ. Προηγήθηκαν οι «Άμμοι της Αραβίας» το 1959, όπου και πάλι περιγράφεται ένα φυσικό και ανθρώπινο τοπίο που απειλείται με καταστροφή, καταστροφή την οποία επέφερε η εκμετάλλευση του πετρελαίου -αγωγοί, εγκαταστάσεις, δρόμοι που χάραξαν με βαθιές ουλές την έρημο, αυτοκίνητα που αντικατέστησαν τις καμήλες, η εξαφάνιση του βεδουίνου, ενός πανάρχαιου ανθρώπινου τύπου σε απόλυτη συμφωνία με το περιβάλλον του. Έτσι, και στα δύο του βιβλία ο Θέσιγκερ καταγράφει παραδείσους που υπήρξαν. Δεν νομίζω ότι ο συγγραφικός του στόχος ήταν αποκλειστικά “οικολογικός” -άλλωστε, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε οικολογικός προβληματισμός, όπως τον εννοούμε σήμερα. Οπωσδήποτε είναι πρωτοπόρος σε μια οικολογική ανησυχία και προβλέπει επερχόμενα δεινά, αλλά πιστεύω ότι οι “Άραβες των βάλτων”, όπως και οι “Άμμοι της Αραβίας”, είναι κάτι περισσότερο από οικολογικές ελεγείες. Έχουν τη δύναμη, την πειστικότητα της λογοτεχνίας. Διαισθάνομαι ότι αυτή ενδεχομένως ήταν η βαθύτερη πρόθεση του Θέσιγκερ: να γράψει ένα βιβλίο που να εκφράζει έναν κόσμο, να μεταφέρει τις οικολογικές του ανησυχίες αλλά ταυτόχρονα να αποτελεί το βιβλίο καθεαυτό κόσμο, πέραν της αναπαράστασης. Ήθελε προφανώς να γράψει ένα ωραίο βιβλίο, ένα “λογοτεχνικό” βιβλίο και το πέτυχε. Αυτό άλλωστε είναι τελικά η λογοτεχνία. Όταν η μορφή είναι κάτι σαν περιεχόμενο, ένα είδος περιεχομένου… […]

―από συνέντευξη του μεταφραστή Άρη Μπερλή στη LIFO

 

ΟΙ ΑΝΑΣΕΣ ΤΩΝ ΒΑΛΤΩΝ : Ο ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΡΗΣ ΜΠΕΡΛΗΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΧΟΥΣΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ WILFRED THESIGER

15.00

Μαλβίνα Κάραλη

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ -ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΕΝΗ ΜΕ ΝΕΑ, ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

__________

Το εξαντλημένο αριστούργημα της Μαλβίνας Κάραλη «Σαββατογεννημένη» επανακυκλοφορεί από τα LIFO Bιβλία, δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση. Εκτός από τα κείμενα της πρώτης έκδοσης περιέχει και ένα παράρτημα με νέα, ακυκλοφόρητα κείμενα, ενώ το εξώφυλλο κοσμεί μια φωτογραφία της στην οδό Eυριπίδου από τον Σπύρο Στάβερη.

Στον πρόλογο της νέας έκδοσης, ο εκδότης Στάθης Τσαγκαρουσιάνος αναφέρει χαρακτηριστικά:

Δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από την πρώτη έκδοση του βιβλίου αυτού. Λογικά  θα έπρεπε να κοπάσει το ενδιαφέρον γύρω από τη Μαλβίνα. Δεν εμφανίζεται πια στην τηλεόραση, τα γούστα έχουν αλλάξει, η Ελλάδα γνώρισε σεισμικές αλλαγές. Κι όμως. Όλες αυτές οι αλλαγές βοήθησαν ώστε ο μύθος της να ενταθεί. Η ζήτηση του εξαντλημένου βιβλίου της ήταν αυξανόμενη στα γραφεία μας. Υπήρχε λόγος.

Οι πολλαπλές κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας απεμπλούτισαν τα ελληνικά media από κάθε διαφορετικότητα ή τόλμη. Στο νέο ρημαδιό η ανάμνηση της Μαλβίνας φαντάζει σαν επιστημονική φαντασία. Υπήρξε ποτέ μια τέτοια περίπτωση; Τέτοιο αστραφτερό, σβέλτο, ιδιοσυγκρασιακό γράψιμο! Με τέτοιο πλούτο σε συνειρμούς και αναφορές! Με τέτοια τόλμη απέναντι στην εξουσία!

____________

Αυτά είναι τα καλύτερα κείμενα που έγραψε ποτέ η Μαλβίνα. Με διαφορά. Έχουν κάτι ρωμαλέο και αστραφτερό, αν και μιλούν για θέματα της καρδιάς και του θανάτου. Ο χρόνος τα αύξησε. Ανέδειξε το μεταλλικό ύφος τους, την πυκνή ευφυΐα τους. Ειδικά τα κείμενα της Νέας Υόρκης, τους μήνες της αρρώστιας, έχουν κάτι σπάνιο. Είναι μια λοξή συνομιλία με το θάνατο, γεμάτη δέος, οργή και κούραση. Είναι λαμπρά δοκίμια για τις περιπέτειες του έρωτα, την ελληνική κοινωνία με τους εξωφρενικούς χαρακτήρες της, τη σκέψη του θανάτου και τα διλήμματα της συνείδησης. Ταυτοχρόνως είναι το κρυπτικό ημερολόγιο ενός υπέροχου και μαύρου κοριτσιού, που έφυγε νωρίς.

___________

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

15.30

Πολυσυλλεκτική έκδοση

Δέκα Έλληνες συγγραφείς που έχουν ξεχωρίσει τα τελευταία χρόνια εμπνέονται από την Ελληνική Επανάσταση και δημιουργούν ιστορίες ηρώων και αντιηρώων, αληθινές και φανταστικές, βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα αλλά και με μια δόση fiction. Τα δέκα διηγήματα που γράφτηκαν με ανάθεση της LiFΟ είναι εξαιρετικά δείγματα της νέας λογοτεχνίας, με πρωταγωνιστές πρόσωπα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον αγώνα για την ελευθερία αλλά και ανθρώπους «ασήμαντους», με τους οποίους δεν είχε ασχοληθεί κανείς, από τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Νικηταρά, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και την κυρά του Κάστρου της Ακροπόλεως, την Νταλιάνα, μέχρι την Καχριέ, μια νεαρή τουρκοπούλα που έγινε κατάσκοπος των Ελλήνων, αλλά και τους ρομαντικούς στο Μεσολόγγι.

Η Ευτυχία Γιαννάκη γράφει ορμώμενη από τους μύθους και τις φήμες της περιοχής του Ερεχθείου, όπου μεγάλωσε, σχετικά με την Ασήμω Γκούρα ή Νταλιάνα στο διήγημα «Νταλιάνα, τα κουμπούρια σου», ο Βασίλειος Φ. Δρόλιας, στον «Αποχαιρετισμό», γράφει για τις κρυπτογραφημένες ιστορίες που βρήκε στα τετράδια του παππού του, ο Χρίστος Κυθρεώτης στο διήγημα «Η φωνή μας» έχει κεντρικό ήρωα τον εκδότη μιας πατρινής εφημερίδας, ο οποίος την περίοδο των Ιουνιακών του 1863 βρίσκεται στην Αθήνα, ο Μιχάλης Μαλανδράκης γράφει για τον Νικηταρά στο διήγημά του «Μόνο σκιές», ο Μάκης Μαλαφέκας στο «Κάποτε στο Μεσολόγγι» φαντάζεται τον διάλογο δύο ρομαντικών στο Μεσολόγγι για το ’21, ο Βαγγέλης Μπέκας, με τον «Μάρκο», εστιάζει σε ένα περιστατικό που συνέβη το βράδυ πριν από τη σφαγή του λόχου των φιλελλήνων στο Πέτα με πρωταγωνιστή τον Μάρκο Μπότσαρη, η Μαρία Ξυλούρη, στο «Ξετρύπι», μας μεταφέρει στην Κρήτη, γράφοντας για τη σφαγή γυναικόπαιδων σε καταφύγιο, ενώ επίκειται επίθεση σε κοντινό τους μοναστήρι, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος στο «Γρίκα» έχει πρωταγωνιστή έναν ακαδημαϊκό που μελετάει τη Νεότερη Ελληνική Ιστορία και αναμετριέται με τον ιστορικό γρίφο του επιτεύγματος του Οδυσσέα Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς, η Βασιλική Πέτσα ξανακοιτάζει την Επανάσταση υπό την οπτική του παρόντος στο διήγημά της «Ο Γιάννης Πασάς πόσταρε στον τοίχο του Κίτσου Μπότσαρη το τραγούδι “Hide me”» και η Βίβιαν Στεργίου γράφει για την Καχριέ, την κόρη του βοεβόδα των Καλαβρύτων, μια όμορφη τουρκοπούλα που μετέδιδε πληροφόρηση στους επαναστατημένους Έλληνες, στο διήγημα «Για σένα βγάζει το σώμα φύλλα».

 

15.00
Προσφορά!

LiFO Βιβλία

Κλάματα

Γλυκερία Μπασδέκη

θέλω να με πας στα πανηγύρια *
Σ’ αυτά τα τριήμερα που τραγουδάει η Ξανθή Περράκη ακόμη κι όταν δεν τραγουδάει, με χάρτινα τραπεζομάντιλα μες στη λίγδα, να καθίσουμε κάτω απ’ τα ηχεία, να μην ακούς αυτά που σου λέω και να μην καταλαβαίνω αυτά που μου λες. Να είναι της Παναγιάς ανήμερα και να ’χει κλάψει η εικόνα και να ’χουν βγει τα φιδάκια να γλείψουν τα δάκρυα και να ’χουν μοσχοβολήσει τα κρινάκια. Όλα να ’ναι νάι νάι νάι κι εσύ ο πιο Παναγιώτης, γιατί θα σ’ έχω ξεματιάσει αποβραδίς με λάδι και αλάτι και θ’ αστράφτεις σαν πάλκο. Κι όλο θα φέρνεις μπίρες κουτάκια με το εύκολο άνοιγμα και θα με ταΐζεις λουκάνικα με πράσο μέχρι ν’ ανοίξει το στομάχι απ’ την τόση ευτυχία και να πεταχτούν οι λέξεις που έκρυβα πρόχειρα στους πεπτικούς σωλήνες και σ’ άλλες θαλάσσιες σπηλιές. Και μπίρα την μπίρα, ηχείο το ηχείο, γαρίφαλο το γαρίφαλο, τίποτε δεν θα ’ναι ακριβώς το ίδιο. Θα λέμε ότι έχουμε ονομαστική και μας λένε Μαρία Μοντεσσόρι και Γιούλα Παναγιούλα και Παναΐτ Ιστράτι και Ξανθή Περράκη και ό,τι γιορτάζει και δεν γιορτάζει ανήμερα. Θα λέμε, θα τρώμε και θα δεχόμαστε ευχές.
Γιατί έτσι είναι τα πανηγύρια που δεν πήγαμε, αλλά θα πάμε. Τρεις ημέρες μέγα θάμα είναι και μετά μαζεύει η ορχήστρα.

Τα Κλάματα της Γλυκερίας Μπασδέκη είναι μια συλλογή από μικρά κείμενα μεγάλης πρωτοτυπίας και λεπτότητας, που δεν θυμίζουν τίποτα. Δεν κατατάσσονται ούτε στο πεζό ούτε στην ποίηση — μοιάζουν περισσότερο με λαϊκά τραγούδια από πανηγυρτζή, που δεν ξέρεις αν ίδρωσε ή κλαίει με το δεκάευρο κολλημένο στο κούτελο. Συνιστούν ένα καλειδοσκόπιο μαγευτικό, σπαρακτικής ειλικρίνειας, από την πιο μοναχική και ακατάτακτη φωνή της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Original price was: €9.00.Η τρέχουσα τιμή είναι: €8.10.

Άντι Γουόρχολ

Ο Άντυ Γουόρχολ μιλάει ιδιωτικά, στο τηλέφωνο ή στο μαγνητοφωνάκι του, για τον έρωτα, το σεξ, το φαγητό, την ομορφιά, τη φήμη, τη δουλειά, το χρήμα, την επιτυχία. Μιλά επιγραμματικά για τη Νέα Υόρκη και την Αμερική, περιγράφει την παιδική του ηλικία σε μια κωμόπολη της Πενσυλβάνια, τα σκαμπανεβάσματα της ζωής, στο μεγάλο μήλο. Την απογείωση της καριέρας του στη δεκαετία του ’60 και το πικρό γκλάμουρ της σύμφυρσης ανάμεσα στις διασημότητες.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Η καλύτερη ερωτική επαφή είναι εκείνη που όσο διαρκεί δε σκέφτεσαι τίποτα. Μερικοί μπορούν να κάνουν σεξ και ν’ αφήνουν πραγματικά το μυαλό τους ν’ αδειάζει και να γεμίζει με σεξ. Άλλοι πάλι δεν μπορούν ποτέ ν’ αφήσουν το μυαλό τους ν’ αδειάσει και να γεμίσει από την ερωτική πράξη, κι έτσι, όσο διαρκεί, σκέφτονται: «Είμαι στ’ αλήθεια εγώ; Στ’ αλήθεια εγώ το κάνω αυτό; Είναι πολύ παράξενο. Πριν από πέντε λεπτά δεν το έκανα. Σε λίγο πάλι δε θα το κάνω. Τι θα έλεγε η μαμά; Πώς πρωτοσκέφτηκαν οι άνθρωποι να το κάνουν;» Λοιπόν, ο πρώτος τύπος ανθρώπου – ο τύπος που μπορεί ν’ αφήσει το μυαλό του ν’ αδειάσει και να το γεμίσει με σεξ χωρίς να σκέφτεται – βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση.

Ο δεύτερος τύπος πρέπει να βρει κάτι άλλο για να χαλαρώσει και να χαθεί μέσα σ’ αυτό. Για μένα, αυτό το κάτι άλλο είναι το χιούμορ.

Οι άνθρωποι με χιούμορ είναι οι μόνοι που πάντα με ενδιέφεραν πραγματικά, γιατί, μόλις κάποιος χάσει το χιούμορ του, με κάνει και τον βαριέμαι. Αν όμως η μεγάλη έλξη για σένα είναι το χιούμορ, αμέσως αντιμετωπίζεις πρόβλημα, γιατί αν ο άλλος είναι αστείος δεν είναι σέξυ. Έτσι, στο τέλος, όταν πλησιάζει η στιγμή της αλήθειας δε νιώθεις πραγματική έλξη, δεν μπορείς να «το κάνεις».

Στο κρεβάτι όμως προτιμώ να γελάω παρά να το κάνω. Το καλύτερο είναι να χώνομαι κάτω απ’ τα σκεπάσματα και να το ρίχνω στα ανέκδοτα. «Πώς τα πάω;» «Ωραία, αυτό ήταν πραγματικά αστείο». «Πω πω, έκανες ωραία αστεία απόψε».

Αν πήγαινα με κάποιο κορίτσι της νύχτας, το πιο πιθανό είναι ότι θα την πλήρωνα για να μου λέει ανέκδοτα.

Μερικές φορές, το σεξ δεν ξεφτίζει. Έχω δει ζευγάρια για τα οποία το σεξ δεν ξέφτισε με τα χρόνια.

15.00

LiFO Βιβλία

Έγχρωμη Nellys

Νίκος Δήμου, Φανή Κωνσταντίνου

Το έργο της Nellys ήταν συνώνυμο ως τώρα με την ασπρόμαυρη φωτογραφία, τις αρχαιότητες, τα ιδανικά τοπία της Κρήτης και τις γυμνές χορεύτριες στην Ακρόπολη. Όποιο θέμα κι αν είχαν, οι διαυγείς μαύροι και γκρίζοι όγκοι τους άφηναν στην εικόνα την ηδύτητα μιας ασημένιας στιλπνότητας.

Για πρώτη φορά με το βιβλίο αυτό γίνονται γνωστές οι έγχρωμες φωτογραφίες της. Τραβηγμένες στην Αμερική την περίοδο 1939-65, για να χρησιμοποιηθούν για διαφημιστικούς λόγους, έμεναν φυλαγμένες στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη, όπου και ανήκουν. Αποκαταστάθηκαν με προσοχή, ώστε να αναδειχθεί ξανά το πλούσιο χρώμα τους, το οποίο σε πολλά σημεία είχε ξεθωριάσει επικίνδυνα.

Εκείνο που εκπλήσσει ευχάριστα στις φωτογραφίες αυτές είναι βεβαίως το χτυπητό, χαρούμενο χρώμα, τα πρόσωπα από πορσελάνη (σε εποχές πριν το photoshop), η αψυμιθίωτη χάρη του σφύζοντος αμερικάνικου ονείρου. Είναι όμως και η ίδια τους η ύπαρξη: Αυτή η εντελώς άγνωστη πτυχή της μεγάλης Ελληνίδας φωτογράφου, η οποία αποδεικνύει ότι εκτός από λεπτή αισθητήστρια υπήρξε και ένας άνθρωπος πρακτικός, που τολμούσε να δοκιμάζει συνεχώς νέα πράγματα, δίχως μεμψιμοιρίες.

15.00
Banner_lifo_shop_covers
Banner_lifo_shop_covers_mob

Περιοδικά

Με ένα κλικ δωρεάν στην πόρτα σας!

Ξένη λογοτεχνία

Θα σπείρουμε τον όλεθρο

Κάιλ Ντέκερ

Ο Άλεξ Ντάματζ είναι ένας νεαρός πάνκης με μπλε μοϊκάνα και κουρελιασμένο δερμάτινο μπουφάν, που βγάζει τα προς το ζην παριστάνοντας τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και αναλαμβάνοντας μικροδουλειές για φίλους και ομοϊδεάτες. Όταν ο χαρισματικός Τζέρι Ρας, τραγουδιστής του δημοφιλούς πανκ συγκροτήματος Bad Chemicals, βρίσκεται νεκρός στα καμαρίνια μετά από μια εκρηκτική συναυλία, η αστυνομία σπεύδει να αποδώσει τον θάνατό του σε υπερβολική δόση ναρκωτικών και να κλείσει βιαστικά την υπόθεση. Μια μυστηριώδης γυναίκα, όμως, δεν πείθεται από την επίσημη εκδοχή και ζητά από τον Άλεξ να ανακαλύψει τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ.

Η έρευνα για τα ίχνη του νεκρού μουσικού θα οδηγήσει τον Άλεξ σε μια επικίνδυνη διαδρομή στα σκοτεινά στέκια της πόλης. Ποιος ήταν πραγματικά ο Τζέρι Ρας και γιατί ο θάνατός του φαίνεται να απασχολεί ανθρώπους που δεν θα έπρεπε να έχουν καμία σχέση μαζί του; Καθώς τα ερωτήματα πληθαίνουν, η υπόθεση παίρνει απροσδόκητη τροπή και ο Άλεξ παρασύρεται στη δίνη ενός συστήματος βίας και εξουσίας, όπου νεοναζί σκίνχεντ, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, σκληροί μαφιόζοι και αδίστακτοι πολιτικοί αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας.

Με καταιγιστικό ρυθμό, ευρηματική γραφή, άφθονο μαύρο χιούμορ και συνεχείς ανατροπές, το Θα σπείρουμε τον όλεθρο συνδυάζει στοιχεία του κλασικού νουάρ με το ανατρεπτικό πνεύμα του πανκ. Μέσα από τη μουσική, τις ιδέες, τους μύθους και τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής, ο Κάιλ Ντέκερ συνθέτει ένα καθηλωτικό αστυνομικό μυθιστόρημα που αντλεί την έμπνευσή του από την ιστορία και τα πρόσωπα της πανκ μουσικής σκηνής και της αμερικανικής αντικουλτούρας των αρχών της δεκαετίας του 1980.

19.60

Ξένη λογοτεχνία

Η «συμμορία» των Σάκκο

Αντρέα Καμιλέρι

Βασική συνθήκη σε αυτή την πραγματική ιστορία είναι το τοπίο της αγροτικής Σικελίας: οι πέτρες, τα δύσβατα θαμνώδη και βραχώδη μέρη, τα βοσκοτόπια· η μαγεία της βοτανικής με τις φιστικιές, που είναι θηλυκά και αρσενικά δέντρα, οι υποσχέσεις του σαμπούκου, που στα φύλλα του κρύβονται τα χρυσοπράσινα σκαθάρια, για νύχτες μαγικές, τα εποχικά άσματα. Συναντάμε πρώτα, μετά το 1850, τον πατριάρχη Λουίτζι Σάκκο, έξυπνο, ακούραστο εργάτη που δούλευε με αγάπη τη γη. Μετά έρχονται οι απόγονοι, όλοι σκληρά εργαζόμενοι νεαροί άντρες, και σοσιαλιστές, με υπερατλαντική μετανάστευση και στράτευση κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Οι υπεξαιρέσεις και αχρειότητες των σκαιών αρχηγών της Μαφίας που καλύπτονται πίσω από πολιτικούς «μαριονέτες» μέσα στο τραγικό σκοτάδι του φασισμού. Οι πέντε αδελφοί Σάκκο γνωρίζουν πόσο απελπιστικά δύσκολο είναι να ζεις στο καθεστώς που επιβάλλει η Μαφία. Αναγκάζονται να φύγουν, να κρυφτούν. Νιώθουν ότι ενδύονται έναν ρόλο σωτήρα, στον (ένοπλο) αγώνα κατά των μαφιόζων διωκτών. Γίνονται μοναχικοί δικαστές, στη σκοτεινή σιωπή της ομερτά: πολίτες εκτός νόμου ενός κράτους που δεν μπορούσε να τους εγγυηθεί ασφάλεια, να τους προστατέψει.

9.50

Ξένη λογοτεχνία

Η νύφη φόρεσε μαύρα

Κορνέλ Γούλριτς

Η Τζούλι χάνει τον σύζυγό της λίγες μόλις στιγμές μετά τον γάμο τους και μεταμορφώνεται σε εκδικητική μηχανή, έτοιμη να εξοντώσει έναν προς έναν τους δολοφόνους του, με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένα ατμοσφαιρικό crime novel, μια ζοφερή και συνάμα συναρπαστική ιστορία γεμάτη σασπένς που λειτουργεί πολυεπίπεδα, το “Η νύφη φόρεσε μαύρα” είναι ένα εμβληματικό μυθιστόρημα που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Γάλλο σκηνοθέτη Φρανσουά Τριφό. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

16.50

Ξένη λογοτεχνία

Γκόμες Χόρχε Ροντρίγκες

Γκόμες Χόρχε Ροντρίγκες

Καράκας, δεκαετία του ’90: Η ιστορία αρχίζει με την απαγωγή ενός γκρίνγκο, του Αμερικανού Πολ Γουάιτ, στελέχους φαρμακευτικής εταιρείας. Πρόκειται για μια φαινομενικά απλή και καθαρή δουλειά που εξελίσσεται όμως σε μια δίνη προδοσιών, αντικρουόμενων συμφερόντων, κατασκοπείας, σε ένα περιβάλλον οργής, επιθυμίας και θεσμικής σήψης. Στο φόντο η Βενεζουέλα του παρελθόντος, αληθινή όσο και φανταστική, την οποία κυβερνά ένας δικτάτορας-ανδρείκελο που θα έδινε τα πάντα για να βρεθεί μακριά από τα προβλήματα μιας αχάριστης χώρας.

Αν και έχει τη μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος, Η θάλασσα που μου χάρισες είναι ταυτόχρονα ένα μυθιστόρημα πολιτικό και ερωτικό, που ξεδιπλώνει το χρονικό του αγωνιώδους 20ού αιώνα, όπου πρωταγωνιστούν ο τρόμος και η γελοιότητα. Ο «βρόμικος ρεαλισμός» του Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες αναγνωρίζει ότι το κακό είναι ίδιον του ανθρώπου, όπως η μούργα κάτω απ’ το νύχι, και κατορθώνει να το ξεγυμνώσει και να το φέρει στο προσκήνιο.

Ένα σκοτεινό και ανησυχητικό μυθιστόρημα, λαμπερό και φιλόδοξο, σαν την άγρια θάλασσα που πληγώνει τα μάτια και μόνο που την κοιτάζεις.

14.40

Ξένη λογοτεχνία

Είκοσι χρόνια μετά

Τσάρλι Ντόνλι

Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη αστυνομικό θρίλερ. Κατάφερε να ξεχωρίσει και να γίνει παγκόσμιο μπεστ σέλερ κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο μπλέκει αληθινά γεγονότα με τη μυθοπλασία, δίνοντας μια αίσθηση ρεαλισμού. Οι δύο ιστορίες που τρέχουν παράλληλα, οι ανατροπές που έρχονται εκεί που δεν τις περιμένεις και η κλιμάκωση της αγωνίας έχουν ως αποτέλεσμα ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα.

18.80

Ερβέ Λε Καρέ

Παρίσι, 1870. Μια σειρά άγριων φόνων, που θα έλεγε κανείς ότι υπακούουν σε μια λογική ανελέητη και μυστηριώδη, αφήνει άναυδη την αστυνομία, η οποία δεν διαθέτει τα μέσα για ν’ αντιμετωπίσει αυτά τα εγκλήματα νέου τύπου. Ο δολοφόνος, από τη μεριά του, θεωρεί τον εαυτό του «καλλιτέχνη»: κάνει την ποίηση πράξη, αποτίνει φόρο τιμής σ’ εκείνον που θεωρεί το μεγαλύτερο συγγραφέα του 19ου αιώνα, τον Ιζιντόρ Ντικάς, κόμη του Λοτρεαμόν, θέλοντας να κάνει γνωστή την παραγνωρισμένη μεγαλοφυΐα του. Μέσα στο λαβύρινθο μιας πόλης όπου ξεχειλίζουν η ζωή και η μιζέρια, ανάμεσα στην ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και τη βία ενός καθεστώτος που πνέει τα λοίσθια, ένας επαναστάτης εργάτης, ένας αρχιφύλακας της Ασφάλειας και δυο γυναίκες στις οποίες δεν χαρίστηκε η ζωή θα βρεθούν στην τρελή διαδρομή του δολοφόνου. Κανένας δεν θα βγει αλώβητος απ’ αυτή τη φοβερή συνάντηση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

23.32

Ξένη λογοτεχνία

Γκρινταντράπ

Καρίλ Φερέ

«Ολόκληρος ο κόλπος έχει μαυρίσει από τα κητώδη, ενώ τα δεκάδες πλοία που τα είχαν κυνηγήσει μέχρι εκεί σχηματίζουν συμπαγή κλοιό στην πλάτη τους, αδιαπέραστο, και για τα σόναρ τους τρομακτικό· οι άνθρωποι πάνω στα πλοία χτυπούν τα κήτη μέσα σ’ ένα πανηγυρικό πανδαιμόνιο, κουδουνίζουν καμπάνες και ροκάνες, φυσούν με σφυρίχτρες και μπουρούδες, σπρώχνοντας τα ζώα να φύγουν μπροστά και, σε λίγο, να ξεβραστούν στην ακτή όπου τα περιμένουν οι εκτελεστές». ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΤΩΜΑΤΑ αυτού του πατροπαράδοτου κυνηγιού του γκρινταντράπ επιπλέει το σώμα του ηλικιωμένου οργανωτή της μεγάλης σφαγής των γιγάντιων θηλυκών ζώων, καλυμμένο με παράξενες πληγές. Διαδίδονται οι πιο τρελές φήμες. Τί δουλειά έχουν στο νησί οι δύο στρατευμένοι οικολόγοι της Sea Shepherd, του ορκισμένου εχθρού τους; Όντως τους ξέβρασε εκεί ο τυφώνας; Για τον Σαίρεν Μπαρεντσεν, τον αρχηγό της αστυνομίας, ξεκινάει ένας αγώνας ενάντια στο χρόνο, αν θέλει να προλάβει να μην εξαπλωθεί η μόλυνση της βίας των στοιχείων της φύσης μέχρι τους ανθρώπους. Ένα συγκλονιστικό δράμα «κεκλεισμένων των θυρών» στην καρδιά της μανιασμένης φύσης και των υπέροχων τοπίων των Νήσων Φερόες.

19.00

Τρούμαν Καπότε

Τα βρόμικα σαλόνια της μπουρζουαζίας (πρωτότυπος τίτλος Answered Prayers), το τελευταίο και ανολοκλήρωτο σπονδυλωτό μυθιστόρημα του Τρούμαν Καπότε, αποτυπώνουν την ξέφρενη πορεία τού φέρελπι ηδονοθήρα συγγραφέα Π. Μπ. Τζόουνς (σκοτεινού άλτερ έγκο του ίδιου του συγγραφέα), από λογοτεχνικά σαλόνια και δείπνα διασημοτήτων στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι του ’50 και του ’60 μέχρι άθλιους ξενώνες και την ερημιά των κακόφημων μπαρ της Ταγγέρης. Ανήθικοι τυχοδιώκτες, εκμαυλισμένοι κροίσοι, απεγνωσμένοι καλλιτέχνες και αδίστακτες καλλονές περιδινούνται ακούραστα γύρω από τολμηρές εκμυστηρεύσεις και απαγορευμένες απολαύσεις, συνθέτοντας μια “τοιχογραφία τεράτων” που παρελαύνουν με όλη τους τη γύμνια μπροστά στο παραφθαρμένο μα αλάθητο βλέμμα ενός από τους τελευταίους μεγάλους στυλίστες της γραφής. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

“Πρόζα που κάνει την καρδιά να τραγουδάει και την αφήγηση να πετάει” (The New York Times Book Review)

14.90

Qabel

Η κορδέλα της Ε. ήταν ένα artefact που είχε επιλέξει για να δηλώσει παρούσα στον πόλεμο. Σαν μια φίλη που σου βγάζει τη γλώσσα, ζωντανή, μετά τη μάχη. Ήταν το διακριτικό μιας δύναμης. Της δύναμής μας να γελάμε κλεισμένοι στα μπετά, τις λάμπες φθορίου και τα προβληματικά αμάξια μας. Κουβαλούσε μια indie ειρωνεία που συμβόλιζε τη δύναμη ενός τμήματος των millennials να παραμένουν ψύχραιμοι ανάμεσα σε γονείς θλιμμένους από το άγχος και φίλους αγχωμένους από τη θλίψη. Ήταν ένα σημάδι ζωής σε συνθήκες πολέμου. Μια γραμμή ζωγραφισμένη για να μας θυμίζει ότι υπάρχει ζωή και μέσα σε αυτόν. Ένα σημάδι ότι όλα συνεχίζονται. Η κορδέλα της Ε. ήταν το αναγνωριστικό της δύναμής της να παλεύει το κακό χωρίς να χάνει τα λογικά της. Το διακριτικό μιας γήινης σούπερ ηρωίδας που δεν ζητούσε αναγνώριση αλλά παιχνίδι. Έψαχνε, όπως κι εσύ, να βρει το νόημα στα συντρίμμια του υπαρκτού. Ήταν σκληρή στη μάχη με το κακό αλλά διακριτική στην αλληλεπίδραση με τους γύρω της. Αν εξαιρέσεις τις σούπερ ικανότητές της, ήταν μία από μας. Όπως η Princess από το Battle of the planets. Η κορδέλα της Ε. δεν απαιτούσε την προσοχή σου. Απλά την προκαλούσε. Έστηνε ένα ενδεχόμενο σημείο συνάντησης με το βλέμμα σου. Κι αν τελικά συναντιόσασταν, γινόταν ένα πειστήριο αμοιβαίας φροντίδας. Ένα νεύμα γλυκιάς θλίψης ξεχασμένο πάνω στις μπούκλες της. Έδινε ελπίδα απογυμνωμένη από μεγάλες αφηγήσεις. Δεν υποσχόταν τίποτα. Ήταν απλά ένα κάλεσμα να σηκώσεις το κεφάλι ψηλά. Μια υπενθύμιση να μην ξεχνάς τους ανθρώπους σου. Να μην ξεχνάς τα φιλιά, τις αγκαλιές και τα χαμόγελα. Μια υπενθύμιση να μην ξεχνάς την ομορφιά.

14.00

Ιμπραχίμ Σοναλλάχ

Ένας άντρας βγαίνει από τη φυλακή. Το Κάιρο απλώνεται μπροστά του αδιάφορο, θορυβώδες, ξένο. Υπό κατ’ οίκον περιορισμό, με έναν αστυνομικό να ελέγχει τις νύχτες του, περιπλανιέται σε δρόμους και δωμάτια, παγιδευμένος σε μια ζωή που δεν του ανήκει πια. “Αυτή η Μυρωδιά” δεν είναι το άρωμα της ελευθερίας. Είναι η βαριά μυρωδιά μιας κοινωνίας που σαπίζει αθόρυβα. Είναι ένα ωμό υπαρξιακό χαστούκι. Μια ψυχρή καταγραφή της σεξουαλικής απογοήτευσης, της πολιτικής προδοσίας και της πνιγηρής ατμόσφαιρας μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση.

12.21